Αναγνώστες

Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2011

Πτι Φουρ

Θωρώ τον τζιαι φύρνουμαι. Ακούω τα γαλλικά με την αρρενωπή του φωνή και φτάνω στην αποκορύφωση (θεωρητικά βεβαία).
Είναι σαν τα παραδοσιακά γαλλικά γλυκά παστάκια που δεν μπορείς να σταματήσεις να τα χλαπακιάζεις. Είναι ακράτητη η ορμή που με κυριαρχεί να τον χυμήξω και να τον γευτώ από την κορφή μέχρι τα νύχια και πιο βαθεια. Το βασανιστήριο είναι ακόμη μεγαλύτερο γιατί κάθεται στο αμέσως διπλανό γραφείο και προστίθεται ότι έχω πάθει μυικό τραλαλά στο σβέρκο γυρίζοντας όλη την ώρα προς τα δεξιά να πάρω την οπτική μου δόση. Πόσες φορές να μου πέσει το στυλό στο πάτωμα, πόσες φορές να τεντωθώ γυρίζοντας στα δεξιά και ποτέ μα ποτέ στα αριστερά (τι να δω εξάλλου στ' αριστερά; τον βλάχο τον καλαμαρά συνάδελφο;), άσε δε που έπαθε ψύξη η μουτσούνα μου γιατί έχω ένα διαρκές χαμόγελο όποτε τον κοιτάζω.