The Last Station of Desire Headline Animator

Τρίτη, 11 Αυγούστου 2009

Γοργόνες και Μάγκες (2)

Αντιλήφτηκα ότι η Γριά και η Γιολα ήταν εξαφανισμένες. Και κάτι μου έλεγε, το ένστικτο μου μάλλον, ότι ήξερα που θα τις έβρισκα. Πρόσω ολοταχώς για το νταρκ ρουμ. Για τους αδαης: νταρκ ρουμ ίσον δωμάτιο που λαμβάνει χώρα ξέσκισμα σε όλες τις παραλλαγές, χωρίς την υποστήριξη παντός είδους λαμπτήρα, με αλλά λόγια, η κυριολεκτική έκδοση του γαματε γιατί χανόμαστε.

Ανοίγω την πόρτα μπαίνω μέσα και παίρνω θέση με την πλάτη σ’ έναν τοίχο.
Μόλις συνήθισαν τα μάτια μου είδα τις δικές μου στον απέναντι τοίχο σε σχηματισμό Γιώτα Γάμμα,Γιώτα η Γιολα Γαμμα η Γριά. Αυτό ήταν το πτυχωμένο δόλωμα: καθώς αυτές οι δυο συνουσιάζονταν έπεφταν όλοι και «όλες» οι υπόλοιπες σαν τις μύγες πάνω στο μελί. Σε χρόνο κλάσματος είχε δημιουργηθεί στον απέναντι τοίχο και γωνία μια ατελείωτη αλλαξοκωλια αλυσιδωτής φύσεως που κανένας δεν ήξερε που ήταν το μπροστά και που το πίσω. Χαμογέλασα διασκεδάζοντας την εικόνα και βγήκα να συνεχίσω τον χορό μου. Δεν είναι ότι δεν είμαι οπαδός του νταρκ ρουμ αλλά αυτό ήταν πολύ ερασιτεχνικής δομής για έναν Γκρηκστορης.

Εν τω μεταξύ το κλαμπ ήταν γεμάτο από νιάτα κι’ ομορφιά που κουνιόταν στους ρυθμούς μιας φανταστικής μουσικής. Μετά από δέκα μήνες στην Γερμανία με την ανιαρή κωλομουσικη τους ήταν χάρμα αυτιών οι ρυθμοί που έβγαιναν από την δεξιότητα ενός μεσογειακού ντι τζει.

Μπήκα και βγήκα στο νταρκ ρουμ αρκετές φορές. Οι δικές μου εκεί ανένδοτες, εξυπηρετούσαν ΟΤΙ έμπαινε μέσα στο δωμάτιο. Αν καμιά φορά γίνει το άθλημα ολυμπιακό θα έχουμε σίγουρα το χρυσό στην τσέπη.
Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα του νταρκ ρουμ και μπήκαν μέσα τρεις μούντζες με μια λελλε. Αυτό ήταν ανήκουστο. Δεν έγινε στα χρονικά της γκέι ζωής μου. Έλεγε η μια στην άλλη:

- Κόρη έλα μέσα να δεις
- Ρα μα εν θωρώ τίποτε
- Κόρη περίμενε τζιαι εννα δεις

Ευτυχώς που ήταν εκεί η Γιολα να σώσει την κατάσταση. Όπως μπαλαμουτιαζοταν με την Γριά, τραβιέται, βγάζει το προφυλακτικό και εξαναγκάζει τον φουντωμένο αντρισμό του στην χούφτα μιας μούντζας:

- Ααααααα
- Σκάσε και παρτον
- Παναια μου ηνταμπον εν τούτο;
- Ήθελες νταρκ ρουμ; Πατρόν και άρχισε να παίζεις.

Ποτέ εξαφανίστηκαν οι μούντζες από το νταρκ ρουμ δεν κατάλαβα. Αυτό ήταν! Μια νύχτα σε γκέι κλαμπ στην Κύπρο. Αλλόκοτη βραδιά, διαφορετική, σε καμιά σχέση τις γκέι βραδιές του εξωτερικού, αλλά για μένα που λείπω ήταν φανταστικά. Διασκέδασα με την ψυχή μου. Αλλά ποτέ νταρκ ρουμ. Δασουδι και παλι δασουδι. Τέλος!


Διαβάστε πάρακατω...

Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2009

Γοργόνες και Μάγκες (1)

Μια φορά τον χρόνο, και το εννοώ δηλαδή, μια φορά το χρόνο, αποφασίζω κι’ εγώ όταν είμαι στο νησί της Αφροδίτης να βγω έξω με την κλασσική έννοια και να πάω σε κλαμπ.

Ναι, πως έλεγα παλιότερα «θέλω να πάω στα μπουζούκια», έτσι λέω κι’ εγώ κάθε καλοκαίρι ότι θέλω να πάω στο μεγαλύτερο γκέι κλαμπ που προσφέρει το νησί του έρωτα. Και αυτό είναι επίσης αλήθεια: κάνουμε εμείς οι γκέι τα πάντα να διατηρήσουμε την φήμη του νησιού ως ερωτικού, γιατί τέτοιο ξέσκισμα που γίνεται από εμάς σε θάμνους, παράλιες, δασουδια, Γούαιτ ροκς και ανεπίσημες νιουντ μπιτσες δεν το κάνει άλλη παράταξη της κοινωνικοσεξουλικης ζωής του εικοστού πρώτου αιώνα.

Αν υπάρχει όντως μια και μοναδική ευκαιρία να σωθεί και αναζωογονηθεί ο τουρισμός του νησιού ο όποιος κάθε χρόνο πνέει και λιγότερα λοίσθια είναι να αρχίσει να εργοδοτήσει εμάς του γκέι που έχουμε και λίγο νιονιό (γιατί έχουμε και πολλές τρελές ανάμεσα μας που δεν…) να οργανώσουμε μια υποδομή για γκέι τουρισμό και τότε να δείτε πόσοι θα χεστουν στο χρήμα. Αλλά ο κύπριος είναι άξιος να πεθάνει για τα ηθικά του ιδανικά παρά να αφήσει εμάς του γκέι να κυβερνήσουμε ενός τόσου ζωτικού παράγοντα όπως είναι ο τουρισμός. Το παράξενο είναι ότι αυτά ηθικά ιδανικά ξεχνιούνται με την δύση του Ήλιου και όλοι επιδίδονται στον σατιρισμό. Αθάνατε Διόνυσε, αθάνατε Πλάτωνα , όλοι στο αίμα μας είστε. Λοιπόν παρεκτράπηκα της πορείας μου αλλού ήθελα να καταλήξω.


Χθες το βράδυ ανέβηκα σε μια Μερσεντές κουπέ και συνοδεία της Γριάς και της Γιολας (πρώην Γιώργου στην προηγούμενη ανάρτηση), εξοπλισμένοι με ποππερς, προφυλακτικά, ζελέ ολίσθησης και Σιαλις (η καλύτερη έκδοση του Βιαγκρα – για όσους έχετε απορία τι είναι το ποππερς, ρωτήστε έναν γκέι φίλο σας, όλοι έχετε πια έναν γκέι φίλο, η έμενα), ντυμένοι μόνο με τα απαραίτητα, δηλαδή βερμούδες χωρίς σώβρακο από μέσα και αμάνικα μπλουζάκια για προβάλλονται καλυτέρα οι μυς του άνω σώματος και να δημιουργείται η εύλογη υποψία ύπαρξης φετών στην κοιλιακή χωρά και αφού πριν έγιναν οι ανάλογες προετοιμασίες με αλλά λόγια υδραυλική εκκαθάριση του κατωτέρου πεπτικού και εξωστικού συστήματος, πήραμε τον δρόμο της ανατολής με σκοπό ένα γκέι κλαμπ.

Φτάσαμε σαράντα λεπτά αργότερα. Κατεβήκαμε στο κλαμπ υπόγειο και τεράστιο και αφήσαμε την νύχτα και τον χρόνο να κυριαρχήσουν τις επόμενες ώρες.

Ο γκέι κλαμπ πληθυσμός δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητος, αντιθέτως είχα την εντύπωση ότι βρισκόμουν σε επίδειξη μόδας στην πασαρέλα. Από ποτέ ο Κύπριος έγινε φασιον βικτιμ; Αυτή βέβαια είναι άτοπη ερώτηση γιατί μετά από δεύτερη αστραπιαία σκέψη είμαστε ανεκαθεν φασιον βικτιμς. Αυτό είναι κι’ ένα από τα οπτικά μας καλά εδώ: ότι ο κόσμος ακόμα και για τον μπακάλη ντύνεται στα είκοσι τέσσερα του. Αλλά εδώ μιλάμε για ακόμα ένα επίπεδο πιο πάνω, ότι ο γκέι κόσμος έχει ξεσκίσει άπαντες στην καλλιέργεια της εμφάνισης του. Μαλλί καραμπινάτο, ξεμασχαλα μπλουζάκια που πρόδιδαν καβλιαρικες σωματαρες, παπούτσι σικ τελευταία προσταγή των σχεδιαστών μόδας και αξεσουάρ απ’ την κάρφη ως τα νύχια. Ισα ισα που ήμουν ένα μέρος του συνόλου. Σχεδόν ένιωσα επαρχιώτης. Αλλά μόνο σχεδόν.

Καταλήξαμε σ’ ένα μπαρ στο τέλος του τεράστιου χώρου. Υπήρχαν συνολικά δυο μπας και τα δυο γεμάτα. Σταθήκαμε στο μπαράκι του βάθους, παραγγέλλαμε κάτι βότκες και άρχισα να κουνιέμαι στους ρυθμούς της μουσικής.

Παρακολουθούσα συνάμα τους θαμώνες. Διπλά ένας αμίλητος κουλατος. Γυμνασμένος υπερβολικά, με στενό μπλουζάκι που έκλεινε ασφυκτικά τους φουσκωμένους του μυς, με αλυσιδωτό σταυρό να περικλείει και να κρέμεται από τον λαιμό του μέχρι λίγο πιο κάτω απ’ το στήθος, στενό τζίν σκισμένο στα γόνατα, άσπρες σαγιονάρες. Το πρόσωπο του νεανικό, αρρενωπό, αξύριστο, να κυβερνιέται από τα δυο σμαραγδένια του μάτια, με βλέμμα αυστηρό και βλοσυρό. Κάπνιζε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, δεν έδινε ένα χαμόγελο σε κανέναν και κουνιόταν διακριτικά καθώς ακουμπούσε στο μπαρ με τον ρυθμό της μουσικής. Έμεινα να τον παρακολουθώ, όπως και όλοι οι θαμώνες γύρω μου. Ηταν Ο άντρας! Γύρισα και είπα σ’ έναν γνωστό:
- Αυτό το βλοσυρό του βλέμμα με πεθαίνει!
- Και τι να το κάνεις χρυσό μου; Μου απάντησε ο γνωστός. Έτσι κι’ αλλιώς με την πλάτη σου γυρισμένη θα τον παίρνεις.

Κόκκαλο ο Γκρηκστορης.

Δεν μου έμεινε λαιμός κοιτάζοντας τους υπόλοιπους θεούς του κλαμπ. Ξαφνικά συνειδητοποίησα: όπως παντού υπήρχαν και εδώ δυο κατηγορίες γκέι. Οι όμορφοι, οι ελκυστικοί, οι κου, οι όταν δεν εκφράζονται αρρενωποί. Και υπήρχαν και οι λουλές.
Αλλά και οι δυο είχαν ένα κοινό: ήταν μουρηδες. Τι μούτρο ήταν αυτό Χριστέ μου; Πήγαιναν πάνω κάτω σε κυνήγι θησαυρού, χόρευαν μα όλοι ήταν μουτρωμένοι, χωρίς καμμια έκφραση ευθυμίας η διασκέδασης, μόνο αυστηρά πρόσωπα, ανέκφραστα. Μύγα τους τσίμπησε; Κάποιος κάποτε θα τους είπε ότι με το να μην εκφράζονται, με το να κυκλοφορούν μουτρωμένοι και μουρηδες είναι κουλ, τους προσδίδει περισσότερες πιθανότητες ευκαιριών παρά να είναι φυσικά και απλά ο εαυτός τους. Ε και καλά ρε παιδιά και που μένει η αυθεντική σημασία της λέξης γκέι; Που την ξεχάσαμε αυτή την πτυχή; Το μούτρο που κυκλοφορούσε δεν είχε περιγραφή. Όμορφο μούτρο μεν, μουρικο δε. Και να θέλεις να το κυνηγήσεις και να το κατακτήσεις με το να το δεις σε ξενερώνει. Τι να πάω να κυνηγήσω; Την κηδεία; Να μου βγει σε τι; Σε καινούργιο ξέσπασμα κατάθλιψης; Άσε δεν θα πάρω. Αυτή ήταν η συνομοταξία των μαγκών, των μάτσο, τρομάρα τους.

Παρακάτω ξεχώριζε μια άλλη ομάδα, δεν ξέρω ποια απ’ τις δυο ήταν χειρότερη. Αυτή έβγαζε κάτι τσιριχτές με το παραμικρό, υπερβολικά κουνιστές και συνεχεία με το κινητό στο χέρι, σαν να διαπραγματεύονταν τις μετοχές τους στα ΧΑΚ. Χριστός πια, έλεος. Αυτές ήταν οι γοργόνες. Μαζί τους και μια μειονότητα μούντζων (από τα καλιαρντα, μούντζα ίσον γυναίκα η είδος γυναικάς). Είμαι ευέλικτος, είμαι ανεκτικός, αυτό έλειπε να μην είμαι κιόλας, αλλά τι γύρευαν οι μούντζες παρακαλώ σ’ ένα κατ’ εξοχήν γκέι μπαρ; Όλες οι μούντζες ήταν χοντρές και άξεστες, τι καντεμιά κι’ αυτή; Εμείς να έχουμε ξετρελαθεί στα γυμναστήρια, αισθητικούς, κρέμες ημέρας, νύχτας, φυσικές κρέμες, αερόμπικ κοκ, και οι μούντζες χοντρές, ακαλαίσθητες, άγουστες και τον κακό τους τον καιρό. Ε αισιχτηρ δεν φτάνει που έρχονται σ’ ένα κατ’ εξοχήν γκέι μπαρ, ένα φεης κοντρόλ δεν έχει; Δεν υπάρχει Θεός;


Διαβάστε πάρακατω...

Παρασκευή, 07 Αυγούστου 2009

9 ½ Μήνες (1)

Ο τόπος εξιλέωσης μου είναι πεπρωμενικως η Κύπρος. Δεν εξηγείται διαφορετικά γιατί κάθε χρόνο κάνω εδώ την κάθαρση μου. Αυτό το κεφάλαιο το ανέβαλλα σκόπιμα. Στις 9 ½ μέρες δεν ήθελα να το γράψω γιατί θα ήταν γελοίο. Στις 9 ½ εβδομάδες θα ήταν καλό σαν παρωδία του έργου αλλά ήταν πολύ νωρίς. Τώρα στους 9 ½ μήνες είναι, νιώθω, ο κατάλληλος καιρός. Υπάρχουν πολλές αρχές που θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω. Και επειδή την χολιγουντιανή ντίβα την έχω καλά μέσα στο αίμα μου, ακριβώς σαν την Γκλορια Σουανσον στην Λεωφόρο της Δύσεως, θα διαλέξω ίσως την πιο μπανάλ, την πιο πεζή αλλά και την πιο δραματική της εκδοχή: Θα συνεχίσω την διήγηση μου από εκεί που την άφησα τον περασμένο Οκτάωρη και θα φτάσω ίσως αργά και όμορφα, ίσως βιαστικά και πιο πεζά στο σήμερα…

Η Περσεφόνη είχε ξαναμπεί το Σαββατοκύριακο της επιστροφής μου ξανά και χωρίς εξωτερικό αναγκασμό αλλά εκούσια στον Άδη της κι’ εγώ την ακολούθησα, τον Σσιατς δηλαδή, χωρίς να έχω καμιά άλλη εμφανή επιλογή, και γραφώ εμφανή, γιατί όσο δύσκολο και ανιδιοτελές είναι να παραδεκτό ότι επιλογές πάντα υπάρχουν, τότε μου έλειπε το ψυχικό σθένος να τις ανακαλύψω.

Άρχισα και του έδινα τα χάπια του μετρημένα και σωστά. Ποσό θα κρατούσε; Μια μέρα; Δυο μέρες; Άντε τρεις. Για τον Σσιατς μιλάμε τώρα κι’ όχι για τον Μαχάτμα Γκάντι. Οι πρώτες τρεις μέρες ήταν κατά μεγάλη μου έκπληξη θετικές. Τις περνούσα απ’ το μυαλό μου με μεγάλη καχυποψία. Τρεις μέρες στον Παράδεισο. Ποιος Θεός απ’ τον Όλυμπο έδειξε συμπόνια για μένα τον άμοιρο; Το «χειρότερο» ήταν ότι δεν σταμάτησε εκεί το άγγιγμα των θεών: και η τέταρτη μέρα ήταν πολύ καλή, και η πέμπτη και οι υπόλοιπες που ακολούθησαν. Έχοντας όμως σαν γνώμονα το παρελθόν, είπα να συγκρατηθώ, πριν περάσουν οι τρεις εβδομάδες ή ο μήνας να μην χαρώ ενδεικτικά, φοβού τους Δαναούς, στην συγκεκριμένη περίπτωση οι Δαναοί ήταν οι κρυφές και ακούραστες δυνάμεις των εθιστικών στοιχείων στο σώμα του Σσιατς. Άρα ανάμενα στο ακουστικό μου. Πέρασαν 9 ½ μέρες. Συμβολικός αριθμός. Πέρασαν οι δυο εβδομάδες: Πάλι σταθμός σύμβολο. Και μπήκαμε και βγήκαμε κι’ από την τρίτη εβδομάδα. Χρονική στιγμή σύμβολο στη ιστορία μας γιατί τρεις εβδομάδες έκανε και τον χρόνο που πέρασε εξαναγκασμένος να κάνει αποτοξίνωση με συγκεκριμένα χάπια. Τότε ήταν μια μεταλλαγμένη προσωπικότητα: Είχε όλα τα χαρακτηριστικά που δημιουργήθηκαν από τον εθισμό στο αλκοόλ και τα βαρβιτουρικά τόσο στην συμπεριφορά όσο και στην εμφάνιση, αλλά αποτοξίνωση δεν είδαμε.

Αυτή την φορά, μετά από εξακόσιες τριάντα πέντε μέρες Γολγοθά, ζωής στον Άδη, περιπλάνησης σ’ έναν ατελείωτο αχανές λαβύρινθο της αβυσσώδης ψυχής μας, ήταν στ’ αλήθεια διαφορετικός: Ο Σσιατς ήταν για τέσσερις ολόκληρες εβδομάδες στεγνός, καθαρός και σταθερός, χωρίς σημάδια υποτροπής, χωρίς στερητικά σύνδρομα, χωρίς σημάδια για ύποπτη συμπεριφορά. Δεν ήξερα πώς να εκφράσω την άπλετη χαρά μου, την απερίγραπτη μου χαρά: τον έβλεπα να ανασταίνεται και κέρδιζα μαζί του κι’ εγώ καινούργια ζωή, ανάπνεα καινούργιο οξυγόνο, γεννιόμουν μαζί του κάθε μέρα ξανά. Ήταν απερίγραπτα απίστευτο.

Και συνάμα της αναγέννησης του γινόταν ένας Σσιατς που είχα πια καιρό θάψει στα αζήτητα: γλυκός, άτσαλα τρυφερός, γεμάτος στοργή, άρχιζε να με φροντίζει στην καθημερινότητα μου με το να μαγειρεύει κάποιες φορές φαγητό, άλλες να βγαίνουμε έξω, κι’ εγώ να τον παρακολουθώ να γεννιέται κι’ αυτός ξανά, κάθε μέρα και πιο πολύ και να χαίρομαι ειλικρινά αλλά όχι αχαλίνωτα, γιατί ποτέ δεν ήξερα το τι θα ξημερώσει. Απολάμβανα όμως χαλαρά έναν άνθρωπο που είχα ξεγράψει εδώ και χρόνια. Δεν ήταν πια σημαντικό ότι δεν είχαμε ποτέ σεξ ο ένας με τον άλλο, και ποιος νοιάστηκε γι’ αυτά τα παροδικά που ούτος η άλλως σε μας του γκέι ήταν και δεν ήταν παράγοντες μακροπρόθεσμης σχέσης.

Δεν ήταν σημαντικό που δεν είχαμε κοινά γούστα, κοινές επιφανειακές απόλαυσης, που ένας έλεγε μέρα κι’ ο άλλος νύχτα, που ένας πήγαινε δεξιά κι’ ο άλλος αριστερά, που είχαμε διαφορετική αίσθηση της καθαριότητας και του συγυρίσματος, της διακόσμησης και της ανατροφής και της περιποίησης του σκύλου, που με λίγα λόγια δεν είχαμε τίποτε μα τίποτε κοινό. Το σημαντικό ήταν ότι ο Σσιατς μου επέστρεψε στους ζωντανούς, ότι η ψυχοσυναισθηματική μας ανεξήγητη σύνδεση κρατήθηκε σιδερένια και ότι στάθηκα εκεί προσπαθώντας να τον σώσω έστω κι’ την υστάτη βουτιά στα τάρταρα. Όλα έδειχναν ότι η προσπάθεια μου έτυχε. Ο Σσιατς ήταν ξανά ανάμεσα στους ζωντανούς και κάθε μέρα πιο δυνατός, κάθε μέρα μου έδειχνε με τον γερμανικό του τρόπο ακόμα περισσότερη αγάπη και αφοσίωση και έτσι άρχισε η ψυχούλα μου να κατεβαίνει στους κανονικούς της ρυθμούς, μετά από εξακόσιες τριάντα πέντε μέρες πορείας σ’ έναν άγνωστο κόσμο.


Διαβάστε πάρακατω...

Τετάρτη, 05 Αυγούστου 2009

Μαραθώνιος Διαδρομή… (3) Γεύση Εφηβείας

Έφυγε με την BMW του και λίγο μετά κτύπησε το τηλέφωνο… «άγγελε μου» άκουσα την φωνή του να μου λέει, «ήθελα απλά να επιβεβαιώσω τον αριθμό σου». Φιληθήκαμε τηλεφωνικά και συνέχισε τον δρόμο του προς το σπίτι κι’ εγώ προς το μπαράκι για να καταλαγιάσω την δίψα μου.

Κατέβασα δυο μπουκάλια αεριούχο νερό και γνωρίστηκα με την μπαργούμαν που ήταν περισσότερο μπάρμαν. Στα είκοσι λεπτά, φρέσκος και ανανεωμένος ξανάφυγα για το δάσος.
Περπατούσα ήρεμα και ικανοποιημένος, βασικά δεν έψαχνα πια για τίποτε άλλο αλλά ήταν νωρίς για να πάω στο σπίτι, έτσι απολάμβανα χωρίς εξαναγκασμούς την βραδιά. Άρα άφησα την περιέργεια μου να με καθοδηγήσει ξανά στο Όρος των αναστεναγμών. Ένιωθα βασικά τελειωμένος για το βράδυ αλλά αυτή η γαμημένη η περιέργεια και το κλασσικό χαρακτηριστικό του γκέι να ψάχνει συνεχεία για ακόμα πιο καλό πήδημα, πιο μεγάλο πέος, πιο εξιταρισμένη εμπειρία, μ’ έκανε να ξεχνώ την κούραση και να συνεχίσω την αναζήτηση του επόμενου οργασμού.

Ανέβηκα στον αμμόλοφο και αντιλήφτηκα μια αγέλη από ύαινες να καραδοκούν για θύμα. Προχώρησα αδιάφορος γυρνώντας άσκοπα μέχρι που αντιλήφτηκα δυο νεαρά ημίγυμνα κορμιά στον κορμό κάποιου δέντρου. Γύρισαν και οι δυο και με κοίταξαν όσο καλά μπορούσαν κάτω απ’ το ημίφως του μισοφέγγαρου.


Προχώρησα παρακάτω σ’ έναν άλλο κορμό και στάθηκα εκεί, μαρκάροντας την περιοχή μου σαν σκύλος που έχει κατουρήσει στον κορμό του.
Το ένα από τα δυο ημίγυμνα κορμιά εγκατέλειψε τον κορμό του και ήρθε προς το μέρος μου. Στάθηκε σχεδόν δίπλα μου και με έβλεπε επίμονα στα μάτια. Τον έβλεπα κι’ εγώ, δεν μπορούσα να αντιληφτώ αν ήταν αξιόλογη εμφάνιση η όχι. Ήταν μόνο μ’ ένα μαγιό, κατά τα αλλά γυμνός, χωρίς παπούτσια. Φαινόταν πολύ νέος, δεν μπορούσα όμως να προσδιορίσω την ηλικία του παρά μόνο συν πλην δέκα χρόνια… Ακριβέστατος υπολογισμός…

Τον έβλεπα με έβλεπε τον έβλεπα με έβλεπε. Ξεματιαστήκαμε. Ήρθαν κι’ άλλα όρνεα στον περίγυρο κι’ ένιωθα τα σάλια τους να μας πνιγούν νοερά. Ξαφνικά ο μαγιωμενος έπεσε στα γόνατα μου άνοιξε την στρατιωτική βερμούδα που φορούσα και άρχισε εργολαβία. Δεν ήμουν βέβαιος να έπρεπε να ενθουσιαστώ η να βαρεθώ άλλα τον άφησα να συνεχίσει, ήμουν περίεργος κατά ποσό θα με άναβε. Και άρχισε παράλληλα να χρησιμοποιεί τα χεριά του. Το κονσέρτο συνεχίστηκε για αρκετή ώρα, οι υπόλοιποι μαζεύτηκαν πιο κοντά, ο κλοιός στένευε, το ακροατήριο πλήθαινε κι’ ο ημίγυμνος συνέχιζε ένα έργο πλήρους επαγγελματισμού, τόσου που ακόμα κι’ ο Γκρήκστορης έμεινε άναυδος.

Τον διέκοψα και του έκανα νόημα να πάμε σ’ ένα πιο απομονωμένο σημείο. Φτάνοντας επιτέλους μόνοι μας σε ένα σκοτεινό κι’ απομονωμένο μέρος του δάσους των αισθήσεων, συνέχισε ένα έργο που μόνο πρύτανης πανεπιστημίου μπορούσε να διεκπεραιώσει.. Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες να μην ανακατευτούν τα στομάχια των συντηρηκλων.

Καταφέρνοντας να με ανάψει και τελειώνοντας ένα φανταστικό δρόμο αισθήσεων και με έσπρωξε να τον ρωτήσω την ηλικία του. Και μου την είπε. Και με έλουσε κρύος ιδρώτας. Δεν είχε ακόμα τελειώσει την εφηβεία του. Του έβγαλα καπέλο για τις ικανότητες του.
Και μου απάντησε απλά και κουλ ότι είναι στην πιάτσα από τα δεκατρία του….

Κοκκαλο ο Γκρήκστορης. Στήλη άλατος. Μου έδωσε από μόνος το τηλέφωνο του. Τον αποχαιρέτησα μ’ ένα θερμό φιλί στην γλώσσα με το σκουλαρίκι και κατευθύνθηκα προς το αυτοκίνητο. Ήμουν ένα ενθουσιασμένο, πολυπηδημενο πτώμα. Άλλα ο μαραθώνιος μου δεν έλεγε ακόμα να τελειώσει.


Διαβάστε πάρακατω...

Κυριακή, 02 Αυγούστου 2009

Μαραθώνιος Διαδρομή…(2) Η διάμετρος του Φιγκαρό

Έφυγε σχεδόν τρέχοντας κι’ εγώ τον ακολούθησα, δηλαδή ακολούθησα απλά την ίδια κατεύθυνση πολύ νωχελικά, λίγο ιδρωμένος και κορακιασμένος απ’ την δίψα. Ήθελα να πάω στο απέναντι μπαράκι, το Surf and Sun να πιω και κάτσω λίγο μόνος να παρακολουθήσω τον κόσμο στο πήγαινε έλα.

Έρχονταν διάφοροι μα δεν τους έδινα σημασία, ήθελα απλά κάπου να κάτσω. Καλό το πρώτο τεκνό που μπαλαμουτιάστηκα αλλά τώρα ήθελα μια κάποια ησυχία. Φτάνοντας στον χώρο στάθμευσης κοντοστάθηκα για λίγο προσπαθώντας να αποφασίσω τι θα κάνω με το υπόλοιπο βράδυ. Όπως σκεφτόμουν όρθιος και ιδρωμένος ήρθε προς έμενα: κι’ αυτός νεαρός, με κοντό παντελονάκι, μαλλί βαμμένο ανταύγειες ξανθό, αμάνικο μαύρο μπλουζάκι και φάτσα κυπριακή και γαμάτη. Με είδε και είδε ότι τον είδα και στάθηκε αμέσως δίπλα μου. Ήταν κούκλος τώρα που τον έβλεπα από κοντά.

- Τι γίνετε;
- Βράζει και χύνεται, τι να γίνετε ρε φίλε; Καλά, μια χαρά εσύ;
- Καλά λέμε. Θες να πάμε παρακάτω μόνοι μας;
- Και μετά;
- Μετά φίλε μου ότι ήθελε προκύψει. Ότι θες εσύ κι’ η ψυχή σου.

Κόκκαλο ο Γκρήκστορης. Δεν είχα ξαναζήσει τέτοια ευθύτητα. Κατ’ ευθείαν στο ψητό ο μικρός και μάλιστα χωρίς περιστροφές. Φανταστικό. Προχωρήσαμε μαζί και με έβλεπε συνέχεια.

- Είσαι παίδαρος, μου είπε
- Μα ποιός εγώ;
- Ε ναι ρε εσύ
- Μα είσαι καλά; Βλέπεις καλά τέτοια ώρα;
- Γιατί; Μιλάμε μόλις σε είδα είπα ότι θέλω να σε πάρω απόψε αλλιώς δεν θα έβρισκα ησυχία.

Φοινικιά ο
Γκρήκστορης. Δεκάμετρη!

- Κι’ εσύ είσαι πολύ σεξουαλικός. Με ερεθίζεις αφάνταστα
- Εμείς οι δυο θα περάσουμε πολύ καλά αγόρι μου.

Πως πεθαίνω όταν μου μιλούν έτσι. Λιώνω, γίνομαι ένα με το έδαφος. Καθ’ οδών μιλήσαμε λίγο τα κλασσικά, το πόθεν εσχες. Μου έμεινε στο θυμητικό ότι ήταν κομμωτής κι’ αυτό γιατί δεν ξέρω πολλούς κομμωτές που να’ ναι στρέητ λούκιν αλλά γκέι εξαιρούμενου του Σσιάτς.

Φτάσαμε σ’ έναν κορμό με έναν προβολέα του παρακειμένου ξενοδοχείου να δημιουργεί σκιές και να μας κρύβει. Δεν πρόλαβα να προσανατολιστώ είχε χώσει το πρόσωπο του στο δικό μου και ανάπνεε για μένα. Με φιλούσε παθιασμένα, σαν άνθρωπος που ψάχνει για οξυγόνο. Παράλυσα.

- Γυμνάζεσαι; Με ρώτησε
- Λίγο
- Τι λίγο ρε κούκλε; Αυτή είναι σωματάρα, κοίτα στήθος που έχεις.

Τι έγραψα πιο πάνω; Φοινικια; Να ξεχαστεί. Βρισκόμουν σε πτήση στα δέκα χιλιάδες μέτρα, αχαλίνωτο το εγώ πια του
Γκρήκστορης.

- Μόλις σε είδα είπα αυτός ο άντρας είναι ο τύπος μου.

Δεν με άφησε να πω τίποτε, συνέχισε να με ρουφά. Εγώ στο παραλήρημα, τον άφησα να κυβερνά.

Όπως με φιλούσε άγρια και αχαλίνωτα κατέβασε το παντελονάκι και απελευθέρωσε μια τερατογένεση σε σχήμα μπανάνας που είχε καλλιεργηθεί με μεταλλαγμένα γονίδια και με διάμετρο που έκανε την χούφτα μου να μην κλείνει. Ξανά κόκκαλο ο
Γκρήκστορης. Όχι μόνο κόκκαλο αλλά και συνεπαρμένος που βρήκε έναν απρόσμενο παράδεισο, μια τελειότητα, ένα όνειρο να τον περιμένει.

- Όλος δικός σου φιλέ μου. Για σένα και για κανέναν άλλο.

Πως λιώνω όταν ακούω κάτι τέτοια. Έκανα την γνωριμία μου μαζί του και άκουγα τον άλλο να αναστενάζει λέγοντας:

- Σπάνια βρίσκω άντρακλες που ξέρουν πώς να τον χειριστούν

Για μένα μιλούσε; Παιδί μου εγώ για σένα να γίνω χαλί να με πατάς όλη μέρα… εγώ για σένα θα πάθω έρωτα, έτσι δεν τραγουδούσε η Αλεξίου;

Συνέχισα μια παρατεταμένη σε βάθος γνωριμία με τον εκρηκτικό του αντρισμό. Μπορεί να πάθαινα λαρυγγίτιδα αλλά χαλάλι. Το παιγνίδι συνεχίστηκε με τον
Γκρήκστορης να κινείται πάνω κάτω και να ικανοποιεί τον Φιγκαρό εναλλάξ σε στόμα και σκέλια. Ο Φιγκαρό βρισκόταν σε Νιρβάνα. Με άρπαξε άγρια με τα χεριά του, άγγιζε τους μυς του κορμιού μου αρπακτικά, τους τραβούσε με άγριο πάθος και δεν ήξερε που να αρχίσει και τι να τελειώσει. Ο Γκρήκστορης το ίδιο. Ήταν Χάι. Δεν πήρα ποτέ ναρκωτικά αλλά αν η επίδραση τους είναι ακριβώς αυτή καταλαβαίνω τους ναρκομανής του κόσμου τούτου, δεν εγκρίνω βέβαια.
Μετά από αρκετή ώρα μάχης με την υλη των κορμιών μας μου είπε το εξής:

- Είμαι ενενηνταεννια τα εκατό παθητικός και θέλω σχεδόν αποκλειστικά να με παίρνουν, αλλά φίλε μου εγώ εσένα θέλω να σε πάρω, να μπω μέσα σου και να σε κάνω δικό μου.

- Άντε κάντο, τι το σκέφτεσαι;

Με γύρισε απότομα στο κορμό του δέντρου και με κατάκτησε με μια πρωτόγνωρη αγριάδα. Τον δέχτηκα σαν να ήμουν φτιαγμένος μόνο γι’ αυτόν. Ενωθήκαμε σ’ έναν ρυθμικό χορό που κράτησε ώρα και δεν θέλαμε να σταματήσει για τίποτε στον κόσμο. Η έκρηξη ήρθε σχεδόν ταυτόχρονα καθώς τα χείλη μας κόλλησαν ρουφώντας ο ένας το πάθος του άλλου.

Μετά την έκρηξη ακλούθησε το αμοιβαίο γέλιο. Με έβλεπε στα μάτια και έλαμπε, τον έβλεπα στα μάτια και ήμουν γεμάτος ευγνωμοσύνη. Προχωρήσαμε μαζί στο αυτοκίνητο του.

Σταματούσαμε, ανταλλάσσαμε φιλιά και προχωρούσαμε. Κάναμε μίση ώρα να περπατήσουμε τα τριάντα μέτρα. Μιλήσαμε αρκετά και ανταλλάξαμε τηλεφωνά. Με έβαλε στην BWM του και με πήρε στο δικό μου αυτοκίνητο. Κι’ όλη την ώρα με αποκαλούσε άγγελε μου. Και ήταν στ’ αλήθεια αυτός ο άγγελος.

Δυο πόρνες της νύχτας που ερωτεύτηκαν παροδικά η μια την άλλη.


Διαβάστε πάρακατω...

Σάββατο, 01 Αυγούστου 2009

Μαραθώνιος Διαδρομή… Εκκίνηση(1)

Κάθομαι μεσημεριάτικα στην βεράντα του σχεδόν παραλιακού μου σπιτιού (καλά δέκα λεπτά με τα πόδια από το δασουδι, στρατηγική θέση), αγναντεύω την μεσόγειο μισοπνιγμενη στην υγρασία της ατμόσφαιρας που μας έχει πηδήξει και χωρίς αυτήν όμως η Κύπρος δεν θα λογιζόταν Κύπρος, νιώθοντας τις σταγόνες του ιδρώτα να κυλαν ηδονικά στο κορμί μου (το ηδονικά ήταν απλά σχήμα λόγου) και σκεπτόμουν με τρομερή και απερίγραπτη ικανοποίηση την χθεσινή νύχτα.

Επέστρεψα στις δυο το πρωί εξαντλημένος, μπήκα στο σπίτι σαν γάτα μην ξυπνήσω κανένα και κατευθύνθηκα στο μπάνιο να ξεπλύνω τα ξεραμένα υγρά που κόλλησαν πάνω μου στην πέμπτη σύμπτυξη της βραδιάς. Ο μαλακας δεν είχε τίποτε καλύτερο να κάνει από το νιώσει αφέντης και άντρακλας τελειώνοντας στο λαιμό και στο στήθος μου χωρίς προειδοποίηση (αυτό δεν είναι αλήθεια, το κατάλαβα και μπορούσα να αποτραβηχτώ, απλά δεν ξέρω γιατί δεν το έκανα). Αυτά έχει το επάγγελμα. Δεν μπορώ να προβλέπω όλες τις πιθανές καταλήξεις. Ήταν όμως και ο πέμπτος στην σειρά, είχα εξαντληθεί…

Παίρνω τα πράγματα απ’ την αρχή. Πέρασα κάποια ώρα στο ιντερνέτ και εκεί που δεν το περίμενα βρέθηκα να έχω στ’ αλήθεια πέντε ραντεβού. Γρηκστορης έχεις ρέντα. Εκμεταλλέψου το τώρα που μπορείς. Τα έκανα όμως θάλασσα με τις ώρες γιατί κάπου έχασα λογαριασμό, τελικά εκνευρίστηκα και τα ακύρωσα όλα.

Στις δέκα κατέβηκα κάτω στο συνηθισμένο μέρος. Ήμουν μονός και πάλευα να μην πέσω σε κατάθλιψη, κι’ αυτό από την μέρα που κατέβηκα στο νησί. Είμαι πια συνηθισμένος σε αυτή την διαδικασία. Πάντα θέλω κάποιες μέρες μέχρι να παραμερίσω τα γερμανικά στο πίσω μέρος του μυαλού μου και να αρχίσω να απολαμβάνω τα ντόπια και τα για μένα απλά καθημερινά του νησιού, Αυτή την φορά τραβώ όμως ζόρι (και ποτέ δεν τράβηξα;). Θα τα πω άλλη ώρα…

Περπάτησα μονός αγναντεύοντας το φεγγαροφως, την αντανάκλαση του στα κύματα, τις οπτασίες των πλοίων στο νερό και έδιωχνα σταδιακά τα γερμανικά απ’ το συνειδητό μου. Από πίσω μου άκουγα κάποια βιαστικά βήματα. Γύρισα και τον είδα να έρχεται στην κατεύθυνση μου. Πέρασε από δίπλα μου και τύλιξε το άρωμα του D&G που λούστηκε αφειδωλως. Ήταν γλυκός. Αυτό μόνο. Δεν ήταν Θεός, δεν ήταν Άδωνις, αλλά ήταν γλυκός να τον φας με το κουταλάκι. Ο Γκρηκστορης ανέλαβε δράση. Τον ακλούθησα. Περπατούσε, περπατούσε και δεν είχε τέλος, δεν γύρισε ούτε μια φορά πίσω να με προσέξει. Αν είναι δυνατόν. Χαλοου;
Συνέχισα ακάθεκτος πίσω του. Μετά από κάποια ατέλειωτα λεπτά κατέβηκε στην αμμουδιά και κοντοστάθηκε βλέποντας στην θάλασσα. Στάθηκα πίσω του σε απόσταση ασφάλειας. Κτύπησε το κινητό του και απαντώντας το άκουσα τα κυπριακά του, άρα ήταν πατριώτης. Έμεινα πίσω μέχρι να τελειώσει την συνομιλία του, την όποια άκουσα λέξη προς λέξη, καθώς προσπαθούσε να κρύψει από κάποιον που προφανώς τον ρωτούσε επίμονα που βρισκόταν, τον τόπο παραμονής του και όταν τέλειωσε συνέχισε πιο αργά τον δρόμο του. Ναι με είχε προσέξει αλλά έκανε τον αδιάφορο. Αλλά ο Γρηκστορης είναι σαν την Μαύρη Χήρα: Μόλις δει το θύμα του απλώνει τον ιστό του και δεν του φεύγει τίποτε (να θυμηθείτε μετά θάνατο να μου κάνετε ανδριάντα).

Κρύφτηκε στις φυλλωσιές των ακακιών κι’ έβλεπε ξανά την θάλασσα καθώς τον πλησίαζα από πίσω σαν πούμα, αθόρυβος κι’ έτοιμος να χιμήξει. Έμεινε εκεί σταθερός, στύλος μιλάμε. Τον πλησίασα από πίσω, έβαλα την χούφτα μου ανάμεσα στα σκέλια του και γεύτηκα παράλληλα τον λαιμό του με την αρμάρι του γεύση. Ένιωσα τα σκέλια του να φουσκώνουν σε προκλητικό όγκο και άνοιξε χωρίς πολλά πολλά την βερμούδα , απελευθέρωσε ένα εκρηκτικό και διψασμένο κορμί και με ανάγκασε να σκύψω.

Μου μιλούσε βρώμικα στ’ αγγλικά και εγώ έπαιξα το παιγνίδι του. Ήταν νεαρός και διψασμένος και οι δίψες μας ταίριαξαν απόλυτα. Το πάθος μας κράτησε δεν κράτησε μίση ώρα και ήταν ζωογόνο, γεμάτο εξισορρόπηση ορμονών. Και ήταν πάθος με τα όλα του. Τελειώνοντας με φίλησε παθητικά, με αποχαιρέτησε και έφυγε να πάει να βρει τον εραστή του.


Διαβάστε πάρακατω...

Νεαρός, ψήλος, όμορφος, έξυπνος με επίπεδο ψάχνει…

Περπατούσα με την γριά στο μονοπάτι το πονηρό και το ημιφωτισμενο. Ο χρόνος δεν περνά απ’ το δασουδι, παραμένει στάσιμος, και πέρσι έτσι καιρό εδώ ήμουν κι’ έπνιγα το δράμα μου στους θάμνους και τις αμμουδιές.
Φέτος τα ίδια. Δεν λέω αν το δράμα συνεχίζεται. Θα τα πω άλλη ώρα. Ένα είναι σίγουρο: τα δράματα είναι πολυπρόσωπα…

Ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση. Είχε παράστημα ο άτιμος, ήταν λεπτός, με μουσάκι γκοουτι (πως το λένε αυτό στα ελληνιστι;), πυκνό μαλλί και αντράκι. Άφησα την γριά σύξυλη και τον ακολουθησα εντελώς απροσποίητα και αδιάκριτα. Περπάτησε δήθεν αδιάφορα το δρόμο του μέχρι που έφτασε σ’ ένα κομμάτι σκοτεινό, σταμάτησε για λίγο, έκανε στροφή και ερχόταν προς την κατεύθυνση μου. Ενστικτωδώς έστριψα δεξιά το ανήφορο πάνω προς τον λόφο των περιπτύξεων. Και εντελώς, μα εντελώς τυχαία με ακλούθησε σαν να είχαμε τον ίδιο σκοπό: τον Γολγοθά του Σεξ!
Έκανε πως προχωρούσε μα κοντοστάθηκε. Εγώ προχώρησα κανονικά στον επόμενο κορμό. Πέρασε έμενα και τον κορμό και στάθηκε στον επόμενο κορμό, που ήταν λυγισμένος σαν σαιζ λονγκ και άπλωσε την κορμάρα του στην κλίση του κορμού με το ένα γόνατο λυγισμένο. Τα τριχωτά πόδια του ήταν για τα μάτια μου πολύ ερεθιστικά. Εγκατέλειψα τον κορμό μου και κατευθύνθηκα στον κορμό του, έκανα να τον περάσω μα στάθηκα πίσω του. Γύρισε αμήχανα, με κοίταξε, μόλις συνάντησε το βλέμμα μου γύρισε φοβισμένος από την άλλη. Έμεινα εκεί σταθερός, ξαναγύρισε, με κοίταξε πιο σταθερά αυτή την φορά και μου χαμογέλασε.

Του χαμογέλασα πίσω, δυο λαμπερές οδοντοστοιχίες συναντούσε η μια την άλλη. Κάτι μου ψιθύρισε, δεν κατάλαβα, το έκανα μέθοδο μου να μην μιλώ στα σκοτεινά του δασουδιου, ακολουθω την γερμανική μέθοδο: χαμογελώ, καθηλώνω το θήραμα με το βλέμμα μου και όπου το βλέπω προχωρω και το χουφτώνω ανάμεσα στα σκέλια. Οι πιθανότητες επιτυχίας της μεθόδου αιφνιδιασμού είναι σχεδόν εκατό τα εκατό. Οι άλλες συνήθως επιτυχαίνουν. Αρχίζουν συνήθως με ένα θρυλικό «νταμπο», η ένα «νταμπου κάμνεις» η ένα ακόμα πιο ξενέρωτο «είσαι καλααα;» η το χειρότερο ακόμα «τι κάμνεις εδώ;». Εδώ προσέχουμε το μίγμα διαλέκτων: τι (ουδέτερο) κάμνεις (κυπριακοκαλαμαριστικο μιξάζ) εδώ (ουδέτερο). Δηλαδή ο τύπος έχει μάλλον τατς από τα ακάμωτα. Και βασικά όλοι οι μέθοδοι είναι για κλάματα. Ενώ αν δεν λες τίποτε και προχωρήσεις με το χούφτωμα το αιφνιδιαστικό ο μέσος κύπριος πέφτει ξερός και παραδίδει τα όπλα.

Προχώρησα κι’ εγώ λοιπόν με την επιτυχημένη μου μέθοδο και τον χούφτωσα. Μου χαμογέλασε αμήχανα και δεν αντίδρασε. Ακλούθησε η στάνταρντ η ερώτηση τι κάμνω εδώ. Τι θες να κάνω ρε φιλέ εδώ και τέτοια ώρα; Απλώνω τραχανά.

Δεν άφησα όμως το επίπεδο ακόμα να πέσει. Μπήκα κατευθείαν στο ψητό για να επακολουθήσει η ερώτηση από αυτόν αν έχω δικό μου χώρο. Όχι δεν είχα δικό μου χώρο, αυτό ήταν δυστυχώς ένα μειονέκτημα όταν μένεις με μαμά και αδελφό. Να τους πάρω τον άγνωστο βραδιάτικα στο σπίτι και αν αρχίσουμε τα βογγητά δεν έλεγε. Να μην αναπτύξω το γιατί τώρα.

Δεν είχε ούτε αυτός δικό του χώρο. Καλά, δεν γνώρισα και κανέναν στο δασουδι που να έχει δικό του χερούκλα εγώ δεν έχω γιατί με έφαγαν οι Ναζί. Αυτοί αφού τόσο πολύ ποθούν τους δικούς του χώρους γιατί δεν αποκτούν έναν; Αλλά που να αφήσουμε το πλύσιμο, το σιδέρωμα, το χάιδεμα και το φαγητό της μαμάς; Δεν το κατακρίνω, κι’ εγώ έτσι θα έκανα για κάποιο διάστημα σίγουρα. Αλλά δεν θα απαιτούσα κι’ από τον μέλλον τυχόντα πηδακουλα μου να έχει δικό του χώρο. Στο κάτω κάτω έτσι θα έβγαινε το δασουδι σύνταξη. Και τι θα κάναμε χωρίς δασουδι;

Πιάσαμε την ψιλοκουβέντα με έναυσμα το θέμα του χώρου. Τον παρατηρούσα παράλληλα και μου άρεσε όλο και περισσότερο στο μισοφως του φεγγαριού. Είχα κάτι ο άτιμος, κάτι γοητευτικό, κάτι το άπιαστο που με εξίταρε. Προσπάθησα να αγγίξω τα χείλη μου στα δικά του και το απέφυγε. Φατο το μπουγελωμα Γκρηκστορης. Μου εξήγησε ότι είχε πολύ κόσμο και δεν ένιωθε άνετα. Άντε πάλι…
Και καλά ρε γαμωτο. Αφού ολοι έχετε πρόβλημα με τον πολύ κόσμο (που εγώ για να’ μια και ειλικρινής δεν τον είδα πουθενά) γιατί έρχεστε εδώ; Τι περιμένετε να βρείτε; Μοναστήρι και ασκητισμό;

- Ξέρεις δεν νιώθω άνετα εδώ με τόσους να κυκλοφορούν;
- Πουντους; (αλλά δεν το είπα δυνατά). Ναι σε καταλαβαίνω (παπαρια καταλάβαινα αλλά έπαιζα κι’ εγώ το θέατρο μου, θήραμα ήταν αυτό…)
- Ξέρεις εδώ δεν μπορώ να κάνω τίποτε. Έχω ένα επίπεδο, ένα στάνταρντ και δεν μπορώ να πέσω απ’ αυτό και να κάνω κάτι εδω. Καλυτέρα να μην κάνω. Το παν είναι να κρατάς το επίπεδο και τις αξιώσεις στην ποιότητα.
- (Ναι και να μένεις αγάμητος) Ναι έχεις δίκαιο…

Σιωπή ιχθύος. Έβλεπε στο άπειρο του ουρανού με τα’ άστρα. Τι έψαχνε εκεί να δει; Το επίπεδο που είχε;
Έμεινα κοντά του λίγα λεπτά. Η γριά πηγαινοερχόταν ανυπόμονα γιατί είχε ήδη καταλάβει ότι δεν θα πρόεκυπτε τίποτε. Μίλησα.

- Σε αφήνω μόνο να αποφασίσεις ποσό επίπεδο και ποιότητα θέλεις για απόψε και αν θέλεις μου ξαναμιλάς αργότερα.

Και τον άφησα πλαγιαστό στον κορμό του δέντρου να αναζητά το επίπεδο του Σαρτρ στο δασουδι της Λεμεσού.
…..


Διαβάστε πάρακατω...

Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2009

Η δασκάλα

Είχα κατεβάσει δυο ποτήρια Cabernet Sauvignon κρύο και ήδη ψιλοεβλεπα καλύτερα τα αστέρια στον ουρανό. Καθόμαστε στο Surf and Sun απέναντι από το δασουδι και είμαστε οι μόνοι πελάτες: εγώ κι’ η γριά. Μισή ώρα μετά κατέβηκε κι’ ο ας τον πω Γιώργο.
Αφού στανιαραμε τραβήξαμε πρόσω ολοταχώς για το Όρος της αμαρτίας η μάλλον της σωτηρίας και της εξισορρόπησης, τουτέστιν δασουδι.

Η κίνηση ήταν ελάχιστη κι’ αυτή που ήταν καλύτερα να μην ήταν. Τι γίνεται ρε γαμωτο; Αντί οι νέοι να είναι μέσα στα γυμναστήρια όλη μέρα είναι πάνω απ’ το τηγάνι της μάνας τους και οι έξη τους κοιλιακοί γίνονται σταδιακά ένας και ξεχειλωμένος.
Η γριά κι’ ο Γιώργος έφυγαν σχετικά νωρίς, εγώ έμεινα να κλείσω το μαγαζί.

Πάνω κάτω πάνω κάτω. Ναι έψαχνα μεν για σεξ αλλά δεν με πείραζε αν δεν έβρισκα και τίποτε, απολαμβάνω αυτόν τον μικρό παράδεισο τις καλοκαιρινές νύχτες της Κύπρου.
Τα μάτι μου έκοψε την σκιά του. Φορούσε καπελάκι του μπέιζμπολ (τι λόξα κι’ αυτή) είχε βγάλει το μπλουζάκι του πάνω απ’ το κεφάλι και φαινόταν σαν να φορούσε στηθόδεσμο της πλάτης (άλλη λόξα κι’ αυτή: βγαλτο χριστιανέ μου το μπλουζάκι, κρέμασε το στην μέση και δείξε μας έτσι την κορμάρα την δολοφονική. Τι το μισοβγαζεις δηλαδή; Κόπος είναι να βγει ολόκληρο; Ή μάλλον μαγκιά νάναι μισιβγαλτο;).

Τον πλησίασα, τον ερεύνησα και στεκόταν παθητικά μια μου χαζοχαμογελουσε. Ε ρε αθάνατε Κύπριε. Το αναγνώρισα με την δεύτερη ματιά που του έριξα: Ήταν η δασκάλα από πέρσι.
Πέρσι έτσι καιρό τον είχα συναντήσει για πρώτη φορά. Μου έκανε για την ηλικία του εντύπωση το σώμα του: γυμνασμένος, σφικτός, δέλτα πλάτες, μέση δακτυλίδι και θα ήταν τουλάχιστον από το πρόσωπο γύρω στα τέλη σαράντα αρχές πενήντα. Ίσως να έκανα και λάθος αλλά συνήθως δεν πέφτω έξω. Πέρσι δεν ήταν δύσκολος. Με είδε, τον είδα, έμεινε σαν άγαλμα και ανέλαβα εργολαβία. Του άνοιξα το παντελόνι, έλεγξα τα στατιστικά του στοιχεία, ενέκρινα, έπεσα στα γόνατα και ακολούθως του πρόσφερα την πόρτα του παράδεισου. Αυτό επαναλήφτηκε τουλάχιστον τρεις φορές.

Μέσα σ’ αυτό το διάστημα έπεσαν και οι δραστηριότητες ΚΥΠ. Συνάντησα τον φίλο μου τον Γιουγκοσλάβο (καλά τώρα λέγονται Σέρβοι). Αυτός δεν μου έκατσε ποτέ. Στην αρχή το πήρα προσωπικά, υπέφερα. Αργότερα έμαθα ότι του άρεσαν τα πουρά. Άρα θα το θεωρούσα προσβολή να πήγαινε μαζί μου, ήταν όμως κούκλος ο άτιμος, είχε αυτό το τσιγγάνικο πάνω του. Κι’ αυτός της ίδιας παράταξης με την δασκάλα. Πάνω στην κουβέντα τον ρώτησα για τον τύπο με το καπελάκι. Έμαθα ότι ήταν δάσκαλος, στ’ αλήθεια γύρω στα πενήντα, καλοδιατηρημένος και παντρεμενος…με γυναίκα τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια. Κάποια βράδια της εβδομάδας ξεφεύγει από τον κέρβερο του και την βγάζει στο δασουδι ψάχνοντας τεκνά σαν κι’ έμενα ή χειρότερα για να ικανοποιήσει την καταπιεσμένη, φυλακισμένη του πλευρά. Ο καθένας τα δικά του.

Κι’ ο Γιουγκο μου αυτό ηταν ακριβώς: Κι’ αυτός παντρεμένος με γένος θηλυκό, που σχεδόν κάθε βράδυ το εγκατέλειπε μόνο του στο κρεβάτι κι’ έψαχνε αναντικατάστατα του πάτερα και του παππού του να εκσπερματώσει πάνω τους. Άβυσσος η ψυχή μας και δεν υπάρχει καμιά θεωρία να την εξηγήσει.

Ψες ξαναείδα την δασκάλα. Και προψές και το πρώτο βράδυ τιμητική μόλις έφτασα στα πάτρια εδάφη. Αλλά αυτή την φορά δεν με κατάλαβε η δεσποινίς και μου το έπαιζε ντίβα. Με παραγνώρισε. Περνούσε από δίπλα μου και δεν μου έδινε σημασία. Τι; Πως το εννόησε δηλαδή αυτό; Καμιά σημασία; Δεν θα το άφηνα να περάσει απαρατήρητο με τίποτε.

Τον πλησίασα κάτω στην παράλια, τον διάκρινα από τις αντανακλάσεις των φώτων του λιμανιού στα ήρεμα νερά της θάλασσας. Στεκόταν εκεί και χαζοχαμογελουσε. Τι χαμογελάς ρε μαλακα; Κάνε κάτι, τι ήρθες να κάνεις εδώ. Συνομιλίες με τον Ταλατ; Τον άγγιξα στο στήθος, αναστέναξε, σαν την Βουγιουκλάκη στις νερόβραστες της ταινίες. Το μπλουζάκι στηθόδεσμο, το καπελάκι καπελάκι. Του άνοιξα το παντελόνι και αυτό που απελευθερώθηκε ήταν η μοναδική δικαιολογία την ανοχής μου. Επικοινώνησα μαζί του προφορικά μέχρι βάθους, μέχρι τον πυθμένα της αχαλίνωτης δίψας μου. Αλλά παράλληλα τον υποτιμούσα εντελώς. Στεκόταν εκεί αναστέναζε παθητικά και δεν έκανε τίποτα. Τον προκάλεσα να προχωρήσει.
- Μα….
- Τι μα;
- Μα…εχει κόσμο και μπορεί να μας δει…
- Καλά πέρσι δεν είχε κόσμο; Ήταν όλοι φυλακή;
- …..
- Εεεε;
- Μα….

Μανατζι και πιτατζι.
Συνέχισα αυτό που άρχισα. Τελειώνοντας είπα:

- Παρά τίποτα καλό ήταν κι’ αυτό.
- Γιατί αυτό δεν σου άρεσε;
- Όχι
- Τι εννοείς;
- Ότι είσαι άσχετος, έχε χάρη που είχα εγώ ανάγκη αλλιώς δεν σου καθόμουν
- Μα αν δεν μου άρεσες δεν θα το κάναμε ούτε κι’ αυτό
- Α καλά, να είμαι κι’ ευγνώμων. Άκου ρε φιλέ. Τι πάει να πει έχει κόσμο; Τα αλλά βράδια που ξεσκίζεσαι πριν πας να κοιμηθείς με την γυναίκα σου ο κόσμος δεν υπάρχει; Μην χεσω. Δεν μπορώ αυτές τις αδελφίστικες υποκρισίες. Αν δεν σ’ άρεσε ο κόσμος, δεν θα ερχόσουν εδώ. Άσε, εμείς δεν κάνουμε. Βρες άλλους να κάνεις τις μαλακιες σου.
Κόκκαλο η δασκάλα. Τον ευχαρίστησα κι’ έφυγα. Τον ένιωθα να με βλέπει αποσβολωμένος.

Το χάρηκα όμως!


Διαβάστε πάρακατω...

Κυριακή, 26 Ιουλίου 2009

Η ζωή στον Άδη - Η επιστροφή της Περσεφόνης (4)

Επέστρεψα στην Γερμανία δυο μέρες μετά το εξιτήριο του Σσιάτς από την ψυχιατρική. Επέστρεφα πίσω και ήμουν, ένιωθα δηλαδή άλλος άνθρωπος. Ξαναγεννήθηκα.
Έφυγα χορτασμένος από αγάπη, από κατανόηση, από συμπαράσταση, έφυγα έχοντας επικυρώσει φιλίες που αναζωογονήθηκαν μετά από χρόνια λήθης (Κώστα μου, πάντα σε αγαπούσα σαν κάτι πολύ ιδιαίτερο – θα μιλήσω για τον Κώστα μελλοντικά, κι’ όχι ο άνθρωπος δεν είναι γκέι, είναι καρά στρέητ) και προ πάντων έφυγα με έναν καινούργιο αέρα αυτοπεποίθησης, ενός συναισθήματος που είχα χάσει εδώ και χρόνια, πνιγμένος στην μιζέρια μου και στα κτυπήματα του πεπρωμένου που εγώ είχα σχεδιάσει.

Η ξανά ανακάλυψη του εγώ ήταν πολύ αναζωογονητική. Ήταν σημαντικό να θέσω υπό εξέταση τις ουσιαστικές επαγγελματικές μου ικανότητες, μια ωθητήριος δύναμη για τα μελλοντικά μου σχέδια.


Έφτασα στο σπίτι στο Άαχεν και πριν ανοίξω καν την πόρτα είχα καταβληθεί από την κακιά προαίσθηση, από τις θύμησες των τελευταίων δυο χρόνων, δεν είχαν σβηστεί καμιά στιγμή απ’ το θυμητικό μου, απλά κάπου είχαν πνιγεί από την ευφορία του νησιού και των καινούργιων εμπειριών, τις είχα βάλει ακούσια σε αναμονή.

Και έβαζα το κλειδί στην πόρτα και όλες οι αναμνήσεις περνούσαν μπροστά μου ρεβού. Κατάλαβα διαισθητικά ότι κάτι δεν πήγαινε καλά αλλά ήμουν προετοιμασμένος, μιλάμε για εμπειρία, όχι παίξε γέλασε.

Ο Μπέννυ άρχισε να γαβγίζει σαν τρελός, με το ζόρι σηκώθηκε ο φτωχός απ’ το καλάθι, καταβεβλημένος από τους πόνους, βάζοντας τις τελευταίες του δυνάμεις να με υποδεχτεί. Ήταν πονεμένος και εξαντλημένος αλλά το βλέμμα του γεμάτο χαρά.
Κοίταξα μες στο διαμέρισμα και όλα τα σημάδια ήταν ξανά εκεί ή ακόμα εκεί: ασκούπιστο πάτωμα, σχετικά συγυρισμένη κουζίνα αφού η φίλη είχε ήδη κάνει την δουλειά της και η πόρτα του υπνοδωματίου κλειστή, που σήμαινε ότι ο Σσιάτς ήταν ξανά στο σπίτι και πάλι σέκος στο κρεβάτι – παλιά μου τέχνη κόσκινο.
Άνοιξα την πόρτα και είδα το πτώμα να αναπνέει…Ένα συνηθισμένο καλωσόρισμα. Ένας κόμπος μου έσφιξε τον λαιμό αλλά είχα γίνει γαϊδούρι, άντεχα όπως φαινόταν πολύ περισσότερο απ’ ότι ήθελα να παραδεχτώ. Έκλεισα την πόρτα, έπαιξα με τον σκύλο, άνοιξα την βαλίτσας, έβαλα τα κυπριακά προϊόντα στο ψυγείο (σσιεφταλιές, χαλούμια κλπ.), πήρα τα πράγματα του ύπνου και έπεσα στον καναπέ για να κοιμηθώ.

Καλωσόρισα στην Γερμανία, στο σπίτι μου…

Ο Σσιάτς σηκώθηκε την επόμενη το μεσημέρι σε κατάσταση κλασσική…Κι’ εγώ κλασσικά τα πήρα πάλι ανάποδα και άρχισα κλασσικά ξανά να τσιρίζω…σαν ελληνικό δράμα δεν είναι όλα αυτά; Που είναι ο Κακογιάννης να γυρίσει τον Φαίδρο;

Σαν τον μύθο του Άδη και της Περσεφόνης, δεν κράτησε η έξοδος του πολύ. Ξαναμπήκε στον Άδη και έπεσε στην γη, στο σπίτι μας δηλαδή, ξανά χειμώνας. Έφυγε και τ’ όνειρο, χάθηκε κι’ η ελπίδα. Αλλά δεν απελπίστηκα, κάπου ικανοποιήθηκα για να ‘μαι ειλικρινής. Τι θα έκανα αν άλλαζε η ζωή μου ξαφνικά; Αν γινόταν καλύτερη υποθετικά; Δεν μπορούσα να την ζήσω γιατί δεν ήξερα να ζήσω μια καλύτερη ζωή. Άρα ικανοποιήθηκα που ο Σσιάτς δεν ήταν καλά, γιατί ξέχασα πως ήταν η άλλη όψη του νομίσματος. Τι θα έκανα λοιπόν χωρίς βαρβάρους; Κάτι ήξερε ο Καβάφης…

Είχα φτάσει κάπου μέσα σε Σαββατοκύριακο, δεν θυμάμαι καλά, πάνε τόσοι μήνες τώρα. Ανάμεσα σ’ αυτά που έφερα από την Κύπρο ήταν και έξη πακέτα Ζάναξ για έναν ολόκληρο χρόνο, με το σκεπτικό ότι ποτέ δεν ξέρεις τι θα προκύψει, στο κάτω κάτω ζούσα κάτω από συνθήκες πολέμου, έπρεπε να είμαι εξοπλισμένος.

Σαν λαγωνικό που μυρίζει το θήραμα ο Σσιάτς ανακάλυψε σε χρόνο ντε τε τα κρυμμένα κουτιά Ζάναξ. Και σε χρόνο ντε τε, δηλαδή μέσα σε δυο μέρες κατέβασε πάνω από σαράντα χάπια. Κρυφά από μένα εννοείται.
Όταν το ανακάλυψα τα χάπια είχαν ήδη αποχαιρετίσει τα εγκόσμια και έμεινα βασικά σοκαρισμένος και παγωμένος. Έφτασα στο αμήν. Στ΄αλήθεια δεν άντεχα άλλο. Αποφάσισα να πάρω κάποια βασικά και να πάω να μείνω σε κάποιους γνωστούς η σ’ ένα ξενοδοχείο μέχρι να δω τι θα γίνει.

Αν διαισθάνθηκε αυτή την απόφαση μου η όχι δεν ξέρω, εγώ δεν την είχα ανακοινώσει. Την δευτέρα το πρωί, θα ήταν περίπου τρεις μέρες μετά την επιστροφή μου, σηκώθηκε επιτέλους από το κρεβάτι, με μια όψη γνώριμη και εντελώς αντιμποτοξική, μου έδωσε όλα μα όλα του τα χάπια και μου ζήτησε ν’ αρχίσω να του δίνω μόνο την κανονική του δοσολογία κάθε μέρα. Αποφάσισε να δώσει τέλος στην ζωή του στον Αδη.

Ειλικρινά δεν το πίστεψα. Αλλά σαν βλήμα που είμαι, έμεινα και αποφάσισα να παίξω και αυτό το παιγνίδι. Πήρα τα χάπια του και αρχίσαμε μια καινούργια πράξη στο θεατρικό, αυτή της μετρημένης δοσολογίας. Που θα μας έβγαζε;


Διαβάστε πάρακατω...

Κυριακή, 05 Ιουλίου 2009

Μαλακίες της στιγμής: Cyprusblogs.org


Πριν από καιρό ο Λεξηπενητας κι’ εγώ αποφασίσαμε να επεκτείνουμε τα κυπριακά μπλοκς που άρχισε με δική του πρωτοβουλία σ’ένα καλύτερο τεχνολογικό περιβάλλον που θα προσφέρει δυνατότητες πολύ περισσότερες από ότι μπορεί να προσφέρει το blogger.

Με αυτό το παρασκήνιο ενέγραψα το domain www.cyprusblogs.org και www.cyprusblogs.info , έκανα σχετικές διεργασίες παρασκηνιακές και περιμένω εδώ και εβδομάδες τα περιεχόμενα των κυπριακών μπλοκς. Αλλά έγινα ακόμα μια φορά Πηνελόπη, περιμένω περιμένω και τίποτε δεν έρχεται.

Επειδή λοιπόν η όλη διαδικασία ήταν συνδυασμένη με κάποια έξοδα, θα ήταν μαλακία να μην το συνεχίσω. Εξ ου και σας παρακαλώ αν θέλετε να μου στείλετε όλοι που στείλατε στον Λεξηπενητα την περιγραφή των μπλοκ σας μαζί με την φωτογραφία του μπλοκ σας έτσι ώστε να μπορέσω να δημοσιεύσω στην ιστοσελίδα των πρώτο κατάλογο με ικανότητα βάσης δεδομένων των κυπριακών μπλοκς. Αντιλαμβάνεστε ότι τέτοια διαδικασία είναι χρονοβόρα οπότε αν αποφασίσετε να με στηρίξετε στο θέμα μην περιμένετε θαύματα από την μια μέρα στην άλλη. Ναι μεν είμαι ειδήμονας σε αυτά αλλά όχι επαγγελματίας.

Αν κάποιος από σας έχει γνώσεις σε κάποιον από τους παρακάτω τομείς και έχει διάθεση να με βοηθήσει στην δημιουργία της σελίδας, τον παρακαλώ να μου στείλει email: Joomla και γραφικά.

Αν από την άλλη δεν ενδιαφέρεστε για το όλο θέμα…τότε ατύχησα και πάπαλα και μου έμειναν τα domains κληρονομιά.


Ελπίζω να αρχίσω να παραλαμβάνω τα email σας στο greekstories@gmail.com


Greekstories


Διαβάστε πάρακατω...

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2009

Ο αρσενικός Carrie Bradshaw

Η μανία για τα παπούτσια δεν είναι ένα καθαρά γυναικείο φαινόμενο, είναι και φαινόμενο γκέι, είναι και φαινόμενο μετροσεξιουαλ (γι’ αυτούς που πιστεύουν αυτές τις μαλακιές) είναι και γενικά φαινόμενο αντρικό. Σε τελευταία ανάλυση δεν κατάλαβα καλά δηλαδή: γιατί να είναι η μανία για ρούχα, παπούτσια, συλλογή εραστών και μεταφυσικών ανησυχιών, στην καθομιλουμένη γνωστές και σαν κουτσομπολιό, ένα καθαρά θέμα γυναικών και τουτέστιν κλισέ και ταμπού για μας τους άντρες. Εμείς δηλαδή δεν έχουμε ευαισθησίες του είδους; Ε λοιπόν έχω νέα γι’ αυτούς που αντιστέκονται σθεναρά σε αυτά τα κλισέ: τους εθισμούς του είδους τους έχουμε κι’ εμείς τα αρσενικά, ανεξάρτητα από τα είδος της στάσης που παίρνει ο καθένας και την είσοδο της ικανοποίησης του.

Αυτά για την εισαγωγή.

Τα απογεύματα της Άνοιξης και όταν έχω ελεύθερο χρόνο, δηλαδή περισσότερο τα σαββατοκύριακα τα παίρνουμε με τον Σσιατς σ’ ένα φοιτητικό καφέ, που υπάρχει και χαρακτηρίζει το κέντρο της φοιτητικής και μη ζωής του Άαχεν από τα τέλη της δεκαετία του εβδομήντα. Ελληνική βέβαια ιδιοκτησία, το καφέ έχει αλλάξει σχεδόν τόσες όψεις όσο και τα χρόνια της ύπαρξης του και παραμένει έτσι πάντα «ην» και αρχή και τέλος της καθημερινής εξόδου στο κωλοχωρι που ζούμε.

Ο Σσιατς απέκτησε καινούργιους φίλους (προσπαθώ ακόμα να ανακαλύψω το πρόβλημα τους, γιατί σίγουρα ένα πρόβλημα θα το έχουν αλλά επειδή ο ελεύθερος μου χρόνος είναι δυστυχώς, επαναλαμβάνομαι γαμωτο μου, πολύ ελάχιστος, δεν μπόρεσα να ασχοληθώ ακόμα εκτεταμένα μαζί τους και να κάνω ψυχανάλυση που θα με οδηγήσει σε πεφωτισμένα αποφθέγματα).


Κυριακή απόγευμα δυο εβδομάδες εγκοου καθόμασταν λοιπόν στους ραταν καναπέδες με τα άσπρα μαξιλάρια της Τανγκεντε (έτσι λέγεται το καφέ, μετάφραση «εφαπτόμενη», το όνομα είναι το μονό που δεν άλλαξε μέσα σε τρεισήμισι δεκαετίες) και απλά υπήρχαμε. Ο Σσιατς με τους φίλους του να χαριεντίζεται κι’ εγώ με βλέμμα απλανές προς το μαλακισμενο να προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου ότι περνάμε καλά.

Εκεί που το βλέμμα μυ πλανιόταν αδέσποτα εκεί κι’ εδώ χωρίς σκοπό τον είδα. Καθόταν στον λοξά απέναντι καναπέ διπλά σ’ ένα συμπαθητικό κορίτσι, και στα πόδια του βρισκόταν ένα πράγμα με τέσσερα πόδια και τριχωτό που θύμιζε είδος σκυλού. Έμεινα να παρακολουθώ το πρόσωπο του που ήταν σε γενικές γραμμές ότι μου άρεσε σ’ έναν άντρα: κοκκαλωτο, με γωνιες, χωρίς διπλοσάγονο και ξυρισμένο κεφάλι. Ήταν μια διαφορετική αλλά συνάμα και παρομοια έκδοση του Μαλκοβιτς στο πιο σεξουαλικό και νεαρό. Τον αισθάνθηκα πολύ ελκυστικό και έμεινα στυλωμένος εκεί να τον παρακολουθώ όταν αντιλήφτηκα ότι τα βλέμματα μας συναντήθηκαν.

Γυρνώντας λοιπόν στα κλισέ της μνήμης μου διάλεξα το πιο κλασσικό απ’ όλα για ξεφύγω από την αμηχανία της απρογραμμάτιστης συνάντησης αλλά και για να εκμεταλλευτώ την ευκαιρία μιας πρώτης επαφής και με το πιο μαγκέψαμε μ’ ένα γκέι τατς αντρουα ύφος μου είπα:

- Μα τι γλυκό σκυλάκι. Είναι υπέροχο.

Παράλληλα έλεγα από μέσα μου σε μένα «Γκρηκστορης, είσαι παραπάνω από ηλίθιος, δεν βρήκες χειρότερο να πεις απ’ αυτό;». Την έκανα όμως την κίνηση και ο Μαλκοβιτς δάγκωσε το δόλωμα και αρχίσαμε μια σκυλοαναλυτικη συζήτηση: ο σκύλος του, ο σκύλος μου, κάνουν αυτό, εκείνο, το άλλο, είναι οι πιο έξυπνοι το κόσμου, δεν υπάρχουν δεύτεροι κουλουπου.

Εκεί που ασχολούμασταν με, κυριολεκτικά, τρίχες, πρόσεξα τα παπούτσια του. Πριν συνεχίσω νιώθω ότι πρέπει να αναφέρω ότι έχω, πέραν από τις γνωστές, κάποιες ατυπικες λόξες η διαφορετικά, μανίες: παπούτσια, ρολόγια και γυαλιά του ήλιου. Θα μπορούσα, αν είχα την δυνατότητα, να ξοδεύω περιουσίες πάνω σε αυτά τα ασήμαντα ειδή, που με κάνουν να τρελαίνομαι και να συμπεριφέρομαι σαν μανιακός. Δυστυχώς δεν υπάρχουν τα μέσα να ικανοποιώ αυτές τις λόξες, το γούστο όμως παραμένει και είναι πολύ απαιτητικό.

Είναι βασικό στοιχειό στην σεξουαλική ακτινοβολία ενός άντρα το παπούτσι και η κάλτσα που φορά. Δεν πάει να ήταν ο Μαρλον Μπραντο μπροστά μου, αν φορούσε παπούτσι ακατονόμαστο, να πούμε από του Ττοφη της δεκαετίας του ογδόντα στην Λεμεσό, δεν θα μου επέτρεπα να γυρίζω να τον κοιτάξω. Είναι θέμα τιμής και αξιοπρεπείας: πως θα είναι αυτός ο σεξουαλας στο κρεβάτι αν δεν είναι ικανός να φορέσει ένα παπούτσι της προκοπής; Όλα έχουν μια διασύνδεση μεταξύ τους και η πιο βασική και σημαντική είναι το παπούτσι και η κάλτσα. Φαντάζεστε δηλαδή να φορά κάποιος ένα αντρικό ζευγάρι Μανολο Μπλανικ σε συνδυασμό με άσπρη κάλτσα από την ΕΣΕΛ; Ααααααα! Βοήθεια!

Κοιτάζοντας λοιπόν τα παπούτσια του μου κόπηκε η αναπνοή. Ο Σσιατς ντύνεται κοινώς ομολογουμένως παρά πολύ μοδατα, θα μπορούσαμε να είχαμε ανοίξει μπουτίκ και γκαλερί με τα ρούχα του. Τα παπούτσια είναι αποδεκτά αλλά μονό αυτό: αποδεκτά. Κοιτάζοντας τα παπούτσια του Μαλκοβιτς έμεινα ξερός. Δεν είχα ξαναδεί τα τελευταία χρόνια πιο δημιουργικό και εκφραστικό σχέδιο σε παπούτσι αντρικό λεζερ απ αυτά που φορούσε ο σεξουαλικός Μαλκοβιτς. Το στόμα μου έμεινε σε μισάνοικτη θέση, σαν την Βουγιουκλάκη στην ταινίες της που όταν ήθελε να το παίξει ηδυπαθής μισάνοιγε τα χείλη της και τρεμόπαιζε το από πάνω. Εμένα η διάφορα ήταν ότι δεν τρεμόπαιζε αλλά έμεινε αποσβολωμένο.

Ο Σσιατς που ήδη άρχισε να παρατηρεί τις ασυνήθιστες μου αντιδράσεις άρχισε να βγάζει σπυριά. Φυσικά για μένα δεν υπήρχε πια Σσιατς εκείνη την στιγμή και στο ένα εκατομμύριο στιγμές που ακλούθησαν.
Ο Μαλκοβιτς πρόσεξε την αποσβολωμαρα μου και παρακολακευτηκε κι’ εγώ τον άφησα να κολακεύεται κάνοντας του τα θετικότατα σχόλια μου για τα παπούτσια του. Καβαλώντας το καλάμι ο Μαλκοβιτς μου ανάφερε ότι ήταν της μάρκας ΝτιΣκουεαρ και ότι τα πηρέ από το Μόναχο αλλά τώρα μπορεί κάποιος να τα αγοράσει και το Τζεηντς στο Ντίσελντορφ. Εγώ έκανα ότι εκπλάγηκα γι’ αυτή την πληροφορία της ντεκατανς της Ντισκουεαρ σαν να ήξερα τι ήταν το ΝτιΣκουεαρ και το Τζεηντς στο Ντίσελντορφ. «Γκρηκστορης σκάσε και κάνε ότι ξέρεις για πιο πράγμα μιλά». Ένιωσα όμως μέσα μου κάπως μειονεκτικά. Υπήρξαν εποχές που ήμουν μες τα πράγματα. Που παραήμουν μες τα πράγματα. Τώρα ένιωθα σαν την Ινγκριντ Μπερκμαν στον ρολό της Γκραντ Ντατσσιες Αναστασια μετά που εκκαθάρισαν τους δικούς της οι Μπολσεβίκοι: Εκτός τόπου και χρόνου. «Γκρηκστορης στηθου, άρχισε να το παίζεις, μεν σε πάρει που την Ντάλα της Πάφου».

Μου έδωσε ινσαιντ πληροφορίες για την Ντισκουεαρ (εγώ είχα ήδη χεστει) και μου αποκάλυψε εμμέσως την λοξά που είχε για την μόδα (λες και δεν το είχαμε καταλάβει μέχρι στιγμής). Κάποτε εξαντλήσαμε το θέμα και αφοσιωθήκαμε αναγκαστικά στους συνόδους μας: εκείνος στην κύπελλα δίπλα του και εγώ στον Σσιατς και για την ακρίβεια σε μένα και στην μόνιμη αίσθηση της μοναξιάς μου. Τα βλέμματα μας συνέχισαν όμως να διασταυρώνονται έντονα αλλά μόλις γινόταν η επαφή άλλαζαν αμέσως κατεύθυνση, σαν να μην θέλαμε να προδώσουμε αυτό το απροσδιόριστο κάτι.
Κάποιες μέρες πέρασαν και για να ‘μαι ειλικρινής, ξέχασα τον φαλακρό με τα παπούτσια. Ένα βραδύ ξαναπήγαμε στην Τανγκεντε (για αλλαγή). Ήταν γεμάτη πατείς με πατώ σε. Έχανε η μανά το παιδί και το παιδί την μανά, άρα πρέπει να ήταν Σάββατο βραδύ. Ο Σσιατς με τους καινούργιους του φίλους κι’ εγώ ξανά η ακόμα με το βλέμμα το απλανές να παίζω τον ρολό του ισορροπημένου, καλογαμημενου γκέι (δύσκολος ρόλος, πάει για Άσκρα). Εκεί που βαριοβαριομουν μέχρι αηδίας και άρχισα να σκάφτομαι να φύγω (έχω την εντύπωση ότι ο Σσιατς θυμήθηκε τα αποθέματα της ελαχίστης του τεστοστερόνης και έχει ένα αφφεαρ με έναν από τους καινούργιους του φίλους που ορκίζεται σε χριστούς και παναγιές ότι είναι στρεητ – εγώ το ψιλοαμφιβαλλω αλλά δεν είμαι και μες το βρακι του για να δω τι γίνεται) είδα κάποιες γνωστές μας και πιάσαμε κουβέντα: Υπάρχει κι’ ένας θηλυκός Γκρηκστορης, η Ινγκριντ, όχι η Μπεργκμαν, μια άλλη εδώ κοντά, που είναι κι’ αυτή με τον δικό της εδώ κι’ έντεκα χρόνια και ζει μια πανομοιότυπη ευτυχία σαν την δική μου, μονό που ο δικός της δεν είναι ΑΑ). Ψιλοκουβεντιάζαμε, έπρεπε να γίνω απντεητ όσο αφορούσε την παράνομη της σχέση μ’ έναν ιταλό πιλότο του ΝΑΤΟ και μιλούσαμε με κωδικούς γιατί το σαΐνι ο δικός της ήταν ακριβώς διπλά της, ώσπου ξαφνικά είδα την αρσενική Carrie Bradshaw, τον Μαλκοβιτς, να στέκεται ακριβώς δίπλα/πίσω μου, ντυμένος λεζερ στην τρίχα με γαματα παπούτσια, αυτή την φορά εξκλουσιβ της Ναικ. Οι ματιές ανταλλάσσονταν με χρόνο ντε τε και τα χαμόγελα το ίδιο. Δεν μπόρεσα όμως να τον πιάσω κουβέντα, αντ’ αυτού ομολόγησα στην Ένρινη την ας πούμε συμπάθεια μου για την αρσενική έκδοση του Sex and the City και τη υποψία μου η επιθυμία μου ότι η Carrie Bradshaw ήταν μάλλον γκέι.

- Μα ποιος καλέ μου, είπε Ινγριντ, ο Λαρς;
- Λαρς τον λένε;
- Ναι
- Εγώ νομίζω ότι είναι γκέι.
- Αποκλείεται, αφού ξέρω ότι είναι Στριτ.
- Και πως το ξέρεις; Πηδήχτηκες μαζί του; Έχει γκόμενα;
- Όχι και όχι.
- Άρα πως ξέρεις ότι είναι στρεητ. Τίποτε πάνω δεν θυμίζει Στριτ, απολύτως τίποτε. Ο τύπος είναι γκέι και μάλιστα κρυφός (έτσι λάλησε ο Γκρηκστορης και δεν σηκώνει αμφιβολία).
- Ατε ρε, μα νομίζεις;
- Εν νομίζω, είμαι σιγουρότατος!

Πέρασε η βραδιά άδοξα και ανιαρά, πήγα σπίτι, άρχισε η εβδομάδα και έφτασε η Τέταρτη το βραδύ που όλοι πάλι ξεμυτούν για την Ποντστρασσε. Κι’ εμείς το ίδιο. Να ξεκαθαρίσω ότι ο Σσιατς κι εγώ βγαίνουμε ξεχωριστά και βρισκόμαστε προγραμματισμένα τυχαία πάντα στο ίδιο μέρος. Έτσι κι’ αυτή την Τέταρτη το βραδύ. Πάλι στην ιδία θέση, πάλι τα ίδια πρόσωπα, γνωστά και μη, σαν μην έχει περάσει καθόλου ο χρόνος. Και στην γωνία η μονή διάφορα η Carrie Bradshaw Μαλκοβιτς. Πάλι ντυμένος στην τρίχα, πάλι άλλα παπούτσια, αυτή την φορά Ασικς Ταιγκερ εξκλουσιβ, όπως μου είπε από την Νέα Υόρκη.

Ένιωσα μια ελαφριά μορφή ζήλειας. Έχω να πάω Νέα Υόρκη εδώ και δεκατρία χρόνια. Ένιωσα μια τεράστια ποσότητα αυτολυπησης: Μπροστά μου στεκόταν ένας άντρας που εξωτερικά εκπλήρωνε πολλά από αυτά που επιθυμώ, σεξουαλικά με έλκυε αφάνταστα, ένιωθα ότι η έλξη είναι αμοιβαία αλλά κάτι με εμπόδιζε να κάνω το βήμα για να προσπαθήσω να μπω στον κόσμο του. Γύρισα και είδα για μια στιγμή τον Σσιατς που στεκόταν με του φίλους του στον κόσμο του και η αυτολυπηση αυξήθηκε αστραπιαία. Ο Μαλκοβιτς μου έριχνε χαμογελά γεμάτα νόημα, εγώ έβλεπα σαλιαρίζοντας τα παπούτσια του και αποφάσισα να φύγω και να δώσω τέλος στην αυτολυπηση. Ποιος ξέρει, αν είναι πεπρωμένο, κάποτε θα τον γνωρίσω, που θα μου πάει;


Διαβάστε πάρακατω...

Παρασκευή, 01 Μαΐου 2009

Πρωτομαγιάτικα κυνηγητά…

Δεν ξέρω τι γίνεται στις υπόλοιπες χώρες του κόσμου και για να ‘μια ειλικρινής δεν με ενδιαφέρει γιατί δεν είχα ποτέ καμιά ιδιαίτερη σχέση με την πρωτομαγιά. Δεν είμαι ούτε παγανιστής (αν και ταυτίζομαι πολύ με πολλά σύμβολα του παγανισμού), δεν είμαι κομμουνιστής (αν και η πρωτομαγιά από το Σικάγο ξεκίνησε, άρα καθ’ αυτόν καθαρή αμερικανική επέτειος) και δεν είμαι ευτυχώς Γερμανός.

Οι Γερμανοί συνέχισαν το παγανιστικό συνήθειο κάπως μεταλλαγμένο και στις τριάντα Απριλίου, παραμονή της πρωτομαγιάς τρέχουν από το απόγευμα σαν υστερικοί να βρουν κλαδιά δέντρων τόσο μεγάλα όσο ένα νεαρό δέντρο, να τα κόψουν, να τα στολίσουν με γιρλάντες πολύχρωμες και να τα στήσουν το βράδυ κάτω από το παράθυρο της αγαπημένης τους για της δείξουν ότι την θέλουν στ’ αλήθεια και να πάει καλά η σχέση τους όλο το χρόνο. Κάτι δηλαδή σαν πρωτοχρονιά, ανάσταση, καρναβάλι και οποιαδήποτε άλλη γιορτή που γίνεται το έλα αφορμή βοήθα με για να τα σπάσουμε στο ποτό και στο μεθύσι. Ο Γερμανός χρειάζεται πάντα μια αφορμή για να πιει, για να ‘ρθει στο κέφι τσακίρ και συνεπώς για να του σηκωθεί, διαφορετικά δεν…


Όταν ήμουν φοιτητής η γιορτή της πρωτομαγιάς δεν ήταν τόοοοσο μεγάλη υπόθεση. Γίνονταν αυτά που γίνονταν αλλά σε περιορισμένο βαθμό. Την τελευταία πενταετία όμως μετά από συντονισμένες στρατηγικές μάρκετινγκ όλων νυκτερινών γίνεται στις τριάντα Απριλίου το έλα να δεις. Και αυτό γιατί δίπλα μας, στην Ολλανδία έχουν την τριακοστή Απριλίου σαν μέρα της βασίλισσας οπού κάθε χρόνο μαζεύονται περισσότεροι από μισό εκατομμύριο επισκέπτες για να γιουχαΐσουν την Βεατρικη (άλλη λόξα κι’ αυτή). Ο Γερμανός λοιπόν που δεν χωνεύει ιδιαιτέρα τον Ολλανδό σκέφτηκε τι να κάνω για να τους την σπάσω και αναβάθμισε την γιορτή της πρωτομαγιάς.

Εγώ πάντα απών απ’ αυτά τα ποταπά. Ήθελα πάντα την ησυχία μου. Ειδικά τώρα με την καινούργια μου δουλειά που με πηδά κανονικά που να βρω όρεξη και διάθεση για έξω. Αρχή είναι πρέπει να συνηθίσω.
Χτες το βραδύ με ρώτησε ο Σσιατς αν ήθελα να βγω μαζί του και με τους καινούργιους του φίλους. Τα περί Σσιάτς τα γραφώ στο παρασκήνιο και σε μια στιγμή θα δημοσιευτούν κι’ αυτά.

Η νύχτα ήταν πολύ γλυκιά, η δεύτερη γλυκιά νύχτα της Άνοιξης φέτος, είχε καλή θερμοκρασία, και οι μυρωδιές του αέρα ξυπνούσαν βαθειά κοιμισμένες επιθυμίες. Δέχτηκα να πάω να τους συναντηθώ με υστεροβουλία, γιατί μετά ήθελα να βγω στο κυνήγι για καθυσηχασμό τεστοστερονούχων δυσκολιών. Είχα μόλις επιστρέψει από το Παλατινάτο της Ρηνανίας οπού είχα την ευκαιρία παράλληλα με την δουλειά να απολαύσω τις εξωπραγματικές εικόνες των οχθών του Μοζελ και ήμουν κάπως κουρασμένος αφού έκανα και ενδιάμεσο σταθμό στο γυμναστήριο, ήταν όμως κρίμα να αφήσω τέτοια νύκτα να φύγει χωρίς να την νιώσω στο ελάχιστο της.

Τον άφησα να ετοιμαστεί, πάντα τοπ ντυμένος ο Σσιατς, και να προπορευθεί. Έκανα κάποια τηλεφωνήματα, ντύθηκα κάτι σαν λετσος αφού δεν είχα όρεξη να μπω στα εικοστεσσερα μου που ούτως η άλλως δεν είχα για να πάω στην φοιτητική περιοχή και ξεκίνησα απ’ το σπίτι με κατεύθυνση την Ποντστρασσε οπού βρίσκονται όλα τα μπαρ, μπυραρίες και εστιατόρια του κέντρου, όχι όλα αλλά τα περισσότερα.

Η νύχτα μύριζε στ’ αλήθεια άνοιξη. Γνώριμο συναίσθημα μετά από ένα χρόνο χειμερίας νάρκης. Το μισοφέγγαρο πάνω ψηλά στο αχανές σκοτάδι με συνόδευε στα λίγα μέτρα που είχα να διανύσω μέχρι την Ποντστρασσε όπως έκανε και πέρσι και προπερσι.

Με το που άφησα την τελευταία γωνιά του δρόμου πίσω μου και μπήκα στην Ποντστρασσε έπαθα αγοραφοβία: το «γεμάτη» δεν περιγράφει την κατασταση που επικρατούσε. Ο κόσμος πατεις με πατώ σε, σαν μην είχε μια ζωή ξαναβγεί απ’ το σπίτι του, ήταν εμφανείς οι κλεισούρες ενός ολοκλήρου χειμώνα.

Κάτω από κανονικές συνθήκες θα μου άρεσε. Αλλά μόλις αντίκρισα την εικόνα της πολυκοσμίας και χωρίς να προηγηθεί τίποτε συγκεκριμένο και άσχημο, ούτε το ίδιο βράδι αλλά ούτε και τις προηγούμενες μέρες άρχισαν τα δάκρυα να τρέχουν απ’ τα μάτια μου ποτάμι. «Ρε Γκρηκστορης σταμάτα γιε μου, τι έπαθες στα καλά καθούμενα;» Τίποτε εγώ, να εκεί το δάκρυ βροχή. Άλλαξα κατεύθυνση και στράφηκα πρόσω ολοταχώς στο πάρκο της αμαρτίας να ηρεμήσω και να καταλάβω τι μου συνεβαινε. Μα έτσι ξαφνικά κλάμα γοερό; Άρχισα να πελλοδειχνω παραπάνω απ’ ότι επελλοδειχνα μέχρι τώρα;

Κάθισα σ’ ένα παγκάκι να ηρεμήσω. Έπαιξα το επόμενα δάκρυα γιατί δεν ήξερα για ποιο λόγο τα έχυνα. Κάθισα και σκέφτηκα…

Το υποσυνείδητο μας είναι τελικά ο τελειότερος αποθηκευτής αναμνήσεων και εικόνων, όχι RAM και gigabytes και παπαριες. Υποσυνείδητο για όλες τις εκδόσεις Windows. Ήταν ακριβώς η ίδια εικόνα που έζησα όλες τις σαιζόν των τελευταίων δυόμιση χρονών, καθώς έβγαινα τα ανοιξιάτικα και τα καλοκαιρινά βράδια στην αναζήτηση του πτώματος του Σσιατς, στη αναζήτηση της πλανεμένης του ψυχής και του θολού του μυαλού που τελικά θόλωσε και το δικό μου κατά τα φαινόμενα. Η ίδια εικόνα που δεν σβήστηκε από την μνήμη μου αλλά μπήκε κάπου εκεί βαθειά στο υποσυνείδητο δεν έγινε formated όπως τα δεδομένα του υπολογιστή αλλά μένει εκεί σαν φάκελος ρίζας.

Εικόνες που τελικά θα με κατατρέχουν, που δεν θα σβήσουν ποτέ μάλλον, άραγε θα τα καταφέρω ποτέ να συνυπάρξω μαζί τους;


Διαβάστε πάρακατω...

Του δρόμου...

Παραμελησα το μπλοκ μου, δεν τιθεται θεμα. Εχω ομως μια καλη δικαιολογια: αρχισα καινουργια δουλεια που με αναγκαζει να ταξιδευω πολυ. Εχω αρχισει να γυριζω ολοκληρη την Γερμανια κρατιδιο με κρατιδιο και γνωριζω μιαν αλλη Γερμανια που δεν ηξερα μεχρι τωρα. Τα γκει και τα σεξουαλικα τα αφηνω για αλλη φορα. Τωρα θελω να μοιραστω αυτες τις εικονες...


Λειβαδια με φρεσκες τουλιπες της εποχης στηνΡηνανια Βεστφαλια (δεν ηξερα οτι η Γερμανια παραγει τουλιπες...ειμαι ως γνωστον ππουλι)

Το Sommerhausen στην Βαυαρια



Διαβάστε πάρακατω...

Πέμπτη, 09 Απριλίου 2009

Στιγμες Παθων...





Διαβάστε πάρακατω...