Αναγνώστες

Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2008

Οι βιλλοκαμένοι κατακτημένοι (4)

Του εξήγησα με λίγα βιαστικά λόγια τα συμβάντα και φύγαμε απ’ το μπαρ στην αναζήτηση του αλλού μπαρ. Πλανευτήκαμε στα ρομαντικά, θεοσκότεινα σοκάκια, περάσαμε μπροστά από το «Καζαμπλάνκα», ένα γκέι κλαμπ που δεν είχε ανοίξει ακόμη και συνεχίσαμε την αναζήτηση γεμάτοι ελπίδα για το περίφημο γκέι μπαρ. Τόοοοοση Κύπρος εμείς ξεκινήσαμε με την στραβάρα μας να πάμε στην Κερύνεια να βρούμε γκέι μπαρ. Ουδέν σχόλιο περί βλακείας.

Μπαίνοντας πιο βαθειά μέσα στην πόλη ανακάλυπτα όλο και περισσότερο ότι μου άρεσε το μέρος, άρχισα να σκέφτομαι να περάσω ένα ολόκληρο σαββατοκύριακο την επόμενη φορά που θα έρθω στην Κύπρο. Και στα παπάρια μου τι θα σκεφτούν όλοι. Εγώ ήθελα να ζήσω λίγες μέρες σ’ αυτή την ουτοπία.

Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2008

Οι βιλλοκαμένοι κατακτημένοι (3)

Παρήγγειλα ένα δεύτερο κρασί. Είχα κάπως χαλαρώσει κι’ άρχισα να διακρίνω τους όμορφους και τους ελκυστικούς. Άρχισα να μιλώ και πιο δυνατά. Το έχω αυτό να είμαι γενικά πουλλαοφωνος. Ευτυχώς σε πολύ αντρουα βερσιόν. Ο φίλος μου διασκέδαζε μαζί μου. Πρήξαμε ο ένας τον άλλο στο «κόρη» και στο «ρα» αφού κανένας δεν μας καταλάβαινε. Κράξιμο κανονικό μέχρι εκεί που δεν πήγαινε. Αλλά μόνο λεκτικό. Οι κινήσεις και η στάση μας παράμενε στάνταρτ αντρουα. Αλλά αυτό τώρα είναι άσχετο. Το έγραψα για να γεμίζω τις γραμμές…

Τέλειωσα το κρασί μου και ο φίλος μου είχε ήδη αρχίσει να κάθεται πάνω σε αναμμένα κάρβουνα. Ήθελε οπωσδήποτε να περπατήσουμε στον βραχίονα, πάνω κάτω, σαν σε νυφοπάζαρο.

Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2008

Οι βιλλοκαμένοι κατακτημένοι (2)

Είχε ήδη νυχτώσει και μπαίνοντας στην Κερύνεια (όντως τα φώτα που έβλεπα α λα Μόλος ήταν η Κερύνεια) ήμουν ακόμα παγωμένος προσπαθώντας να ορίσω τι έβλεπα και τι ένιωθα. Το τι ένιωθα ήταν ακόμη νωρίς να το αντιληφτώ. Αυτό που έβλεπα όμως ήταν περισσότερο απ’ αυτό που περίμενα να δω.

Η πρώτη εικονική εντύπωση ήταν ότι μπήκα σε μια τουριστική πόλη που συνδύαζε κάτι από Αγία Νάπα, κυκλαδίτικο νησί και ένα τατς από κάποια χωριουδάκια της κοτ ντ’ αζούρ. Δηλαδή φοβερή εικόνα με λίγα λόγια. Αλλά δεν ήθελα να παραδεχτώ ότι υπήρχε ένας τέτοιος τόπος και μάλιστα στην χώρα μου που συνάμα δεν μου άνηκε. Πολύ παράξενο συναίσθημα το οποίο παραγκώνισα σε μια γωνία της ψυχής μου γιατί ήθελα απλά να απολαύσω πολύ επιφανειακά τις εικόνες που βίωνα χωρίς προβληματισμούς και ηθικά ερωτήματα.

Το διπλοκάμπινο προχωρούσε το δρόμο του προς το μεγάλο χώρο στάθμευσης στο λιμανάκι της πόλης, έναν δρόμο που μόνο εγκατάλειψη δεν θύμιζε.

Οι βιλλοκαμένοι κατακτημένοι

Συζήτηση επιπέδου:

- Ρα, επήες καμμιά φορά που ποτζί;
- Ναι ρα, επήα κάμποσες φορές
- Άτε ρε γαμώτοοοο…(συρτή η φωνή στην τελευταία συλλαβή…οοοοο). Θέλω τζ’ εγώ πολλά να πάω τζ’ εν ηβρίσκω κανέναν να με πάρει γαμώτο (χωρίς συρμό) τζιαί ο αρφός μου ούτε να ακούσει για ποτζί εν θέλει. Τζιαί επειδή εν μου δειά το αυτοκίνητο να πάω, εν επήα ποττέ μου.
- Κόρη εν πολλά καλά. Τζιαι γίνεται πάρσιμοοοο…(με συρμό), ππουουου, εν μπορείς να φανταστείς.
- Άτε ραααα…(με συρμό). Αλήθκειααα;
- Ναι ρα άμα σου λαλώ…Εν έσσιει καμμιά που επήε που ποτζί τζιαι εν επάρτηκε. Μόνο εγώ ρα έμεινα άπαρτη, ζαττίν εν η τύχη μου. Αλλά κόρη τζιαι που την άλλη, … όη τζιαι με Τούρκο.
- Εν ναι κόρη, όη τζιαι με Τούρκο. Είπαμε.. αλλά όη τζ’ έτσι. Αλλά ακουσα το τζι’ εγω που τις άλλες τες αδελφές ότι σσιλλογαμιούνται όποτε παν που ποτζί. Τζιαι μίσσιει μου οι Τούρτζιοι τζιαι εν’ επικίνδυνοι τζιαι βίλλους μπλε. Ε το κόρη μου, ούλλοι για τον βίλλο τελικά. Κσιάνουν τζιαι κυπριακά προβλήματα, τζιαι τούρτζικα τζ’ ότι θέλεις. … Αφού ρα εγνώρισα έναν μιτσή δαμέ (το δαμέ εννοείται το δασούδι), πολλά γλιτζίς αλλά τέλια καραπαθητικούρα τζιαι με τα πολλα εκάμαμε τζιαι λλίην παρέα. Λοιπον τζίνος είπε μου, μα εν γι’ αυτό που μ’αρεσε τζιόλας ο μιτσής, ότι πάει που ποτζί, φορεί έναν τάνγκα, μισοκατεβάζει το παντελόνι του ίσσια ίσσια να φανεί λλίον ο κώλος του τζιαί θωρείς τους πουσστότουρκους βουρούν που πίσω του σαν τες μούγιες πας το μέλι. Τρώει τζιαι στείννει ο μιτσής κάθε φορά που πάει που ποτζί. Τζ’ απ’ ότι λαλεί διαθετουν κάμποσην οι πουποτζί…
- Κορη εν τες ημπορώ τούντες μιτσιές πιόν. Εφκάλαν τζιαι το σσοινί τζιαι το παλλούτζι. Εμείς εν ήμαστουν έτσι ρα. Τέλος πάντων
- Κόρη, έσσιεις ορεξη να πάμε μαζί; Αναλαμβάνω εγώ τα έξοδα, μεν το σκέφτεσαι. Έτο έχω περιέργεια να δω ήνταλως ένει ρα. Ούλλη η Κύπρος επήε εκτός που μένα.
- Όη ρα τζ’ εσύ, με λαλείς πελλάρες. Έτο να πάμε να περάσουμε τη νύχτα μας τζιαι νάρτουμε πίσω πάλε. Εν ωραία, εννά σου αρέσει πολλά η Τζιερύνεια.
- Ρα όη να πάθουμε τίποτε όμως, α.
- Ε ρα νάσαι φρόνιμη; Να μεν πάεις τζιαι να σούζεσαι.
- Ρα εγώ σούζουμε ρα που να με σου κσανασηκωστεί μαλακισμένη.
- Ρα σσιίλα άμαν εσου εν σούζεσαι ποιά εν που σούζεται καλό ρα;
- Ποτε να πάμε κόρη;
- Κυριακή εν καλά;
- Πελλαμός!