Αναγνώστες

Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2008

Η κάθοδος του Ορφέα (5)

Χρονική στιγμή: Καλοκαίρι 2007
Διάθεση τότε: Αστα να πάνε
Διάθεση τώρα: Γάμησε τα
(Συνέχεια απο το "Η κάθοδος του Ορφέα (2)")

Αν ήταν όνειρο η εφιάλτης δεν ήμουν σίγουρος. Ένιωθα παράλληλα απελευθερωμένος και ένοχος. Αν και η παραπομπή του στην ψυχιατρική ήταν αυτό που έλπιζα και πάλευα, δεν μπορούσα να απομακρύνω τις σκέψεις μου απ’ αυτόν. Ο λίγος χρόνος που πέρασα στο σπίτι μόνος μου έκανε πολύ καλό. Αλλά δυστυχώς ήταν πολύ λίγος…

Την επόμενη, Σάββατο μεσημέρι, ήμουν μόνος στο σπίτι και έβλεπα τηλεόραση. Είχα έρθει πίσω από το γυμναστήριο, καθάρισα από γωνιάς το σπίτι, όλα έλαμπαν σαν τον παράδεισο που δεν γνώρισα ποτέ και άρχισα να απολαμβάνω δειλά την εσωτερική ηρεμία που άρχισε σιγά να διέπει το είναι μου.

Ξαφνικά άρχισε ο Μπένυ, ο μποξέρ/δαλματικός μου, να γαυγίζει. Ο Μπένυ γαυγίζει μόνο για δυο λόγους: είτε ακούει από μακριά τα κλειδιά μου με τον χαρακτηριστικό τους θόρυβο καθώς έρχομαι στο σπίτι είτε αυτά του Σσιάτς, είτε είναι ένας απ’ τους δυο μας ήδη μπροστά απ’ την είσοδο του σπιτιού. Είναι πολύ ήσυχος σκύλος και σε άλλη περίπτωση δεν βγάζει άχνα. Μέχρι οι αμέσως συγχυσμένες μου σκέψεις να συγκεκριμενοποιηθούν άκουσα την πόρτα να ανοίγει και τον Σσιάτς μου να μπαίνει μέσα.

Εκπλάγηκα. Μπήκε μέσα με μια νέα ακτινοβολία, με νέα ενέργεια, γεμάτος χαρά που ήρθε στο σπίτι. Ήταν και ο μόνος που χαιρόταν απ’ το γεγονός. Ο δικός μου ενθουσιασμός ήταν τουλάχιστον μέτριος και περιορισμένος γιατί η διαίσθηση μου φώναζε ότι κάπου είχε μουχλιάσει.

Η γιατρός της ψυχιατρικής πτέρυγας του επέτρεψε να πηγαίνει μέχρι την κύρια είσοδο του νοσοκομείου, η οποία ήταν και τρία χιλιόμετρα λαβύρινθου μακριά από την πτέρυγα και ο Σσιατς, όπως ήταν και χαρακτηριστικό του, μετάφρασε αυτή την μικρή καλοπροαίρετη ελευθερία σε μερικές ώρες επίσκεψης στο σπίτι όπου και έφτασε αυτονόητα.

Εκπλάγηκα και παράλληλα έγινα ηφαίστειο από τον θυμό μου. Ήταν για την αντίληψη μου εντελώς ανεύθυνο από την πλευρά της θεράποντος γιατρού, να του επιτρέπει έτσι απλά τον ελεύθερο ανεξέλεγκτο περίπατο. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα εκτός κι’ αν αποφάσιζα να συμπεριφερθώ αναλόγως οξύθυμα και να μιλήσω τηλεφωνικά με την πτέρυγα ρωτώντας και ενημερώνοντας τους. Αποφάσισα τελικά να μην κάνω τίποτα, ήθελα να παρακολουθήσω για λίγο την όλη του συμπεριφορά. «Πάντα να δίνεις ευκαιρίες» υπήρξε και ακόμα δυστυχώς είναι το κρέντο μου.

Κάθε μέρα ερχόταν στο σπίτι πάντα την ίδια ώρα. Στην αρχή φοβόμουν ότι θα άρχιζε ξανά την υπερκατανάλωση των χαπιών και του αλκοόλ. Με είχε καταλάβει βασικά πανικός. Με επιβεβαίωσε ότι έπρεπε να δίνει κάθε μέρα δείγματα αίματος και ούρων και έτσι ήταν και η αλήθεια. Η πολυπόθητη μου ηρεμία και απομόνωση ήταν βέβαια πια παρελθόν γιατί δεν μπορούσα να ξέρω εκ των προτέρων σε ποια κατάσταση διάθεσης θα ήταν την επόμενη. Άρχισα να νιώθω ότι αυτές οι επισκέψεις ήταν περισσότερο ένας έλεγχος για το τι κάνω τις ώρες που δεν είναι εκεί η μάλλον ακριβέστερα με ποιον θα με έβρισκε ινφλαγκράντι στο κρεβάτι, αλλά τουλάχιστον σε αυτό το θέμα είχε παίξει και έχασε. Όχι πως ήμουν καμιά αγία αλλά διάθεση για σεξ όχι μόνο δεν υπήρχε, δεν υπήρχε καν ώρα και δύναμη για να σκεφτώ για σεξ. Ήταν ανήσυχος, πίστευε ότι θα οργάνωνα καλιγουλικά όργια και συνάμα μισούσε το συναίσθημα ότι δεν ήταν κοντά μου.

Την ανικανότητα του γερμανικού συστήματος υγείας και του πανεπιστημιακού Klinikum την γνώρισα τέσσερις μέρες μετά ακόμα πιο πολύ όταν ο φίλος μου απολύθηκε από το νοσοκομείο. Μετά από τέσσερις μόνο μέρες τον άφησαν εντελώς ανεύθυνα να φύγει με εξιτήριο καθώς οι ίδιοι ήταν της γνώμης ότι χρειαζόταν μόνο μια περιπατητική θεραπεία και όχι εσώκλειστη.

Ο αγώνας ξεκινούσε ξανά απ’ την αρχή. Η οργή απέναντι σε όλους και σε όλα δημιουργήθηκε εκ νέου και η απόγνωση είχε γίνει ακόμα πιο έντονη. Αυτή την φορά όμως ήταν πολύ χειρότερη η καινούργια κατάσταση. Τα καινούργια φάρμακα που του έδωσαν του δημιούργησαν μια μανιακή φάση. Έγινε υπερενεργητικός, δεν είχε καμιά σχέση πια με την πραγματικότητα.

Κάθε μέρα, όπως τον παρακολουθούσα, μεγάλωνε περισσότερο η ανησυχία μου, κάθε μέρα είχε μια καινούργια, πιο έντονη δυναμική ενέργεια, γινόταν αχαλίνωτος, εντελώς ανεξέλεγκτος. Άρχισε να πιστεύει και να νιώθει ότι ήταν περισσότερο από έτοιμος να κατακτήσει (με συγχωρείτε, να γαμήσει ήθελα να πω) τον κόσμο, με έναν τρόπο επικίνδυνο. Αυτή ήταν μια αναμενόμενη παρενέργεια του Εφεξόρ, αλλά αυτή η παρενέργεια ήταν πολύ έντονη στην περίπτωση του Σσιατς. Προσπάθησα να κρατήσω μια ουδέτερη απόσταση και να παρακολουθήσω την κατάσταση ψύχραιμα και υπομονετικά αλλά μέσα μου κυριαρχούσε ένα έντονο αίσθημα ανασφάλειας, ανησυχίας. Κάτι δεν πήγαινε καλά…

Ήταν ακριβώς σε αυτή την φάση που αποφάσισε να αγοράσει ένα Notebook. Η σχέση του με την τεχνολογία ήταν ακριβώς όπως η δική μου με την γυναικεία ανατομία: καμία. Παρ’ όλα ταύτα όμως ήθελε οπωσδήποτε έναν υπολογιστή για να μάθει να χρησιμοποιεί το ιντερνέτ και να αρχίσει να κάνει Online dating. Ο σκοπός δεν με ενοχλούσε καθόλου, με ενοχλούσε το γεγονός ότι τον ήξερα καλύτερα απ’ τον ίδιο του τον εαυτό και ήμουν σίγουρος ότι το πολύ σε έναν μήνα το ολοκαίνουργιο notebook θα αποκτούσε αναρίθμητους ιστούς αράχνης και αμέτρητα στρώματα σκόνης και εγώ θα έκλαιγα χαμένα λεφτά που δεν ήταν καν δικά μου (όπως και έγινε βέβαια).

Μου ήταν συνειδητό ότι οι σκέψεις του ήταν ασυνάρτητες, χωρίς συνοχή και εξ ου δεν ήθελε να ακούσει καμιά συμβουλή, απολύτως τίποτα. Είχα αποκτήσει τον δικό μου James Dean, τον δικό μου επαναστάτη χωρίς αιτία ενώ εγώ γινόμουν μέρα με τη μέρα παιδί ενός κατώτερου Θεού. Μέχρι να άρχιζαν τα καινούργια φάρμακα να επιδρούν αποτελεσματικά είχαμε μεγάλο δρόμο μπροστά μας ακόμα. Ήμουν παράλληλα σαν μαινόμενος ταύρος γιατί τα οικονομικά μας δεν ήταν καθόλου ρόδινα και το τελευταίο που μας έλειπε ήταν το καινούργιο notebook αλλά μάταια ήταν η οργή μου και εξοργιζόμουν ακόμη περισσότερο γιατί ήξερα ότι όλα ήταν μάταια όσο αφορούσε λογική και αντικειμενική σκέψη: Ο Σσιατς ήταν εκ φύσεως εγωιστής, εγωκεντρικός, ασυνείδητος και γραψαρχίδης. Του πρόσφερα το δικό μου notebook το οποίο δεν ήταν εντελώς φρέσκο αλλά για τον σκοπό που το ήθελε του έφτανε και με το παραπάνω. Έτσι θα αναγκαζόμουν εγώ να έκανα τρομερές οικονομίες για να πάρω μετέπειτα καινούργιο που το χρειαζόμουν ούτος η άλλως λόγω της δουλειάς και αυτό που είχα είχε αρχίσει να γίνεται ντιζελοκίνητο. Δεν ήθελε να ακούσει λέξη. Ήθελε ολοκαίνουργιο και τελευταίας τεχνολογίας.

Αφού οι προσπάθειες να τον συνετίσω αποδείχτηκαν άκαρπες, ξεκινήσαμε και πήγαμε να αγοράσουμε, να αγοράσει δηλαδή, ένα καινούργιο notebook, το καλύτερο που θα μπορούσαμε να βρούμε. Πήγαμε στο Media Markt αφού εκεί ήξερα τους περισσότερους εξ αιτίας της δουλειάς μου και διαλέξαμε μοντέλο, κάμερα και λοιπές μαλακίες, ξερνώντας τους χαριστικά ένα χιλιάρικο.

Αυτή ήταν η αρχή μιας καινούργιας κραιπάλης αφού η αγορά του υπολογιστή ήταν το ελάχιστο σε σύγκριση με το καθήκον που με περίμενε: να του μάθω να χρησιμοποιεί τον υπολογιστή… Είχε πάθει μανία με την ιδέα να αρχίσει να χρησιμοποιεί το ιντερνέτ για γνωρίσει καινούργιο κόσμο εννοείτε βέβαια με τον σκοπό της συνουσίας.

Η σχέση μας υπήρξε απ’ την αρχή πλατωνική, υπάρχουν κι’ αυτά, οι αιτίες και οι λόγοι είναι ίσως πολλοί και αμέτρητοι ίσως όμως και άγνωστοι ή και φοβεροί να τους αντιμετωπίσει κάποιος. Μια ομοφυλοφιλική σχέση μπορεί όμως να υπάρξει απ’ την αρχή σαν πλατωνική (εδώ το καλύτερο παράδειγμα) και οι πιθανότητες της μακρόχρονης επιβίωσης της είναι πολύ περισσότερες απ’ ότι μια στερεότυπη, συντηρητική και κλειστή σχέση. Βασικό κλειδί της επιτυχίας είναι η διακριτικότητα ειδικά όταν ο ένας απ’ τους δυο είναι εξαιρετικά ζηλιάρης παρ’ όλο που σε θέλει μόνο πλατωνικά (ας μην το συζητήσουμε τώρα το θέμα, είναι σχιζοφρενικό ως ένα βαθμό και πολύ περίπλοκο).
Μου ήταν σχεδόν απ’ την αρχή ξεκάθαρο ότι η σχέση μας αγγίζει τα όρια της ψυχοπάθειας, δυο άνθρωποι που πιο διαφορετικοί δεν μπορούσε να ήταν, ζουν μαζί και επιβιώνουν, όπως και να επιβιώνουν, αυτό δεν είναι πρότυπο αλλά όχι και ασυνήθιστο, σίγουρα όμως όχι και καθημερινό. Παρ’ όλη την έλλειψη της σεξουαλικής και λοιπής κοινής μας ζωής αναπτύχτηκε μεταξύ μας μια συναισθηματική σύνδεση, μια εξάρτηση, που ήταν, αν θέλω να είμαι ειλικρινής, αμοιβαία αλλά και κάπως ικανοποιητική. Ήταν σαν μια βάση, σαν ένα σημείο αναφοράς, δεν είχα άλλον εδώ, οι λιγοστοί φίλοι απ’ τα φοιτητικά χρόνια τέλειωσαν κάποτε τις σπουδές τους κι’ έφυγαν, είχα απομείνει μόνος με ουσιαστικό σημείο αναφοράς μόνο τον Σσιατς. Ίσως και να φοβόμουν την ανακοινωθέντα μοναξιά καθώς έβλεπα τον μελλοντικό μου κουμπάρο να φεύγει τελευταίος απ’ το Άαχεν και να μένω πίσω μόνος, πραγματικά μόνος. Ανάρρωνα ακόμα από έναν χωρισμό, με είχε εγκαταλείψει μετά από δυο χρόνια στα κρύα του λουτρού σύξυλο και χρειάστηκα ενάμιση ολόκληρο χρόνο να ξανανιώσω άνθρωπος, και υποσυνείδητα φοβόμουν την μοναξιά, είχα κουραστεί να ήμουν μόνος, δεν ήξερα ότι υπήρχε και αύξηση της μοναξιάς, πίστευα ότι είχα φτάσει το απώτερο πριν γνωρίσω τον Σσιατς. Τα γεγονότα της ζωής μας όμως φέρνουν μαζί τους τον δικό τους σκοπό, τίποτε δεν είναι τυχαίο. Άρα δεν ήταν τυχαίο που γνώρισα τον Γερμανό και δεν ήταν τυχαίο που πέρασα περισσότερο από μια δεκαετία μαζί του. Ποιος όμως ο σκοπός αυτού του γεγονότος, μου παραμένει ακόμα άγνωστο.

Άρχισα να του μαθαίνω τα βασικά του υπολογιστή…από εδώ τον ανάβουμε αλλά και τον σβήνουμε, αυτό που βλέπουμε είναι το λογισμικό και ονομάζεται Windows, με λίγα λόγια άλφα βήτα γάμμα…

Φτάσαμε και στο κεφάλαιο ιντερνέτ που ήταν αυτό που μας έκαιγε… Μέσα σε λίγες ώρες κατάφερε να μπει μέσα και να αρχίσει να περιδιαβάζει που αλλού παρά μέσα σε ένα γκέι φόρουμ. Όπως ανάφερα πιο πάνω, τα πάντα είναι επιτρεπτά εφόσον δεν παραβιάζεται η αξιοπρέπεια μου, η ιδιωτική μου σφαίρα και γίνονται με διακριτικότητα. Που σημαίνει ότι όλα αυτά τα χρόνια κανένας ξένος δεν πάτησε την πόρτα του σπιτιού μου για ένα one night stand και σε κανέναν ξένο δεν έδωσα ποτέ σταθερό τηλέφωνο προστατεύοντας έτσι την ιδιωτική μου σφαίρα.

Η φάση της μανίας συνεχίστηκε ακάθεκτα: Τον υπολογιστή τον διαδέχτηκε και ένα καινούργιο έπιπλο και μια ολοκαίνουργια γκαρνταρόμπα. Και τα βράδια το ιντερνέτ ήταν στην καθημερινή διάταξη. Μέχρι που πήρε το μάτι και τ’ αυτί μου ότι έδωσε τον σταθερό αριθμό του τηλεφώνου μας σε κάποιον άγνωστο. Ποιος είδε τον διάολο και δεν τον φοβήθηκε; Έγινα τούρκος. Έγινε το έλα να δεις, το γαμάτε γιατί χανόμαστε, Βιετνάμ και Λίβανος μαζί. Τον έκανα με τα κρεμμυδάκια, δεν ήξερε που να κρυφτεί. Ο καυγάς συνεχίστηκε μια ολόκληρη εβδομάδα. Μέχρι που φτάσαμε εδώ…

Λεξεις-Κλειδια: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

1 σχόλιο:

dokisisofi είπε...

Θέλω πολλά να σου γρφάψω από ψες που το διάβασα. Σου έγραψα αλλά όταν πήγα να τα ξαναδώ πριν τα στείλω, εξαφανίστηκαν σαν την Ευριδίκη στο βάθος του τούνελ. Καλύτερα τελικά να προχωράς σκουντουφλώντας μπροστά παρά να κοιτάς πίσω μήπως κι αλλάξει κάτι. Χάνεται το "σκοτεινό αντικείμενο του πόθου στο βάθος".
Όπως σου έλεγα και ψες, ή προσπάθεια να βγάλει ο ήρωας τον Ορφέα από το τούνελ με το να τον οδηγήσει σε μεγαλύτερους λαβυρίνθους επικοινωνίας όπως είναι το ιντερνετ ειναι πολύ ενδιαφέρουσα και μάλιστα, εξαγριώνει τους κέρβερους στην είσοδο καθώς κανείς πια δεν επιθυμεί τα χλωμά ξέφωτα. Κι ολη αυτή η προσπάθεια γίνεται τόσο απεγνωσμένα ώστε ο Ορφέας, και οόποιος Ορφέας ,να μην αντικρύσει την ευρυφρίκη της ύπαρξης μας με τον κίνδυνο να μετατραπούμε σε στήλη άλατος. Καλά καλά, σύγχισα τον Λωτ με τον Ορφέα. Ήταν το λιγότερο που θα μπορούσα να πάθω.
Τίποτα άλλο.
(σόρυ που διέγραψα τα σχόλια μου αλλα δε θέλω να πάρουν αμάχους τα πυρά)