Αναγνώστες

Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

El amante español (3)

….
Οι ώρες περνούν και δεν περνούν.
-Καλά, τι έκανες πριν τον γνωρίσεις ρε ηλίθιε; Πως ήταν η ζωή σου;
-Δεν ξέρω, δεν μπορώ να σου πω. Δεν είχα ζωή.
-Άσε τα δράματα μωρη. Θα κλάψω.
-Μην είσαι τόσο μαλακας μαζί μου. Δεν ξέρω αλήθεια τι έκανα πριν τον γνωρίσω. Ότι κάνω και τώρα. Έπαιζα τ’ αρχιδια μου. Ξέρω γω; Δεν είχε σημασία τι έκανα, ήταν όλα άσκοπα.
-Και τώρα τι δηλαδή; Θα αφήσεις να περάσουν αλλά δυο τρία χρόνια σε πένθος πριν σε αφήσεις να περάσεις πάλι καλά; Είπαμε είσαι πρωταθλητής στον θρήνο αλλά εσύ το’ χεις παραχεσει. Έτσι είναι αυτά Γκρηκστορης. Εσύ ο ίδιος καυτηριάζεις την γκέι ζωή και πως έχει καταντήσει. Γιατί περίμενες δηλαδή ότι εσύ θα κτυπήσεις το εξάρι του λόττο; Ότι εσένα δεν θα σε πάρει το ποτάμι της αδιαφορίας; Γιατί δηλαδή εσύ να είσαι η εξαίρεση στον κανόνα;
-Γιατί είμαι καλή ψυχή, αθώα, σχεδον άκακη, παιδική ψυχή που διψά μόνο ν’ αγαπηθεί, γιατί βαρέθηκα αυτά τα σκαμπανεβάσματα, γιατί θέλω το εγώ μου να ικανοποιηθεί με το να δω κάποιον να συνεχίσει να με ποθεί όπως τον ποθώ εγώ, γιατί θέλω να γίνω αντικείμενο του πόθου για πάνω από πέντε δέκα νύκτες, γιατί θέλω να αγαπηθώ και να ζήσω τον άλλον έτοιμο να πηδήξει για μένα στον γκρεμό όπως είμαι εγώ εσω έτοιμος. Γιατί γιατί γιατί. Να γιατί ρε μαλακα; Είναι πολλά αυτά που θέλω;


-Μπααα τι λεσ; Μαλακιες. Λεπτομέρειες. Λες κι αυτό δεν είναι που θέλει όλος ο κόσμος. Χαλλοου; Το παιγνίδι της ζωής; Ρινγκς ε μπελ;
-Δεν βοηθάς εαυτέ.
-Να σου πω ψέματα; Δεν γίνεται. Δεν είσαι είκοσι να ζεις με ψευδαισθήσεις. Μεγάλωσες. Δεν έχεις περιθώρια για πειραματισμούς. Εκμεταλλεύσου το χρόνο σου, ζήσε τα νιάτα που σου έμειναν, κτίσε την αυτοπεποίθηση και ανάπτυξε το εγώ σου. Αύριο όταν πια θα φανούν πάνω σου τα σημάδια της ηλικίας δεν θα μπορείς να έχεις αυτές τις αμφιβολίες. Θα ‘χεις πιο σοβαρά να σκεφτείς.
-Τα χειροτερεύεις τα πράγματα. Σταμάτα. Κλεις το. Μη μου θυμίζεις όλα αυτά που πονουν. Που κολλαν όλα αυτά με τον μικρό;
-Στον μαλακισμένο ρομαντισμό σου και τις τάσεις της αυτοκαταστροφής σου. Λετ γκοου.
-Άμα ήξερα να κάνω λετ γκοου δεν άφηνα και τον Σσιατς πολυ πιο νωρις;
Ξεροκατάπια... Αυτό πόνεσε. Αλήθεια κι’ είναι αλήθεια. Με σκοτώνω, με καταστρέφω, αναλώνομαι περισσότερο στις υπερβολικές αναμνήσεις παρά σε μια υπερβολική πραγματικότητα.

Δυο μέρες και δυο νύχτες πέρασαν, δουλειά σπίτι ανάμνηση πλάκωμα και ξανά απ’ την αρχή.
Κοιτάζω το κινητό κάθε τρεις και λίγο. Κανένα ίχνος ζωής, τίποτε.
-Με ποιον κανονίζει τώρα ραντεβού;
-Με ποιον πηδιέται;
-Είναι καλύτερος από μένα; Τον έχει σίγουρα πιο μεγάλο. Σίγουρα πιο χοντρό. Έχει σίγουρα καλύτερο, πιο γυμνασμένο σώμα.
-Γιατί δεν με θέλει πια; Αφού είπε ότι ήμουν ο καλύτερος στο κρεβάτι μέχρι τώρα. Τι έχω κάνει λάθος;
Θέλω να του δώσω τα πάντα, όλα. Μόνο να’ ναι εκεί, κοντά μου, κάθε μέρα. Κάθε βράδυ. Πάνω μου, μέσα μου, να’ μαι μέσα του. Πάντα. Συνέχεια. Αμήν!

Πριν από δυο βράδια σχόλασα, και πήγα στην φυσιοθεραπεία για την αχίλλειο. Ο φυσιοθεραπευτής μ’ αρέσει. Είναι νέος, ψιλοχωριάτης, ελκυστικός αλλά όχι και ντροπ ντεντ μπιουτιφουλ, στρέητ αλλά με τατς. Καθώς μου κάνει μασάζ με διεισδύει με το βλέμμα του και ρωτά γιατί είμαι θλιμμένος. Αποφεύγω μια συγκεκριμένη απάντηση, μια ξεκάθαρη απάντηση, την αφήνω αιωρούμενη. Στοιχηματίζει στον έρωτα. Σίγουρος ότι είναι η σωστή κατεύθυνση αρχίζει, χωρίς να ρωτήσω, να μονολογεί τι νιώθει εκείνος όταν δεν είναι κοντά στην κοπέλα του που μένει διακόσια πενήντα χιλιόμετρα μακριά από μας, στην Λουκανικούρτη. “Τρέχα γύρευε” σκέφτηκα, “τι σχέση είναι αυτή και τι μέλλον έχει. Διακόσια πενήντα χιλιόμετρα. Κι’ οι δυο κάτω από τριάντα. Στην αιχμή των ορμονών τους. Ποσό θ’ αντέξουν την νηστεία πριν από κάθε φαγοπότι. Κάποτε θα πλαντάξουν και θα κυριαρχηθούν από εξάρσεις πείνας. Και τότε κλάφτα Χαράλαμπε.” Τον ακούω κουνώντας το κεφάλι χωρίς να με ενδιαφέρει το παραμικρό τι λέει. “Ποτέ θα τελειώσει η ώρα να φεύγω;”. Με διεισδύει με τη ματιά του καθώς εξιστορεί τις δίκες του για μένα εντελώς αδιάφορες ανησυχίες και νιώθω την ματιά του να με ανεβάζει για έναν ανεξήγητο λόγο.
-“Έλα Γκρηκστορης ηρέμησε, δεν σε τρέχει ξωπίσω όλος ο κόσμος, άντε κάτσε ήσυχα στ’ αυγά σου”
-Μα καλά πελλοδειχνεις; Είπα εγώ τίποτε; Απλά είδα πως με βλέπει...
-Δεν πας καλά δικέ μου. Δεν πας καθόλου καλά.
-Νομίζω ότι εσύ δεν πας καλά. Πολύ συμβουλάτορας το ‘χεις δει. Κοίτα τα δικά σου τα χάλια.
-Χα, κοιτά ποιος μιλά. Ο Μιστερ Αποτυχίας.
-Αη χεσου ρε μαλακα. Αρχιδι.
-Εγώ να πάω να χεστω, αλλά εσύ τι θα καταλάβεις. Παρτα μίλια σου τζιαι φερτα μαννε!
-Ρε δεν κάνω πανηγύρια στο μυαλό μου. Απλά μ' αρεσει πως με βλέπει. Μια ανάπαυλα απ’ την καθημερινή, ολοήμερη θλίψη. Τίποτε άλλο. Με ξέρεις. Μόνο ένας υπάρχει..προς το παρόν.
-Ναι...μόνο ένας.

Ξαφνιάστηκε απ’ τις ομοιότητες που έχουμε κοινές. Δεν πήγαινε να κουνώ συνέχεια το κεφάλι αμίλητος. Είπα πέντε πράγματα στις αφηγήσεις του. Νιώθει άνετα μαζί μου είπε, ότι μπορεί να μου μιλά χωρίς αναστολές.
-”Οι μισοί θέλουν να μου μιλούν, οι άλλοι μισοί θέλουν να με γαμούν, κανένας γι αγάπη, γαμήσι κι’ ομιλία ρε παιδιά μαζί σ’ ένα πακέτο είναι διαθέσιμος; Ή πέφτω συνέχεια σ’ αυτιστικούς;”
Διείσδυε συνέχεια, ήθελε να μάθει την πηγή της θλίψης, της απουσίας απ’ το γυμναστήριο. Ήμουν αδύναμος να αντισταθώ. Έμεινα για λίγο κομπιασμένος ανταποδίδοντας την διεισδυτική ματιά. Το πάλευα... να πω να μην πω. Άστα να πάνε. Βαριόμουν αυτό το παιγνίδι του κρυφτού. Η λέω η δεν λέω. Κι ας πα να χεστει αν δεν του αρέσει όταν του πω ότι είμαι γκέι. Στο κάτω κάτω δεν ήρθα γυρεύοντας ούτε και του έκανα καμιά προσέγγιση.
Του είπα ότι είναι έρωτας η πηγή της κατάθλιψης. Έρωτας μονόπλευρος, οδυνηρός που με οδηγεί στα μονοπάτια της μοναξιάς, στα πάρκα της θλίψης. Και ότι είμαι γκέι. Και ότι δεν υπάρχει καμιά διαφορά στα αισθήματα και στον πόνο και στην θλίψη επειδή είμαι γκέι. Η επειδή τον παίρνω από πίσω όσο κι αν τον δίνω από μπροστά. Μου έσφιξε τον πόδι που το κρατούσε ούτος η άλλως λόγω φυσιοθεραπείας συμπονετικά. Με κοίταξε, σηκώθηκε ήρθε στο προσκέφαλο του θεραπευτικού πάγκου, μου έσφιξε τον ωμό, με κοίταξε βαθειά κι έμεινε αμίλητος. Λίγο μετά κτύπησε το χέρι απαλά στον ωμό μου σαν να ‘θελε να μου πει ότι εμείς οπή δυο συνδεόμαστε έστω κι αν είμαστε ξένοι μεταξύ μας. Η ώρα τέλειωσε. Ντύθηκα, πηρά τα πράγματα μου και πήγα στο σπίτι.

Κάθισα στον υπολογιστή να τελειώσω την ανάρτηση που έγραφα, κατασκοπεύοντας συνάμα στο ιντερνετ. Δεν είχε μπει μέσα ακόμα.
-Τι να κάνει; Διαβάζει; Θα έχει ραντεβού μάλλον σε λίγο. Θα πάει με το κουλ ύφος του σ’ έναν καινούργιο εραστή. Ποιος να’ ναι; Αν τον είχα μπροστά μου θα τον έσπαγα στο ξύλο. Θα τον σκότωνα. Τον μαλάκα.
Νιώθω την πίεση μου να ανεβαίνει. Πάλι τα ίδια. Πάλι απ’ την αρχή. Είναι πλέον δεδομένο: είμαι τρελός. Έχω πρόβλημα. Άλυτο. Μεγάλο.
Κτυπάει η σειρήνα του Gayromeo. Ήταν ο Γεωργιανός, ο Άουτ, νομίζω έτσι τον λένε. Δεν μπορώ να μάθω και γεωργιανά τώρα. Για τον Μπενζ φρέσκαρα και εξέλιξα τα γαλλικά μου, πηρά τον πούλλο μου, για τον Κάρλος φρέσκαρα τα ισπανικά μου (όχι εντελώς, δεν πρόλαβα, με πρόλαβε αυτός φεύγοντας) και πάλι πήρα απ’ τα τρία το μεγαλύτερο, για μένα γιατί δεν βρέθηκε κανένας πουστης μέχρι τώρα να μάθει ελληνικά;
Με ρώτησε αν ήθελα να περάσω για ένα πήδημα. Ελκυστικος γεωργιανος, ομορφο κορμι, φτιαγμενο για σεξ, κι αυτος τριχωτος στα ορια του σεξυ. Τον πρωτοείδα σ ένα κλαμπ στην Λιέγη του Βελγίου πριν από μήνες. Βλεπόμασταν για καιρό διακριτικά πριν κολλήσουν οι γλώσσες μας ένα Σάββατο βράδυ σ’ ένα απ τα σκοτεινά δωμάτια του μπαρ, χωρίς να ‘ χουμε προχωρήσει παρακάτω γιατί ο σύζυγος ήταν μπροστά στο μπαρ και περίμενε. Μετά πέρασαν μήνες χωρίς να ξαναβρεθεί μπροστά μου. Έτσι είναι αυτά με εμάς του γκέι. Που σε είδα που σε χάνω: τόσοι πολλοί άντρες και τόσος λίγος χρόνος. Ποσά να προλάβουμε οι άμοιροι;

Δεν το πολυσκέφτηκα. Οργανώθηκα στο άψε άβυσσε, ανέβηκα στο αυτοκίνητο και πήρα τον δρόμο για την Ολλανδία, δεκαπέντε χιλιόμετρα από εδώ, στο Χέερλεν. Πόλη του κερατά, κακάσχημη, κτίστηκε για να καλύψουν οι Ολλανδοί τις τεράστιες ανασκαφές που έκαναν πριν από πολλές δεκαετίες για την εξόρυξη του καφέ άνθρακα. Όταν τέλειωσαν τα αποθέματα έμεινε μόνο μια τεράστια τρύπα. Κι επειδή οι φυσικές ζημιές ήταν ανεπανόρθωτες ξεπήδησε μια πόλη. Άσχημη, χωρίς την παραμικρή γοητεία η αξιοθέατο να σε προσκαλεί να πας να την επισκεφτείς, ένα τίποτα κτισμένο πάνω στο τίποτα. Αλλά εκεί μένουν σέξι Ολλανδοί και πιο πολλοί σέξι αλλοδαποί που είναι λόγοι στο κάθε τόσο να πηγαίνω μια βόλτα απ τα μέρη αυτά.
Έφτασα στο σπίτι του Γεωργιανού είκοσι λεπτά αργότερα. Άνοιξε την πόρτα, πέρασα μέσα στο σχετικά γουστόζικο διαμέρισμα του, με περίμενε με το μποξέρ ημίγυμνος. Μισογδυθυκα ενώ παράλληλα είχε σχεδόν πέσει πάνω μου και άρχισε το χαμούρεμα. Ρε γαμώτο κάτω από άλλες συνθήκες, σε άλλους καιρούς θα με ξετρέλαινε, ίσως, κατά πάσα πιθανότητα, μάλλον σίγουρα. Τώρα, η δεύτερη φορά που πηδιέμαι μαζί του και ενώ οι προϋποθέσεις για ένα πολύ καλό πήδημα υπάρχουν και υφίστανται, με αφήνει τουλάχιστον αδιάφορο.
Διατρησε το στόμα μου με την πεινασμένη του γλώσσα, ήταν πολύ κάλος στο φίλημα, αλλά κι αυτό μ’ άφηνε αδιάφορο, με ψιλοαγγάλιασε και προσπάθησε να με γυρίσει μπρούμυτα. Είπα αυτή τη φορά όμως να αλλάξω το ρεπερτόριο και αντιστάθηκα. Τον πρόσταξα σχεδόν να ξαπλώσει κάτω ανάσκελα. Έπεσα εγώ από πάνω του, συνεχίσαμε δήθεν παθιασμένα το χαμούρεμα (αμάν μάνα να έβλεπες το γιόκα σου ηθοποιάρα ολκής, Παξινού) με σκοπό να τον καβαλήσω, έτσι ρε γαμώτο γι αλλαγή από την περασμένη φορά. Όταν κατάλαβε τι ήθελα να κάνω, διάκοψε την φόρα μου με την διακριτική του φωνή και την εξαιρετικά χαρακτηριστική ρωσική του προφορά στ’ αγγλικά λέγοντας:
-Αη ντοντ λαηκ δις ποζισιον μπατ ηφ γιου ινιστ αη μαστ ντου ιτ.

Έμεινα για λίγο ακίνητος κι αν δεν ήμουν μέσα μου σε τόση μελαγχολία μα τον Θεό θα κτυπιόμουν στα γέλια. Και ίσως και να γέλασα κάπως, νοητικά, με την προφορά του, που αντιπροσώπευε όλους ρωσσόφωνους ανά την Ευρώπη με την χαρακτηριστική τους υπεροπτική προφορά και συμπεριφορά.

Του έκανα την χάρη, πήγα ξανά πίσω στον καναπέ, ημικάθησα στα μπρούμυτα και άρχισε να με παίρνει από πίσω. Δήθεν με πάθος. Δήθεν με μανία. Δήθεν με αχαλίνωτη όρεξη. Έβγαζα τα ηδονικά αγκομαχητά σαν από πρόγραμμα σε υπολογιστή, ανάλογα με τη ένταση του σπρωξίματος. Είμαστε η τέλεια συνύπαρξη. Το κονσέρτο συνεχίστηκε σίγουρα κάποια λεπτά περισσότερο απ’ ότι μου ήταν ευχάριστο, αλλά αυτά είναι τα κακά του επαγγέλματος. Με ανάγκασα να τελειώσω σχετικά γρήγορα γιατί δεν πήγαινε άλλο το πράμα, αυτός όμως δεν κατάλαβε Χριστό και συνέχισε μέχρι εσχάτων. Όταν η μάχη τέλειωσε χωρίς νικητή, ανταλλάξαμε τις κλασσικές φιλοφρονήσεις, ντύθηκα κι έφυγα άρον άρον. Ένιωθα … τίποτα. Κενός. Αδιάφορος. Ξαλαφρωμένος μεν… αλλά για πόση ώρα; Το έκανα ξανά, για εκδικηθώ μια κατάσταση που δεν έλεγχα, μια υπόθεση χωρίς ουσιαστική υπόσταση, το έκανα για να εκδικηθώ έμενα και την μιζέρια που με έσπρωξα.

Ο κυκλώνας των σκέψεων μου αφαίρεσε την αίσθηση του χρόνου κι έφτασα σπίτι χωρίς να αντιληφθώ ποτέ πέρασαν τα είκοσι λεπτά του οδηγήματος. Έκανα ένα γρήγορο ντους. Πήγα στην κουζίνα, έβαλα σ’ ένα μπολ ένα κεσεδάκι ανθότυρο, μια χούφτα καρύδια, τα περιέχυσα όλα μαζί με μέτρια ποσότητα μέλι και πήγα να ξαπλώσω στον καναπέ, παρακολουθώντας αδιάφορα το κουτί και τρώγοντας σιγά το βραδινό μου, περιμένοντας να αποχαυνωθώ απ’ την επίδραση του ζαναξ και να με πάρει ξανά ο ανήσυχος ύπνος των τελευταίων εβδομάδων.

3 σχόλια:

Monos,Ksenos,Fititis είπε...

εχουμε μια τάση πολλες φορές οι άνθρωποι μα ανοίγουμε πληγές.Μόνοι μας...

Greekstories είπε...

Mono monoi mas...apo mas eksartate tis perissoteres fores...

Aceras Anthropophorum είπε...

Φίλε μου έθελα να σου αφήκω μύνημαν που το προηγούμενον αλλά έν είχα χρόνον. Ήταν να σου γράψω ότι είσαι μεγάλη πέννα, τι πέννα, τζιαι πεννοφόρος, τζιαι ποτσίν του μελανιού... ;))

Ήταν να σου γράψω για την ανακούφησην μου να θωρώ τον Ήρωαν των ιστοριών σου να ζιεί τζιαι ας επόνεν που τον πόνον του βάρους της ζωής παρά να αργοπεθαίνει, ή καλλύττερα να αργοσκοτώννεται που τον πόνον του βάρος ενός λειψάνου που εσυντήραν έσσω του.

Όταν το εθκιαβασα τούτον το επισόδειον έβριξα τζιαι έφυα χωρίς να γράψω. Τελικά εξαναήρτα να σου γράψω έστω αυτά που θα έγραφα στο προηγούμενον για να μεν νομίζεις τζιόλας ότι κάμνω σου τζιαι γώ όπως ούλλοι οι Κυπραίοι αρσενιτζιοί αναγνώστες σου που έρκουνται τζιαι θκιαβάζουν σε τζιαι δεν αφήννει κανένας μύνημαν άμπα τζιαι πει κανένας πους εν "κρυφοί" τζιαι φκεί τους το όνομαν... τζιαι πάει τζιαι η πατρίς, τζιαι η θρησκεία τζιαι η οικογένεια...