Αναγνώστες

Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2009

Της Λήθης η Λήθη


Προσπαθώ να ανοίξω τα μάτια κάθε πρωί… η τουλάχιστον τότε που εγώ νομίζω ότι είναι πρωί, αρχή ακόμα μιας μέρας, μιας κραιπάλης ξανά. Σηκώνομαι σαν ανάπηρος και πάω στην κουζίνα βλέποντας τον σκύλο να με κοιτάζει για καλημέρα, προσπαθώ να δω αν κατουρήθηκε πάλι το βράδυ, οι ακράτειες του μου έλειψαν στην παραζάλη μου, πάω στην κουζίνα να κάνω ένα διπλό καπουτσίνο και ψαχουλεύω με ακόμα θολά, μισόκλειστα μάτια την θήκη των χαπιών μου, χάπι άουαρ, αλλά δεν θυμάμαι τι πρέπει να πάρω σήμερα, να ‘ναι το μωβ η να ‘ναι το ροζ το χάπι, έχω χάσει λογαριασμό, δεν γαμιέται, κακό δεν μου κάνουν, τα κατεβάζω και τα δυό για να μη σπάω το σαπισμένο μου μυαλό μες την θολούρα του να κάνει αναλογισμούς πότε κατάπιε τι, παρ’ τα όλα με μιας, σκέφτηκα, και είναι όλα καλά, ξαναρχίζεις να μετράς από σήμερα τις σωστές μέρες. Σκατά, αφού ξέρω ότι πάλι θα χάσω τον λογαριασμό, δεν γαμιέται, χάπια είναι αυτά για να τα παίρνω είναι κι’ όχι για να τα μετρώ, γαμώτο, αν έφερναν το σωστό αποτέλεσμα, θα τα ‘παιρνα όλα μαζί για να ησύχαζα, να μην ξανά ξυπνούσα ποτέ, να ‘μενα στο λήθαργο το σαγηνευτικό, μέσα στο σήραγγα που χάθηκα, αυτή κι’ αν είναι σήραγγα, χωρίς φως στην άκρη την κλασσική, όλοι δεν βλέπουν φως στην άκρη του τούνελ, έτσι δεν λένε όλοι που έχουν μπει κάποτε στη ζωή τους σε μια σήραγγα; Ε εγώ λοιπόν δεν βλέπω ούτε φως, ούτε σπίθα ούτε παπάρια κι’ αν έβλεπα δηλαδή φως τι θα ήταν διαφορετικό; Ποιος μαλάκας είπε ότι το φως είναι ελπίδα; Σκατά είναι κι’ αυτό όπως κι’ όλα τ’ άλλα.