The Last Station of Desire Headline Animator

Κυριακή, 5 Ιούλιος 2009

Μαλακίες της στιγμής: Cyprusblogs.org


Πριν από καιρό ο Λεξηπενητας κι’ εγώ αποφασίσαμε να επεκτείνουμε τα κυπριακά μπλοκς που άρχισε με δική του πρωτοβουλία σ’ένα καλύτερο τεχνολογικό περιβάλλον που θα προσφέρει δυνατότητες πολύ περισσότερες από ότι μπορεί να προσφέρει το blogger.

Με αυτό το παρασκήνιο ενέγραψα το domain www.cyprusblogs.org και www.cyprusblogs.info , έκανα σχετικές διεργασίες παρασκηνιακές και περιμένω εδώ και εβδομάδες τα περιεχόμενα των κυπριακών μπλοκς. Αλλά έγινα ακόμα μια φορά Πηνελόπη, περιμένω περιμένω και τίποτε δεν έρχεται.

Επειδή λοιπόν η όλη διαδικασία ήταν συνδυασμένη με κάποια έξοδα, θα ήταν μαλακία να μην το συνεχίσω. Εξ ου και σας παρακαλώ αν θέλετε να μου στείλετε όλοι που στείλατε στον Λεξηπενητα την περιγραφή των μπλοκ σας μαζί με την φωτογραφία του μπλοκ σας έτσι ώστε να μπορέσω να δημοσιεύσω στην ιστοσελίδα των πρώτο κατάλογο με ικανότητα βάσης δεδομένων των κυπριακών μπλοκς. Αντιλαμβάνεστε ότι τέτοια διαδικασία είναι χρονοβόρα οπότε αν αποφασίσετε να με στηρίξετε στο θέμα μην περιμένετε θαύματα από την μια μέρα στην άλλη. Ναι μεν είμαι ειδήμονας σε αυτά αλλά όχι επαγγελματίας.

Αν κάποιος από σας έχει γνώσεις σε κάποιον από τους παρακάτω τομείς και έχει διάθεση να με βοηθήσει στην δημιουργία της σελίδας, τον παρακαλώ να μου στείλει email: Joomla και γραφικά.

Αν από την άλλη δεν ενδιαφέρεστε για το όλο θέμα…τότε ατύχησα και πάπαλα και μου έμειναν τα domains κληρονομιά.


Ελπίζω να αρχίσω να παραλαμβάνω τα email σας στο greekstories@gmail.com


Greekstories


Διαβάστε πάρακατω...

Πέμπτη, 21 Μάϊος 2009

Ο αρσενικός Carrie Bradshaw

Η μανία για τα παπούτσια δεν είναι ένα καθαρά γυναικείο φαινόμενο, είναι και φαινόμενο γκέι, είναι και φαινόμενο μετροσεξιουαλ (γι’ αυτούς που πιστεύουν αυτές τις μαλακιές) είναι και γενικά φαινόμενο αντρικό. Σε τελευταία ανάλυση δεν κατάλαβα καλά δηλαδή: γιατί να είναι η μανία για ρούχα, παπούτσια, συλλογή εραστών και μεταφυσικών ανησυχιών, στην καθομιλουμένη γνωστές και σαν κουτσομπολιό, ένα καθαρά θέμα γυναικών και τουτέστιν κλισέ και ταμπού για μας τους άντρες. Εμείς δηλαδή δεν έχουμε ευαισθησίες του είδους; Ε λοιπόν έχω νέα γι’ αυτούς που αντιστέκονται σθεναρά σε αυτά τα κλισέ: τους εθισμούς του είδους τους έχουμε κι’ εμείς τα αρσενικά, ανεξάρτητα από τα είδος της στάσης που παίρνει ο καθένας και την είσοδο της ικανοποίησης του.

Αυτά για την εισαγωγή.

Τα απογεύματα της Άνοιξης και όταν έχω ελεύθερο χρόνο, δηλαδή περισσότερο τα σαββατοκύριακα τα παίρνουμε με τον Σσιατς σ’ ένα φοιτητικό καφέ, που υπάρχει και χαρακτηρίζει το κέντρο της φοιτητικής και μη ζωής του Άαχεν από τα τέλη της δεκαετία του εβδομήντα. Ελληνική βέβαια ιδιοκτησία, το καφέ έχει αλλάξει σχεδόν τόσες όψεις όσο και τα χρόνια της ύπαρξης του και παραμένει έτσι πάντα «ην» και αρχή και τέλος της καθημερινής εξόδου στο κωλοχωρι που ζούμε.

Ο Σσιατς απέκτησε καινούργιους φίλους (προσπαθώ ακόμα να ανακαλύψω το πρόβλημα τους, γιατί σίγουρα ένα πρόβλημα θα το έχουν αλλά επειδή ο ελεύθερος μου χρόνος είναι δυστυχώς, επαναλαμβάνομαι γαμωτο μου, πολύ ελάχιστος, δεν μπόρεσα να ασχοληθώ ακόμα εκτεταμένα μαζί τους και να κάνω ψυχανάλυση που θα με οδηγήσει σε πεφωτισμένα αποφθέγματα).


Κυριακή απόγευμα δυο εβδομάδες εγκοου καθόμασταν λοιπόν στους ραταν καναπέδες με τα άσπρα μαξιλάρια της Τανγκεντε (έτσι λέγεται το καφέ, μετάφραση «εφαπτόμενη», το όνομα είναι το μονό που δεν άλλαξε μέσα σε τρεισήμισι δεκαετίες) και απλά υπήρχαμε. Ο Σσιατς με τους φίλους του να χαριεντίζεται κι’ εγώ με βλέμμα απλανές προς το μαλακισμενο να προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου ότι περνάμε καλά.

Εκεί που το βλέμμα μυ πλανιόταν αδέσποτα εκεί κι’ εδώ χωρίς σκοπό τον είδα. Καθόταν στον λοξά απέναντι καναπέ διπλά σ’ ένα συμπαθητικό κορίτσι, και στα πόδια του βρισκόταν ένα πράγμα με τέσσερα πόδια και τριχωτό που θύμιζε είδος σκυλού. Έμεινα να παρακολουθώ το πρόσωπο του που ήταν σε γενικές γραμμές ότι μου άρεσε σ’ έναν άντρα: κοκκαλωτο, με γωνιες, χωρίς διπλοσάγονο και ξυρισμένο κεφάλι. Ήταν μια διαφορετική αλλά συνάμα και παρομοια έκδοση του Μαλκοβιτς στο πιο σεξουαλικό και νεαρό. Τον αισθάνθηκα πολύ ελκυστικό και έμεινα στυλωμένος εκεί να τον παρακολουθώ όταν αντιλήφτηκα ότι τα βλέμματα μας συναντήθηκαν.

Γυρνώντας λοιπόν στα κλισέ της μνήμης μου διάλεξα το πιο κλασσικό απ’ όλα για ξεφύγω από την αμηχανία της απρογραμμάτιστης συνάντησης αλλά και για να εκμεταλλευτώ την ευκαιρία μιας πρώτης επαφής και με το πιο μαγκέψαμε μ’ ένα γκέι τατς αντρουα ύφος μου είπα:

- Μα τι γλυκό σκυλάκι. Είναι υπέροχο.

Παράλληλα έλεγα από μέσα μου σε μένα «Γκρηκστορης, είσαι παραπάνω από ηλίθιος, δεν βρήκες χειρότερο να πεις απ’ αυτό;». Την έκανα όμως την κίνηση και ο Μαλκοβιτς δάγκωσε το δόλωμα και αρχίσαμε μια σκυλοαναλυτικη συζήτηση: ο σκύλος του, ο σκύλος μου, κάνουν αυτό, εκείνο, το άλλο, είναι οι πιο έξυπνοι το κόσμου, δεν υπάρχουν δεύτεροι κουλουπου.

Εκεί που ασχολούμασταν με, κυριολεκτικά, τρίχες, πρόσεξα τα παπούτσια του. Πριν συνεχίσω νιώθω ότι πρέπει να αναφέρω ότι έχω, πέραν από τις γνωστές, κάποιες ατυπικες λόξες η διαφορετικά, μανίες: παπούτσια, ρολόγια και γυαλιά του ήλιου. Θα μπορούσα, αν είχα την δυνατότητα, να ξοδεύω περιουσίες πάνω σε αυτά τα ασήμαντα ειδή, που με κάνουν να τρελαίνομαι και να συμπεριφέρομαι σαν μανιακός. Δυστυχώς δεν υπάρχουν τα μέσα να ικανοποιώ αυτές τις λόξες, το γούστο όμως παραμένει και είναι πολύ απαιτητικό.

Είναι βασικό στοιχειό στην σεξουαλική ακτινοβολία ενός άντρα το παπούτσι και η κάλτσα που φορά. Δεν πάει να ήταν ο Μαρλον Μπραντο μπροστά μου, αν φορούσε παπούτσι ακατονόμαστο, να πούμε από του Ττοφη της δεκαετίας του ογδόντα στην Λεμεσό, δεν θα μου επέτρεπα να γυρίζω να τον κοιτάξω. Είναι θέμα τιμής και αξιοπρεπείας: πως θα είναι αυτός ο σεξουαλας στο κρεβάτι αν δεν είναι ικανός να φορέσει ένα παπούτσι της προκοπής; Όλα έχουν μια διασύνδεση μεταξύ τους και η πιο βασική και σημαντική είναι το παπούτσι και η κάλτσα. Φαντάζεστε δηλαδή να φορά κάποιος ένα αντρικό ζευγάρι Μανολο Μπλανικ σε συνδυασμό με άσπρη κάλτσα από την ΕΣΕΛ; Ααααααα! Βοήθεια!

Κοιτάζοντας λοιπόν τα παπούτσια του μου κόπηκε η αναπνοή. Ο Σσιατς ντύνεται κοινώς ομολογουμένως παρά πολύ μοδατα, θα μπορούσαμε να είχαμε ανοίξει μπουτίκ και γκαλερί με τα ρούχα του. Τα παπούτσια είναι αποδεκτά αλλά μονό αυτό: αποδεκτά. Κοιτάζοντας τα παπούτσια του Μαλκοβιτς έμεινα ξερός. Δεν είχα ξαναδεί τα τελευταία χρόνια πιο δημιουργικό και εκφραστικό σχέδιο σε παπούτσι αντρικό λεζερ απ αυτά που φορούσε ο σεξουαλικός Μαλκοβιτς. Το στόμα μου έμεινε σε μισάνοικτη θέση, σαν την Βουγιουκλάκη στην ταινίες της που όταν ήθελε να το παίξει ηδυπαθής μισάνοιγε τα χείλη της και τρεμόπαιζε το από πάνω. Εμένα η διάφορα ήταν ότι δεν τρεμόπαιζε αλλά έμεινε αποσβολωμένο.

Ο Σσιατς που ήδη άρχισε να παρατηρεί τις ασυνήθιστες μου αντιδράσεις άρχισε να βγάζει σπυριά. Φυσικά για μένα δεν υπήρχε πια Σσιατς εκείνη την στιγμή και στο ένα εκατομμύριο στιγμές που ακλούθησαν.
Ο Μαλκοβιτς πρόσεξε την αποσβολωμαρα μου και παρακολακευτηκε κι’ εγώ τον άφησα να κολακεύεται κάνοντας του τα θετικότατα σχόλια μου για τα παπούτσια του. Καβαλώντας το καλάμι ο Μαλκοβιτς μου ανάφερε ότι ήταν της μάρκας ΝτιΣκουεαρ και ότι τα πηρέ από το Μόναχο αλλά τώρα μπορεί κάποιος να τα αγοράσει και το Τζεηντς στο Ντίσελντορφ. Εγώ έκανα ότι εκπλάγηκα γι’ αυτή την πληροφορία της ντεκατανς της Ντισκουεαρ σαν να ήξερα τι ήταν το ΝτιΣκουεαρ και το Τζεηντς στο Ντίσελντορφ. «Γκρηκστορης σκάσε και κάνε ότι ξέρεις για πιο πράγμα μιλά». Ένιωσα όμως μέσα μου κάπως μειονεκτικά. Υπήρξαν εποχές που ήμουν μες τα πράγματα. Που παραήμουν μες τα πράγματα. Τώρα ένιωθα σαν την Ινγκριντ Μπερκμαν στον ρολό της Γκραντ Ντατσσιες Αναστασια μετά που εκκαθάρισαν τους δικούς της οι Μπολσεβίκοι: Εκτός τόπου και χρόνου. «Γκρηκστορης στηθου, άρχισε να το παίζεις, μεν σε πάρει που την Ντάλα της Πάφου».

Μου έδωσε ινσαιντ πληροφορίες για την Ντισκουεαρ (εγώ είχα ήδη χεστει) και μου αποκάλυψε εμμέσως την λοξά που είχε για την μόδα (λες και δεν το είχαμε καταλάβει μέχρι στιγμής). Κάποτε εξαντλήσαμε το θέμα και αφοσιωθήκαμε αναγκαστικά στους συνόδους μας: εκείνος στην κύπελλα δίπλα του και εγώ στον Σσιατς και για την ακρίβεια σε μένα και στην μόνιμη αίσθηση της μοναξιάς μου. Τα βλέμματα μας συνέχισαν όμως να διασταυρώνονται έντονα αλλά μόλις γινόταν η επαφή άλλαζαν αμέσως κατεύθυνση, σαν να μην θέλαμε να προδώσουμε αυτό το απροσδιόριστο κάτι.
Κάποιες μέρες πέρασαν και για να ‘μαι ειλικρινής, ξέχασα τον φαλακρό με τα παπούτσια. Ένα βραδύ ξαναπήγαμε στην Τανγκεντε (για αλλαγή). Ήταν γεμάτη πατείς με πατώ σε. Έχανε η μανά το παιδί και το παιδί την μανά, άρα πρέπει να ήταν Σάββατο βραδύ. Ο Σσιατς με τους καινούργιους του φίλους κι’ εγώ ξανά η ακόμα με το βλέμμα το απλανές να παίζω τον ρολό του ισορροπημένου, καλογαμημενου γκέι (δύσκολος ρόλος, πάει για Άσκρα). Εκεί που βαριοβαριομουν μέχρι αηδίας και άρχισα να σκάφτομαι να φύγω (έχω την εντύπωση ότι ο Σσιατς θυμήθηκε τα αποθέματα της ελαχίστης του τεστοστερόνης και έχει ένα αφφεαρ με έναν από τους καινούργιους του φίλους που ορκίζεται σε χριστούς και παναγιές ότι είναι στρεητ – εγώ το ψιλοαμφιβαλλω αλλά δεν είμαι και μες το βρακι του για να δω τι γίνεται) είδα κάποιες γνωστές μας και πιάσαμε κουβέντα: Υπάρχει κι’ ένας θηλυκός Γκρηκστορης, η Ινγκριντ, όχι η Μπεργκμαν, μια άλλη εδώ κοντά, που είναι κι’ αυτή με τον δικό της εδώ κι’ έντεκα χρόνια και ζει μια πανομοιότυπη ευτυχία σαν την δική μου, μονό που ο δικός της δεν είναι ΑΑ). Ψιλοκουβεντιάζαμε, έπρεπε να γίνω απντεητ όσο αφορούσε την παράνομη της σχέση μ’ έναν ιταλό πιλότο του ΝΑΤΟ και μιλούσαμε με κωδικούς γιατί το σαΐνι ο δικός της ήταν ακριβώς διπλά της, ώσπου ξαφνικά είδα την αρσενική Carrie Bradshaw, τον Μαλκοβιτς, να στέκεται ακριβώς δίπλα/πίσω μου, ντυμένος λεζερ στην τρίχα με γαματα παπούτσια, αυτή την φορά εξκλουσιβ της Ναικ. Οι ματιές ανταλλάσσονταν με χρόνο ντε τε και τα χαμόγελα το ίδιο. Δεν μπόρεσα όμως να τον πιάσω κουβέντα, αντ’ αυτού ομολόγησα στην Ένρινη την ας πούμε συμπάθεια μου για την αρσενική έκδοση του Sex and the City και τη υποψία μου η επιθυμία μου ότι η Carrie Bradshaw ήταν μάλλον γκέι.

- Μα ποιος καλέ μου, είπε Ινγριντ, ο Λαρς;
- Λαρς τον λένε;
- Ναι
- Εγώ νομίζω ότι είναι γκέι.
- Αποκλείεται, αφού ξέρω ότι είναι Στριτ.
- Και πως το ξέρεις; Πηδήχτηκες μαζί του; Έχει γκόμενα;
- Όχι και όχι.
- Άρα πως ξέρεις ότι είναι στρεητ. Τίποτε πάνω δεν θυμίζει Στριτ, απολύτως τίποτε. Ο τύπος είναι γκέι και μάλιστα κρυφός (έτσι λάλησε ο Γκρηκστορης και δεν σηκώνει αμφιβολία).
- Ατε ρε, μα νομίζεις;
- Εν νομίζω, είμαι σιγουρότατος!

Πέρασε η βραδιά άδοξα και ανιαρά, πήγα σπίτι, άρχισε η εβδομάδα και έφτασε η Τέταρτη το βραδύ που όλοι πάλι ξεμυτούν για την Ποντστρασσε. Κι’ εμείς το ίδιο. Να ξεκαθαρίσω ότι ο Σσιατς κι εγώ βγαίνουμε ξεχωριστά και βρισκόμαστε προγραμματισμένα τυχαία πάντα στο ίδιο μέρος. Έτσι κι’ αυτή την Τέταρτη το βραδύ. Πάλι στην ιδία θέση, πάλι τα ίδια πρόσωπα, γνωστά και μη, σαν μην έχει περάσει καθόλου ο χρόνος. Και στην γωνία η μονή διάφορα η Carrie Bradshaw Μαλκοβιτς. Πάλι ντυμένος στην τρίχα, πάλι άλλα παπούτσια, αυτή την φορά Ασικς Ταιγκερ εξκλουσιβ, όπως μου είπε από την Νέα Υόρκη.

Ένιωσα μια ελαφριά μορφή ζήλειας. Έχω να πάω Νέα Υόρκη εδώ και δεκατρία χρόνια. Ένιωσα μια τεράστια ποσότητα αυτολυπησης: Μπροστά μου στεκόταν ένας άντρας που εξωτερικά εκπλήρωνε πολλά από αυτά που επιθυμώ, σεξουαλικά με έλκυε αφάνταστα, ένιωθα ότι η έλξη είναι αμοιβαία αλλά κάτι με εμπόδιζε να κάνω το βήμα για να προσπαθήσω να μπω στον κόσμο του. Γύρισα και είδα για μια στιγμή τον Σσιατς που στεκόταν με του φίλους του στον κόσμο του και η αυτολυπηση αυξήθηκε αστραπιαία. Ο Μαλκοβιτς μου έριχνε χαμογελά γεμάτα νόημα, εγώ έβλεπα σαλιαρίζοντας τα παπούτσια του και αποφάσισα να φύγω και να δώσω τέλος στην αυτολυπηση. Ποιος ξέρει, αν είναι πεπρωμένο, κάποτε θα τον γνωρίσω, που θα μου πάει;


Διαβάστε πάρακατω...

Παρασκευή, 1 Μάϊος 2009

Πρωτομαγιάτικα κυνηγητά…

Δεν ξέρω τι γίνεται στις υπόλοιπες χώρες του κόσμου και για να ‘μια ειλικρινής δεν με ενδιαφέρει γιατί δεν είχα ποτέ καμιά ιδιαίτερη σχέση με την πρωτομαγιά. Δεν είμαι ούτε παγανιστής (αν και ταυτίζομαι πολύ με πολλά σύμβολα του παγανισμού), δεν είμαι κομμουνιστής (αν και η πρωτομαγιά από το Σικάγο ξεκίνησε, άρα καθ’ αυτόν καθαρή αμερικανική επέτειος) και δεν είμαι ευτυχώς Γερμανός.

Οι Γερμανοί συνέχισαν το παγανιστικό συνήθειο κάπως μεταλλαγμένο και στις τριάντα Απριλίου, παραμονή της πρωτομαγιάς τρέχουν από το απόγευμα σαν υστερικοί να βρουν κλαδιά δέντρων τόσο μεγάλα όσο ένα νεαρό δέντρο, να τα κόψουν, να τα στολίσουν με γιρλάντες πολύχρωμες και να τα στήσουν το βράδυ κάτω από το παράθυρο της αγαπημένης τους για της δείξουν ότι την θέλουν στ’ αλήθεια και να πάει καλά η σχέση τους όλο το χρόνο. Κάτι δηλαδή σαν πρωτοχρονιά, ανάσταση, καρναβάλι και οποιαδήποτε άλλη γιορτή που γίνεται το έλα αφορμή βοήθα με για να τα σπάσουμε στο ποτό και στο μεθύσι. Ο Γερμανός χρειάζεται πάντα μια αφορμή για να πιει, για να ‘ρθει στο κέφι τσακίρ και συνεπώς για να του σηκωθεί, διαφορετικά δεν…


Όταν ήμουν φοιτητής η γιορτή της πρωτομαγιάς δεν ήταν τόοοοσο μεγάλη υπόθεση. Γίνονταν αυτά που γίνονταν αλλά σε περιορισμένο βαθμό. Την τελευταία πενταετία όμως μετά από συντονισμένες στρατηγικές μάρκετινγκ όλων νυκτερινών γίνεται στις τριάντα Απριλίου το έλα να δεις. Και αυτό γιατί δίπλα μας, στην Ολλανδία έχουν την τριακοστή Απριλίου σαν μέρα της βασίλισσας οπού κάθε χρόνο μαζεύονται περισσότεροι από μισό εκατομμύριο επισκέπτες για να γιουχαΐσουν την Βεατρικη (άλλη λόξα κι’ αυτή). Ο Γερμανός λοιπόν που δεν χωνεύει ιδιαιτέρα τον Ολλανδό σκέφτηκε τι να κάνω για να τους την σπάσω και αναβάθμισε την γιορτή της πρωτομαγιάς.

Εγώ πάντα απών απ’ αυτά τα ποταπά. Ήθελα πάντα την ησυχία μου. Ειδικά τώρα με την καινούργια μου δουλειά που με πηδά κανονικά που να βρω όρεξη και διάθεση για έξω. Αρχή είναι πρέπει να συνηθίσω.
Χτες το βραδύ με ρώτησε ο Σσιατς αν ήθελα να βγω μαζί του και με τους καινούργιους του φίλους. Τα περί Σσιάτς τα γραφώ στο παρασκήνιο και σε μια στιγμή θα δημοσιευτούν κι’ αυτά.

Η νύχτα ήταν πολύ γλυκιά, η δεύτερη γλυκιά νύχτα της Άνοιξης φέτος, είχε καλή θερμοκρασία, και οι μυρωδιές του αέρα ξυπνούσαν βαθειά κοιμισμένες επιθυμίες. Δέχτηκα να πάω να τους συναντηθώ με υστεροβουλία, γιατί μετά ήθελα να βγω στο κυνήγι για καθυσηχασμό τεστοστερονούχων δυσκολιών. Είχα μόλις επιστρέψει από το Παλατινάτο της Ρηνανίας οπού είχα την ευκαιρία παράλληλα με την δουλειά να απολαύσω τις εξωπραγματικές εικόνες των οχθών του Μοζελ και ήμουν κάπως κουρασμένος αφού έκανα και ενδιάμεσο σταθμό στο γυμναστήριο, ήταν όμως κρίμα να αφήσω τέτοια νύκτα να φύγει χωρίς να την νιώσω στο ελάχιστο της.

Τον άφησα να ετοιμαστεί, πάντα τοπ ντυμένος ο Σσιατς, και να προπορευθεί. Έκανα κάποια τηλεφωνήματα, ντύθηκα κάτι σαν λετσος αφού δεν είχα όρεξη να μπω στα εικοστεσσερα μου που ούτως η άλλως δεν είχα για να πάω στην φοιτητική περιοχή και ξεκίνησα απ’ το σπίτι με κατεύθυνση την Ποντστρασσε οπού βρίσκονται όλα τα μπαρ, μπυραρίες και εστιατόρια του κέντρου, όχι όλα αλλά τα περισσότερα.

Η νύχτα μύριζε στ’ αλήθεια άνοιξη. Γνώριμο συναίσθημα μετά από ένα χρόνο χειμερίας νάρκης. Το μισοφέγγαρο πάνω ψηλά στο αχανές σκοτάδι με συνόδευε στα λίγα μέτρα που είχα να διανύσω μέχρι την Ποντστρασσε όπως έκανε και πέρσι και προπερσι.

Με το που άφησα την τελευταία γωνιά του δρόμου πίσω μου και μπήκα στην Ποντστρασσε έπαθα αγοραφοβία: το «γεμάτη» δεν περιγράφει την κατασταση που επικρατούσε. Ο κόσμος πατεις με πατώ σε, σαν μην είχε μια ζωή ξαναβγεί απ’ το σπίτι του, ήταν εμφανείς οι κλεισούρες ενός ολοκλήρου χειμώνα.

Κάτω από κανονικές συνθήκες θα μου άρεσε. Αλλά μόλις αντίκρισα την εικόνα της πολυκοσμίας και χωρίς να προηγηθεί τίποτε συγκεκριμένο και άσχημο, ούτε το ίδιο βράδι αλλά ούτε και τις προηγούμενες μέρες άρχισαν τα δάκρυα να τρέχουν απ’ τα μάτια μου ποτάμι. «Ρε Γκρηκστορης σταμάτα γιε μου, τι έπαθες στα καλά καθούμενα;» Τίποτε εγώ, να εκεί το δάκρυ βροχή. Άλλαξα κατεύθυνση και στράφηκα πρόσω ολοταχώς στο πάρκο της αμαρτίας να ηρεμήσω και να καταλάβω τι μου συνεβαινε. Μα έτσι ξαφνικά κλάμα γοερό; Άρχισα να πελλοδειχνω παραπάνω απ’ ότι επελλοδειχνα μέχρι τώρα;

Κάθισα σ’ ένα παγκάκι να ηρεμήσω. Έπαιξα το επόμενα δάκρυα γιατί δεν ήξερα για ποιο λόγο τα έχυνα. Κάθισα και σκέφτηκα…

Το υποσυνείδητο μας είναι τελικά ο τελειότερος αποθηκευτής αναμνήσεων και εικόνων, όχι RAM και gigabytes και παπαριες. Υποσυνείδητο για όλες τις εκδόσεις Windows. Ήταν ακριβώς η ίδια εικόνα που έζησα όλες τις σαιζόν των τελευταίων δυόμιση χρονών, καθώς έβγαινα τα ανοιξιάτικα και τα καλοκαιρινά βράδια στην αναζήτηση του πτώματος του Σσιατς, στη αναζήτηση της πλανεμένης του ψυχής και του θολού του μυαλού που τελικά θόλωσε και το δικό μου κατά τα φαινόμενα. Η ίδια εικόνα που δεν σβήστηκε από την μνήμη μου αλλά μπήκε κάπου εκεί βαθειά στο υποσυνείδητο δεν έγινε formated όπως τα δεδομένα του υπολογιστή αλλά μένει εκεί σαν φάκελος ρίζας.

Εικόνες που τελικά θα με κατατρέχουν, που δεν θα σβήσουν ποτέ μάλλον, άραγε θα τα καταφέρω ποτέ να συνυπάρξω μαζί τους;


Διαβάστε πάρακατω...

Του δρόμου...

Παραμελησα το μπλοκ μου, δεν τιθεται θεμα. Εχω ομως μια καλη δικαιολογια: αρχισα καινουργια δουλεια που με αναγκαζει να ταξιδευω πολυ. Εχω αρχισει να γυριζω ολοκληρη την Γερμανια κρατιδιο με κρατιδιο και γνωριζω μιαν αλλη Γερμανια που δεν ηξερα μεχρι τωρα. Τα γκει και τα σεξουαλικα τα αφηνω για αλλη φορα. Τωρα θελω να μοιραστω αυτες τις εικονες...


Λειβαδια με φρεσκες τουλιπες της εποχης στηνΡηνανια Βεστφαλια (δεν ηξερα οτι η Γερμανια παραγει τουλιπες...ειμαι ως γνωστον ππουλι)

Το Sommerhausen στην Βαυαρια



Διαβάστε πάρακατω...

Πέμπτη, 9 Απρίλιος 2009

Στιγμες Παθων...





Διαβάστε πάρακατω...

Κυριακή, 5 Απρίλιος 2009

Gossad!

(σύνθετη λέξη από το Gomora, ονομασία της Μαφίας στον ιταλικό νότο με κέντρο την Νάπολη και Mossad, η δημιουργία της γίνεται κατανοητή αφού διαβαστεί η ανάρτηση…και η λέξη είναι μέηντ μπάι Γκρήκστορης)

Η πρώην μέλλουσα δουλειά μου, που έγινε κι’ αυτή σαν το γιοφύρι της Άρτας, σαν το βλέμμα της αγελάδας το απλανές προς το μαλακισμένο, που όλο της χαϊδεύουν τα βυζιά αλλά κανείς δεν την πηδά, σαν την αιώνια αναζήτηση πέους άνω των εικοσιπέντε εκατοστών κουλουπου) είχε πέσει σε χειμερία νάρκη και εγώ την έβαλα αρχειοθετημένη στα ανεκπλήρωτα αφού τελικά έπρεπε με οδύνη να αντιληφτώ ότι οι Κύπριοι δεν είναι καλύτεροι από τους σκατοναζί και ότι και τα δυο είδη σκατών στο ίδιο καζάνι βράζουν.

Αρχές Φεβρουαρίου κτυπά το τηλέφωνο το γερμανικό με αναγραφή κυπριακού αριθμού. Παραξενεύτηκα αλλά το απάντησα (ναι έχω και του κουσούρι να μην απαντώ τηλέφωνα όταν δεν έχω διάθεση) ακούγοντας την γνώριμη φωνή της Καρακάξας από την Πάφο, μελιστάλαχτη και γλοιώδη
- Καλημέρα Γκρήκστορης, είσαι καλάααα;
- Καλημέρα Καρακάξα, μια χαρά είμαι, εσύ; Πως και;
- Να σου πω Γκρήκστορης μου (τούτο το «μου» στην Κύπρο είναι λόγος να πάρω μαχαίρι και να τους κάνω όλους χαρακίρι – δείτε την ανάρτηση της Ψυχίας για ανάλυση βάθους). Βρήκα έναν πιθανόν πελάτη που είναι στο Μιλάνο και θέλει οπωσδήποτε να επενδύσει στην εταιρεία μας με το να αγοράσει μέρος των προϊόντων μας.

- Καλό αυτό, μπράβο ρε Καρακάξα.
- Ναι αλλά θέλει να βρεθούμε στο Μιλάνο μεθαύριο κι’ εγώ δεν μπορώ να πάω και δεν έχει άλλον που να μπορεί να πάει και με ρώτησε ο Κύριος Καραμαλάκας αν μπορείς να πας εσύ.
- Και γιατί ρε Καρακάξα δεν μπορείς να πας;
- Ε ήντα; Να πάω μια γεναίκα μόνη μου στο Μιλάνο; (τον μισθό όμως ξέρει να τον πουντζιάζει)
- Τζιαι καλά ρε Καρακάξα γιατί να μεν πάεις μόνη σου στο Μιλάνο; Ήνταμπο να πάθεις; Δαμέ έζησες τόσα χρόνια στην Γάλλια με τον άντρα σου τζιαι γύρισες τζαι τον κόσμο, στο Μιλάνο εννά πάθεις τίποτε; (γιατί εννά ξεστραωθεί κανένας να την βιάσει; Εν νομίζω να υπάρχει τόοοοση απελπισία στον αντρικό πληθυσμό …και αν ναι…τότε ελάτε σε μένα!)
- Ε οι, εν μπορώ να πάω μια γεναίκα μόνη μου στο Μιλάνο, έν ηξέρω κανέναν τζι κάτω τζ’ αν μου τύχει τίποτε;
- Τζιαι εγώ ξέρω; (στο κάτω κάτω τζίνη γεναίκα εγω γκέι αν το πάρουμε με αυτό το δικαιολογητικό…το αφήνουμε όμως)
- Ναι αλλά άλλο εσύ (ναι βέβαια άλλο εγώ, εγώ είμαι σκατόππουσστης, τζαι να πάθω τίποτε εσσιεστήκατε).
- Μάλιστα…Και πότε πρέπει να βρεθείτε;
- Την Παρασκευή.
- Την Παρασκευή δεν μπορώ, να τον πάρεις τηλέφωνο και να κλείσεις ραντεβού για την ερχόμενη Τετάρτη, αν μπορεί καλώς, αν δεν μπορεί κόψετε τον λαιμό σας (με λίγα λόγια).
- Καλά θα του τηλεφωνήσω και θα σε πάρω πίσω.

Τις επόμενες μέρες ακολούθησε ένας τηλεφωνικός μαραθώνιος.

- Ρε καρακάξα, τι ξέρεις για τον πελάτη;
- Έεεε ότι το όνομα του είναι Πλυντήρωφ και ότι θέλει να επενδύσει στην Κύπρο.
- Ααα ιταλικότατο το όνομα…Γέννημα θρέμμα του Μιλάνου. Και τι δουλειά κάνει ο Πλυντήρωφ;
- Έεεεε εν ηξέρω ακριβώς (να ξερνάς τζιαι να μπουκώνεις μαλάκω, ήνταλως θέλεις να πουλήσεις έτσι;)
- Καλά και ο Κυριος Καραμαλάκας τι λέει;
- Έεεε έτο να πάμε (σημαίνει στην συγκεκριμένη περίπτωση να πάω) τζιαι να δούμε ακριβώς τι θέλει. Πάντως εν έτοιμος να επενδύσει δώδεκα εκατομμύρια στο τάδε μέρος που μας ανήκει.
- Μα ποιος;
- Ο Πλυντήρωφ.
- Καλά θέλει να σας δώκει δώδεκα εκατομμύρια τζιαι εν τον είδατε ποττέ;;;;; Ούτε ξέρετε ήντα δουλειά κάμνει; Ούτε έσσιετε ιδέα πόθεν έρκουνται τα δώδεκα εκατομμύρια;
- Εεε μα εν γι’ αυτό που πρέπει να πάεις Μιλάνο.
- Οοοοκέεευυυυυυ. Μιλούμε υποθετικά τώρα εντάξει; Πες ότι σε έναν ιδανικό κόσμο θέλει όντως να σας δώσει δώδεκα εκατομμύρια τζιαί πάω εγώ ο άγνωστος ο σκατόππουσστης με το ταγιέρ μου, τα γοβάκια μου και τον χαρτοφύλακα μου σαν μπίζινεςγουμαν (τούτα δεν τα είπα ακριβώς έτσι, μάλλον δεν τα είπα καθόλου, αλλά τα σκέφτηκα) τζιαι συναντώ τον. Ήνταλως φαντάζεσαι ότι εν να γίνει η συναλλαγή; Είδε με, άρεσα του έδειξα του τζιαι τα μπακαλλοδέφτερα που έσσιετε σαν προσπέκτους των προϊόντων σας, εν να χύσει τζιαι να μου δώκει μια βαλίτσα με δώδεκα εκατομμύρια; Πε μου ήντα που καταπίνεις να τα πιάω τζιαι γω. Πληηηηηηζζζζ.
- Χαχαχα…Ε οι ρε…άμα εν να γίνει η συναλλαγή εν να με πιάεις τηλέφωνο τζιαι εν να σου στείλω με ήμεηλ η με φαξ τα έγγραφα.
- Καλά μα επικοινωνείς με τον νου σου ρε Καρακάξα; Εν να μου στείλεις εγγραφή με φαχ η με ήμεηλ για μεταβίβαση δώδεκα εκατομμυρίων τζιαι τζίνος που εν να τα πιάσει τα λεφτά εν θα ‘ναι παρών; Ούτε δικηγόροι, ούτε τραπεζίτης ούτε τίποτε;
- Ρε τούτα εν λεπτομέρειες. Μακάρι να κάτσει το πράμα τζιαι στο κάτω κάτω έρχεται την επομένη ο Κύριος Καραμάλακας τζιαι κλείνει την υπόθεση.
- Α καλά…Τζιαι που τον ήβρες τον πελάτη;
- Που το ίντερνετ (πολύ φερέγγυο)
- Έκαμες μιαν έρευνα να μάθεις το πόθεν έσχες; Με τι ασχολείται ακριβώς; Δεν σας κινεί την περιέργεια ότι ένας άγνωστος είναι έτοιμος να σας δώσει επειδή δεν σας ξέρει καθόλου και προ πάντων δεν έχει δει ποτέ αυτό που θέλετε να του πουλήσετε δώδεκα εκατομμύρια; Τζιαι καλά εσύ πες στ’ αρχίδια σου, εν κόφκει ο νους σου, ο κύριος Καραμαλάκας τι λαλεί πας το θέμα.
- Ε ρε, είπα του τζιαι είπε να πάμε (να πάω δηλαδή) να δοκιμάσουμε. Εν έχουμε να χάσουμε τίποτε παρά μόνο αυτά που θα μας στοιχίσεις εσύ.
- Άαα δηλαδή τζιαι τζίνος χάιε. Τώρα τι να σας πω; Αφού πληρώνετε ας πάω και βλέπουμε. Στείλε μου τουλάχιστον ότι έγγραφα έχεις να τους ρίξω μια ματιά πριν πέσω στο στόμα του λύκου οκ;

Έμεινα να σκέφτομαι για λίγο το θέμα αλλά ουσιαστικά δεν είχα να χάσω τίποτε. Θα πήγαινα μια μέρα Μιλάνο, θα ξέφευγα λίγο από εδώ και την βαθειά κατάθλιψη που με κυβερνούσε και θα ζούσα μια περιπέτεια. Από θέμα δουλειάς δεν το πήρα καθόλου σοβαρά γιατί όλη η συζήτηση ήταν του πουτσου. Όταν μάθει ο κύπριος να κάνει μπίζνες εγώ θα γίνω στρεητ. Αφού όμως πλήρωνε για μαλακιές ο Κύριος Καραμαλακας εγώ χεστηκα. Πόσο δύσκολο είναι να οργανώσεις μια πτήση στο Μιλάνο και πόσο δύσκολο είναι να κλείσεις ένα ραντεβού με έναν πελάτη; Πολύ όταν έχεις να κάνεις με κύπριους επιχειρηματίες και τις κότες που δουλεύουν μαζί του. Τελικά αφιέρωσα δέκα λεπτά και έκλεισα μόνος μου την πτήση και το ραντεβού με τον υποτιθέμενο πελάτη.

Η επόμενη τετάρτη έφτασε σύντομα και στις 4 το πρωί πήρα την πτήση για τι Μιλάνο, κουστουμαρισμένος να πάω συναντήσω τα αυθεντικά ιταλικά δώδεκα εκατομμύρια. Έφτασα εκεί γύρω στις οκτώμισι το πρωί. Το ραντεβού με τον μυστηριώδη πελάτη ήταν στις μια το μεσημέρι στην άλλη άκρη του Μιλάνου. Πήρα το τραίνο για το κέντρο και φτάνοντας εκεί σαράντα πέντε λεπτά αργότερα δεν ήξερα τι να κάνω για να περάσει η ώρα.

Κουβαλώντας λοιπόν το λαπτοπ στον ώμο με τα επτά του κιλά γιατί νόμιζα ότι πήγαινα για σοβαρή δουλειά, στο κάτω κάτω τα έξοδα μου ήταν καλυμμένα αλλά μόνο αυτά, εγώ ο μαλακας δεν ζήτησα περισσότερα λεφτά γιατί με έπιασε το φιλότιμο και η σοβαρή η εταιρία δεν προθυμοποιήθηκε να μου προσφέρει αμοιβή, ξεκολωθηκα να γυρίζω στο Μιλάνο, μπαίνοντας στον Αρμάνι, βγαίνοντας στου Ντόλτσε, βλέποντας τις διαφημίσεις του Μπεκαμ και του ξυλάγγουρου να φορούν τα βρακια του προαναφερθέντα ενώ παράλληλα ξεματιάστηκα να βλέπω τους θεογκομενους στις χάη περιοχές να πηγαίνουν πάνω κάτω. Ευτυχώς για το εγώ μου αφίχθηκα κι’ εγώ στο Μιλάνο ανάλογα ντυμένος και κυκλοφορούσα, όπως μου έλεγαν τα βλήματα που μάζευα κι’ εγώ σαν διογκούμενος στραβαρα μου.

Η ώρα πέρασε σχετικά γρήγορα και έφτασε η στιγμή του ραντεβού. Μπήκα σε ένα ταξί και του είπα την διεύθυνση που βρισκόταν παρεμπίπτοντος στην γκέι περιοχή του Μιλάνου αλλά και στην περιοχή με όλα τα βαποράκια, τι βαποράκια δηλαδή, βαποραρες, για όσους δεν ξέρετε τι εστί Μιλάνο.
Όταν έφτασα στο σημείο της συνάντησης που ήταν ένα εστιατόριο, δεν ήξερα τι ακριβώς περίμενα αλλά σίγουρα όχι αυτό που είδα: ένα εστιατόρια στιλ ελληνοκυπριακής ταβέρνας, καρακιτς φτιαγμένο μάλλον από την δεκαετία του εξήντα ξεχασμένο σ’ έναν από του κεντρικότερους δρόμους του Μιλάνου και στο κέντρο των τραπεζικών δραστηριοτήτων. Ίσως αυτά τα ξεθωριασμένα να έγιναν ξανά τρεντ και να μην το πήρα χαμπάρι. Κατέβηκα δειλά απ’ το ταξί και αφού κοίταξα καλά καλά γύρω μου μπήκα μέσα.

Η γκαρσόνα που με καλωσόρισε με το μισό της ήταν μια θεια Κακουρατου ενώ ο γκαρσόνος …άστα να πάνε. Έκατσα σ’ ένα κυπριακό τραπέζι με καρό κόκκινο άσπρο τραπεζομάντιλο πάνω σε μια ψάθινη καρεκλά, σαν να ήμουν στην Αθηαινου, και περίμενα τον μπίζνεσμαν να φτάσει. Παρήγγειλα ένα νερό, που έκανε την γκαρσόνα να με αντιπαθήσει ακόμα περισσότερο και περίμενα σαν την Πηνελόπη. Περίμενα, περίμενα, περίμενα κι’ άλλο αλλά μπίζνεσμαν δεν φαινόταν. Άρχισα να μην νιώθω καλά…από τη μια τα βλέματα σπίθες της γκαρσόνας που την έβγαζα μ’ ένα μπουκάλι νερό κι’ από την άλλη μόνος μου στο Μιλάνο με το λάπτοπ χωρίς σκοπό…Γιατί όλα σε μένα τυχαίνουν; Γιατί; Και να ‘ταν μόνο αυτό…

Αφού πέρασε μισή ώρα και Πληντήρωβ δεν έβλεπα αποφάσισα να τον πάρω τηλέφωνο: Ντριν…ντριν…ντριν..μπαμ και μου το ‘κλεισε. Εκεί πια τα πήρα. Φάνηκε ξεκάθαρα ότι το όλο θέμα ήταν ένα μπουγέλωμα και οι ηλίθιοι της Κύπρου στην απελπισία τους να πουλήσουν θα πήγαιναν και στου γαμω-την-μάνα-κολοχωρι για να βγάλουν ένα σεντ. Που έπεσα Θεέ μου; Γιατί τα βάσανα μου δεν έχουν ένα αίσιο τέλος ή τέλος πάντων ένα κάποιο τέλος;

Έκανα νόημα στην θεία Κακουράτου να πληρώσω το ένα λίτρο μπουκάλι το νερό για ενενήντα πέντε σεντ μόνο (γι’ αυτό με έβλεπε με το μισό της και παρεμπιπτόντως για να δείτε ότι σαν Κύπριοι είμαστε και ξεδιάντροποι: Στο Κόστα Καφέ στην Λεμεσό κοστίζει ένα καπουτσίνο €3,45 και άνω ανάλογα με το πόσες θερμίδες θα το παραγγέλλεις, στο Μιλάνο αντίθετα, που είναι σε τελευταία ανάλυση ένα κωλοχώρι που δεν το ξέρει κανένας, χωρίς ιδέα από μόδα, χωρίς διεθνές φλερ κουλουπου κοστίζει ένα καπουτσίνο στις χάη περιοχές €1,10. Περεταίρω σχόλιο περιττό) και την παρακάλεσα να μου φωνάξει ένα ταξί. Η πτήση μου ήταν μετά από έξη ώρες, δεν είχα ιδέα τι θα έκανα. Σκέφτηκα να κλειδώσω το λαπτοπ στον σταθμό και να πάω σε μια γκέι σάουνα να περάσω την ώρα μου (εδώ ο κόσμος καίγεται και το τέτοιο μου κτενίζεται). Να ξαναδώ όλο το Μιλάνο για τέταρτη φορά στη ζωή μου δεν είχα όρεξη και τόσα λεφτά δεν είχα μαζί μου.

Το ταξί ήρθε και του ζήτησα να με πάει στον σταθμό. Καθ’ οδών κτύπησε το τηλέφωνο. Μια φωνή άγνωστη μου εξήγησε ότι ήταν ο καθ’ αυτός πελάτης κι’ ότι ο Πληντηρωβ ήταν μόνο ο μεσάζων ζητώντας μου να συναντηθούμε σε ένα άλλο εστιατόριο σε είκοσι λεπτά. Μου μίλησε σε άπταιστα γερμανικά με μια απροσδιόριστη προφορά, που κάτι μου θύμιζε αλλά δεν μπορούσα να προσδιορίσω τι. Έδωσα τις καινούργιες οδηγίες στον οδηγό με τα θεοσπασμένα μου ιταλικά (πρέπει να τα φρεσκάρω, το μόνο που θυμάμαι καλά είναι το κε κατσο βόη και το σκούπα με).

Έφτασα σ’ ένα καταπληκτικό εστιατόριο με πολύ γκλάμουρ και στιλ. Αμέσως άρχισα να παίρνω τα πάνω μου. Ίσως να μην είναι φιάσκο το όλο θέμα τελικά.

Μπήκα μέσα με αέρα σταρ και αφού τους εξήγησα, ο θεός ξέρει πως, ότι έχω ραντεβού μ’ έναν άγνωστο μου έδωσαν ένα τραπέζι για τέσσερις. Κάθισα και περίμενα. Σε δέκα λεπτά μπήκαν μέσα δυο νεαροί, ένας χοντρούλης με μούσι και ένας λεπτός με κουστούμια και γραβάτες και οι δυο με γαμψή μύτη σαν να είχαν βγει και οι δυο τους από την λίστα του Σιντλερ. Ο χοντρούλης μιλούσε άπταιστα γερμανικά, ο άλλος μόνο αγγλικά και μεταξύ τους κάτι σαν αλαμπουρνέζικα. Ρώτησα τι γλώσσα ήταν και έμαθα ότι ήταν εβραίοι.

Και μπήκαμε στο ψητό…Ο χοντρούλης ήταν αυτός με τα δήθεν λεφτά, ο άλλος το τσιράκι του. Αφού κατάφερε να μπει στο στοπ λίστ της Ελβετίας (πόση μαλάκια πρέπει να κάνεις για να καταφέρεις αυτό τον άθλο;) ξέμεινε στην Ιταλία με ένα μάτσο ελβετικά φράγκα που ήθελε να τα ξεπλύνει. Οι σκηνές περνούσαν αστραπιαία από μπροστά μου: καραμπινιέροι να με παίρνουν σηκωτό στα μπουντρούμια του Μιλάνου, χωρίς καν να αποχαιρετίσω τους αγαπημένους μου, κάποιος να γράφει μετά από χρόνια το εξπρές του μεσονυκτίου νούμερο δυο καίγω να πεθαίνω πολλαπλά βιασμένος και ξεχασμένος πίσω απ’ τα σιδερά της φυλακής.

Άρχισε ένας καινούργιος τηλεμαραθώνιος με την Κύπρο για να ξανααντιληφθω ότι ο κύπριος μπακάλης γεννήθηκε και μπακάλης θα πεθάνει.
Προσπάθησα να ξεμπερδέψω γρήγορα με το όλο θέμα αφήνοντας το ανοικτό και έφυγα μετά από ένα στέικ και σπαγγέτι κτυπώντας το κεφάλι μου στον τοίχο γιατί να έχω συμπατριώτες που να είναι τόσο ηλίθιοι. Εκεί ήρθε και η τελική απόφαση μέσα μου να μην δεκτώ την δουλειά στην Κύπρο κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες αλλά μόνο με τους δικούς μου, κάτι που ήταν εκ φύσεως καταδικασμένο.

Ο εβραίος με ακολουθησε τηλεφωνικώς στην Γερμανία για λίγες εβδομάδες ζητώντας μου να δουλέψω για αυτόν. Τον άφησα κι’ αυτόν να περιμένει.
Στον κύπριο μπακάλη έδωσα αμετάκλητους ορούς συνεργασίας ευρωπαϊκών προδιαγραφών. Ακόμα περιμένω απάντηση…Ούτε καν με πήραν τηλέφωνο να ρωτήσουν τι έγινε με τον εβραίο…Αυτά… Με έστειλαν με δικά τους έξοδα στην Ιταλία και δεν μπήκαν καν στον κόπο να μάθουν τι έγινε…This ist the cyprus way of doing business.


Διαβάστε πάρακατω...

Σάββατο, 21 Μάρτιος 2009

Ετσι απλα...

Η εμπνευση μου ηταν ο Aceras. Οταν τα ειδα να ξεπεταγονται ετσι δειλα απο το υγρο ακομα χωμα, θυμηθηκα τις φωτογραφιες του...






...τα σχολια του, αντιληφθηκα παραλληλα ομως οτι στ' αληθεια αρχισε η Ανοιξη, μεγαλυτερες μερες, περισσοτερο φως, περισσοτερες ελπιδες, καινουργιες δυναμεις, αναζωγονηση, απλη ομορφια που γεννιεται ξανα.


Στον Acera λοιπον που εγινε η εμπνευση μου και σε ολους εσας που γινατε οι παρεες μου εδω, με τα σχολια σας, με την παρουσια σας, με τις σκεψεις σας.

Σας αφιερωνω τουτες τις απλες φωτογραφιες απο την καινουργια Ανοιξη στο παρκο του Μπεννυ και σας ευχαριστω...Ξερετε εσεις...



Διαβάστε πάρακατω...

Κυριακή, 8 Μάρτιος 2009

Splash!

Η αλήθεια είναι ότι το νερό, μιλώ για το φυσικό στοιχείο «νερό», αποτέλεσε πάντα πηγή δύναμης και ενέργειας της ζωής μου. Ίσως να υπήρξα σαν ψάρι σε μια άλλη ζωή, να πούμε ένα γοητευτικότατο δελφίνι, μια θεόκομψη όρκα, μια γλυκιά φώκια, καρχαρίας μάλλον όχι γιατί έχω και κάποιο επίπεδο, κάποια γούστα, μην ξεπέσω εντελώς…

Δεν μπορώ να το εξηγήσω παρά μόνο μεταφυσικά…έχοντας νερό κοντά μου, σε απόσταση χρήσεως εννοώ, με κάνει νιώθω ζωντανός, ξαναγεννημένος. Από τότε που μπορώ να θυμηθώ το νερό με μάγευε, με μεθούσε, μ’ έκανε να νιώθω αήττητος, ακατανίκητος, θεός! (θεά;!). Η θάλασσα ήταν πάντα φίλη μου, δεν τη φοβήθηκα ποτέ, ούτε ακόμα σε καιρούς τρικυμιών, ούτε όταν την γνώρισα σαν ωκεανό αγριεμένο. Μεγαλώνοντας εκμεταλλεύτηκα αυτή την μαγεία της θάλασσας, του νερού και συνδυάζοντας το φυσικό και άγνωστο μέχρι τότες ταλέντο έγινα κολυμβητής και μάλιστα πρωταθλητής (ναι, μη με βλέπετε τώρα που έγινα πρωταθλητής ψυχασθένειας, παλιά ήμουν και κανονικός πρωταθλητής).



Μεγαλώνοντας ακόμα περισσότερο τελείωσε το άστρο του πρωταθλητισμού και άρχισε η περίοδος της μαστούρας της φοιτητικής, με όλα τα κακά που την συνοδεύουν όπως περιττά κιλά, πλαδαρότητα, κάπνισμα, ψυχοψάξιμο, δημιουργία ντουλάπας, έξοδος απ’ την ντουλάπα, τρέξιμο σε διαιτολόγους για να κάνουν μάγια να επιστρέψει η σωματάρα η παλιά που έφυγε ανεπίστρεπτη, κόψιμο του τσιγάρου, φίτνες στούντιο, ιδρώτας και τέλος, ως εκ θαύματος η επανακάλυψη του νερού…τα πάντα ρει.

Πριν από δεκαπέντε μήνες ακριβώς έκοψα το τσιγάρο, τα χάπια να ‘ναι καλά (Ψυχία: όταν ψοφήσω να μου κάνετε νεκροψία, να βγάλετε όσα χάπια έμειναν αχώνευτα και να ανοίξετε φαρμακείο σέκοντ χαντ με το όνομα μου οκ;) και θυμήθηκα την παλιά μου τέχνη κόσκινο…και βρήκα ξανά το δρόμο προς την πισίνα με σκοπό να ανακαλύψω το θαμμένο μου ταλέντο για να ξανακάνω σωματάρα (ναι την έκανα, θενκ γκοτ).

Το καλοκαίρι σταμάτησα την προπόνηση λόγω διακοπών. Με την επιστροφή μου από τις διακοπές άρχισε η δουλειά, η καθημερινότητα, οι δυνάμεις μου άρχισαν να με εγκαταλείπουν γενικώς μετά από είκοσι ένα μήνες καθήκον σωτηρίας για τον Σσιάτς μέχρι που έπεσα ολοκληρωτικά στην μαύρη τρύπα της κατάθλιψης. Και πριν μια εβδομάδα θυμήθηκα σαν τελευταία ελπίδα σωτηρίας το νερό. Και ξαναβρήκα με το ζόρι το δρόμο προς την πισίνα και την σωτηρία μου με σκοπό κρυφό μια ελπίδα να νιώσω καλύτερα με κάτι που κάνω καλά, με μια επιτυχία έστω και στο νερό έστω κι’ αν την ξέρω μόνο εγώ και κανένας άλλος, χρειαζόμουν μια επιτυχία για το εγώ μου. Και άρχισα ξανά την προπόνηση.

Δεκαπέντε μήνες μετά το τσιγάρο έμεινα εκπληκτος απο την επιστροφή της αντοχής των εφηβικών μου χρόνων, το νερό ενέργησε σαν ελιξίριο ζωής. Βούτηξα μέσα στο νερό κουρασμένος και διψασμένος συνάμα, διψασμένος πραγματικά για ενέργεια, για ζωή, για δύναμη, και κουρασμένος απ’ όλα όσα έγιναν τα τελευταία χρόνια. Άρχισα να κολυμπώ με μανία σαν να ήθελα να ξεφύγω από όλους και όλα, να αφήσω το Άαχεν πίσω μου χωρίς μια τελευταία ματιά, τον Σσιάτς, τον Μπεννυ, τους Σκατογερμανους και την κοινωνία τους, άρχισα να κολυμπώ σαν να ‘χα σκοπό να φτάσω στην Ουτοπία μέσα από μια εικοσιπενταρα πισίνα. Έτρωγα τα μέτρα το ένα μετά το άλλο, και στα πρώτα πεντακόσια μετρά άρχισε το γαλακτικό οξύ που μαζεύτηκε στις μυϊκές ίνες των ώμων μου να μου προκαλεί πονάκια, ασήμαντα σε σύγκριση με αυτά που πονούσαν πραγματικά αλλά δεν το έβαλα κάτω, ήξερα τις τεχνικές αυτές, εγώ θα ξεγελούσα τους μυς μου και θα συνέχιζα και έτσι έγινε, συνέχισα και τα πονάκια εξαφανίστηκαν και συνέχισα να καταβροχθίζω τα μετρά αχόρταγα, ξαναβρήκα την πηγή της ζωής, την δύναμη που μου έλειπε τόσες εβδομάδες, αυτήν ακριβώς αναζητούσα, γιατί ήμουν τόσο βλάκας και την ξέχασα τόσο καιρό, αυτή ήταν η ενέργεια που με γιάτρευε, γιατί την είχα παραγνωρίσει μέσα στο σκοτάδι που έπεσα; Άσχετο πια, την βρήκα κι’ αυτό ήταν σημαντικό.

Παλιά όταν κολυμπούσα μεταξύ των σαράντα τσιγάρων που κάπνιζα τέλειωνα με το ζόρι ενάμιση μέχρι και δυο χιλιόμετρα με το ζόρι μέσα σε μια ώρα και έβγαινα έξω από την πισίνα με ρυμουλκό. Τώρα γλιστρούσα με ελαφρότητα αφάνταστη, την ελαφρότητα που θα ήθελα το είναι μου να είχε, την ελαφρότητα που είχα πάντα και κάπου τελευταία την έχασα, μια ελαφρότητα δελφινιού που βρήκα απρόσμενα στα πρώτα τρία χιλιόμετρα της ελπίζω καινούργιας μου φάσης. Γλιστρούσα μέσα στο νερό κολυμπώντας πεταλούδα, έβλεπα τις παλάμες μου να σχάζουν την επιφάνεια του νερού και να κατευθύνονται από τα χέρια μου δυναμικά και σίγουρα στο βάθος και παράλληλα με το κορμί μου που σπαρτάριζε ταυτόχρονα και μετά έβγαιναν σαν φτερά στο αέρα για να ξανακάνουν την ιδία διαδρομή, το ίδιο δυναμικά, το ίδιο δυνατά, ακούραστα, δεν ήμουν εγώ αυτός που κολυμπούσε, ήταν ξανά ο έφηβος που αναζωογονήθηκε, ο κοιμισμένος έφηβος που ξύπνησε παραμερίζοντας τον κουρασμένο ενήλικα, έβλεπα καθώς άφηνα τα μετρά πίσω μου σκηνές της εφηβείας μου, τα έπαθλα, τα βάθρα, τα αισθήματα και τις σκηνές του θριάμβου και κολυμπούσα με τον ίδιο ρυθμό σαν να ‘μουνα στο τότε.

Έφτανα στο τέλος της διαδρομής και γύριζα στο ύπτιο και σε κάθε πλάγια στροφή του κεφαλιού μου έβλεπα το αφρό του νερού καθώς το κορμί μου το ξέσκιζε με μια ερεθιστική σχεδόν ταχύτητα, γύριζα ξανά σε πρόσθιο χαλαρώνοντας ελάχιστο παρακολουθώντας τους υπόλοιπους που κολυμπούσαν στην πισινά επιβεβαιώνοντας την υπεροχή μου και ακολούθως έκανα στροφή για ελεύθερο αφήνοντας τους περισσότερους για τέταρτη φορά πίσω μου. Ναι ήμουν γαματα κάλος και το απολάμβανα, το νερό ήταν το στοιχείο μου, η ζωή μου.
Κολύμπησα με σύστημα τρία χιλιόμετρα σε μια ώρα και όταν το αντιλήφτηκα με κατάκλυσε ένα αίσθημα ικανοποίησης και περηφάνιας για την απροσδόκητη επιτυχία.

Βγήκα ανάλαφρος απ’ το νερό και πήγα στα ντους νιώθοντας όπως τότε πρωταθλητής, αυτή την φορά χωρίς κοινό.
Πάτησα το ζεστό νερό, γδύθηκα μένοντας γυμνός κάτω απ’ το δυνατό νερό κι’ άρχισα να σαπουνίζω το κορμί μου χωρίς αρχικά να αισθάνομαι το περιβάλλον γύρω μου, μόνο τον θόρυβο του νερού που έβγαινε δυνατά από το ντους, συγκεντρωμένος στις αμέτρητες σκέψεις μου. Γυρίζοντας από κει κι από δω παρατήρησα επιτέλους ότι ο μόνος αδιάφορος στα ντους ήμουν εγώ, τρία πουλάκια κάθονται. Όλων των αντρών τα μάτια έπαιζαν ένα παιγνίδι ερωτικό, αναζητούσαν την περιπέτεια διακριτικά κι’ εγώ στον κόσμο μου δεν πήρα τα πρώτα λεπτά χαμπάρι σαν ως κοινό γνωστό βλήμα που είμαι.
- «Ωπα, Γκρηκστορης, κάτσε δαμε που είσαι τζιαι μεν ταράξεις» σκέφτηκα, «εδώ είσαι στο σωστό μέρος».
Ξανασαππουνιστηκα, αυτή την φορά πιο αργά, πολύ πιο αργά, σκύβοντας επιτηδευμένα, τεντώνοντας μετά τα χεριά προς τα πάνω σαν την διαφήμιση του Παλμολιβ χαϊδεύοντας πηγαίνοντας προς τα κάτω τις μασχάλες μου σαγηνευτικά, γυρίζοντας το κεφάλι λοξά και διακριτικά να δω ποιος με κοιτάζει, παρακολουθώντας παράλληλα τις ασυνείδητες αντιδράσεις των υπολοίπων παρόντων. Εγώ που πίστευα ότι ήμουν ντροπαλός και χέστρα έβλεπα τους άλλους να κάνουν ακόμα πιο προκλητικές κινήσεις, τι γίνετε ρε παιδιά, θα πηδηχτούμε εδώ και τώρα στα ντους; Τα πέη των εμπλεκόμενων άρχισαν να ψιλοφουσκωνουν, να γίνονται έτοιμα για δράση. Εκτός από ένα δυο ηλικιωμένους, ρυτιδιασμένους, πλαδαρομένους και ετοιμοθάνατους οι υπόλοιποι ήταν από νεαροί μέχρι μεσήλικες, όχι όλοι ελκυστικοί αλλά πάντως όχι και αδιάφοροι. Μελέτησα τις ανατομίες τους καλά και συγκεντρώθηκα σε μόνο τέσσερις (σε πόσους έπρεπε δηλαδή να συγκεντρωθώ για να είμαι πρέπων κι’ όχι κατά το κοινό χουβερ;) Εκεί που ήταν όλα έτοιμα για δράση μπήκε μέσα ένα τσούρμο σκατομπάσταρδοι του δημοτικού και μας έκαναν την φάση σκατα. Αχ Ηρώδη που είσαι;

Πήγα στην καμπίνα μου και πρόσεξα οτι με ακολουθησαν διακριτικά δυο. Έριξα βλέμμα Άβα Γκαρνερ στην Ξυπόλητη Κόμισσα και κλειδώθηκα για να ντυθώ. Βγαίνοντας πρόσεξα μπροστά μου τον ένα από τους τέσσερις, τον λιγότερο ελκυστικό αλλά όχι κι’ εντελώς αδιάφορο. Έξω άρχισε να βρέχει χιονόνερο και έκανε κρύο. Ήμουν στο έτσι κι’ έτσι να τον ακολουθήσω, πήγα στο αυτοκίνητο και τον είδα να με κοιτάζει έντονα και να προχωρεί το δρόμο του. Υπολογισα ότι θα έμενε κάπου εκεί κοντά κι’ αφού πήρα τον ανάλογο εξοπλισμό από το αυτοκίνητο τον ακλούθησα. Το χιονόνερο έπεφτε ελαφρά αλλά ήταν αισθητά κρύο, πίστευα όμως ότι θα έμενε εκεί κοντά κι’ έτσι κατάπια κι’ αυτή την δοκιμασία και τον ακλούθησα. Προχωρούσε γυρίζοντας κάθε λίγο πίσω κοιτάζοντας με κι’ εγώ τον ακολοθουσα σαν σκυλί που έτρεχε το κόκαλο του ξωπίσω. Προχωρούσε, προχωρούσε κι' αν συνέχισε κι’ άλλο θα περνούσαμε τα πάλε ποτέ ολλανδικά σύνορα όποτε συνειδητοποίησα ότι κανένα αγνώστου φύσεως πέος δεν αξίζει τόσο χιονόνερο μετά από τόσα υγρά χιλιόμετρα κι’ έτσι σταμάτησα για λίγο για να προσέξει ότι δεν τον ακόλουθο πια και πήρα τον δρόμο του γυρισμού για το αυτοκίνητο.

Το βλέμμα του όμως μ’ έκανε να καταλάβω ότι ήθελε να συνεχίσω να τον ακολουθω και μένα η περιέργεια μου και η νοσταλγία για μια περιπέτεια με ρίσκο με έπραξε να τον ακολουθησω ξανά. Ήταν πια φανερό ότι δεν έμενε εκεί κοντά και έψαχνε μια καλή κρυψώνα μέρα μεσημέρι για να μπορέσουμε να μπούμε στα καθέκαστα. Συνεχίσαμε το ψάξιμο μαζί δίπλα δίπλα, μου μίλησε με σπασμένα γερμανικά, με σπασμένα αγγλικά, με όλα τα σπασμένα και κατάλαβα ότι ήταν Γάλλος με τα σπασμένα μου γαλλικά.
Βρήκαμε ένα εγκαταλειμμένο γήπεδο τένις και σταθήκαμε σε μια γωνία με το χιονόνερο να πέφτει ακόμα ασταμάτητα. Κάτι μου είπε που το κατάλαβα σαν το κυπριακό «σασσιάρω». Δεν κατάλαβα την σημασία και την συνοχή του σασσιάρω ώσπου απελευθέρωσε το σκληρό του πια όργανο, το οποίο ήταν μετρίας φυσιολογίας, άρα καμία σχέση με το λιποθυμώ απ’ το δέος και συνέχισε να μου λέει να σασσιάρω. Τι να εννοούσε άραγε; Γιατί έπρεπε να σασσιάρω; Δεν μπορούσα να το καταλάβω αμέσως. Παρακολούθησα το μπόντυ λάνγκουητζ του και έκανα τικ: Σασσιάρω από το γαλλικό σεσσς (seche) σημαίνει με λίγα λόγια σκάσε και χωσ’ τον στο στόμα σου, a fucking blow job. Ε άτε, να του χαλάσω χατίρι; Το χιονόνερο το έφαγα που το έφαγα τώρα έμεινε το κύριος φαγητό. Άσχημα δεν μου έκατσε αλλά ο κύριος ήθελε και συνέχεια. Α όλα κι’ όλα φίλε μου αλλά άλλο χιονόνερο δεν ήθελα να φάω. Του εξήγησα και συμφώνησε δίνοντας ραντεβού για την ερχόμενη δευτέρα στην πισίνα, στα ντους και στα αποδυτήρια.

Ναι το νερό πάντα με αναζωογονούσε, μου έδινε ενέργεια ζωής και περιπέτειας. Δεν βγήκα ακόμη εντελώς απ’ το λούκι αλλά τουλάχιστον άρχισα να νιώθω ξανά το αίμα να κυλά στις φλέβες μου. Κάτι είναι κι’ αυτό.
Λεξεις-Κλειδια: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,


Διαβάστε πάρακατω...

Κυριακή, 1 Μάρτιος 2009

Προσωπικα...

video


Διαβάστε πάρακατω...

Je te dirais les mots

video


Διαβάστε πάρακατω...

Σάββατο, 21 Φεβρουάριος 2009

Της Λήθης η Λήθη


Προσπαθώ να ανοίξω τα μάτια κάθε πρωί… η τουλάχιστον τότε που εγώ νομίζω ότι είναι πρωί, αρχή ακόμα μιας μέρας, μιας κραιπάλης ξανά. Σηκώνομαι σαν ανάπηρος και πάω στην κουζίνα βλέποντας τον σκύλο να με κοιτάζει για καλημέρα, προσπαθώ να δω αν κατουρήθηκε πάλι το βράδυ, οι ακράτειες του μου έλειψαν στην παραζάλη μου, πάω στην κουζίνα να κάνω ένα διπλό καπουτσίνο και ψαχουλεύω με ακόμα θολά, μισόκλειστα μάτια την θήκη των χαπιών μου, χάπι άουαρ, αλλά δεν θυμάμαι τι πρέπει να πάρω σήμερα, να ‘ναι το μωβ η να ‘ναι το ροζ το χάπι, έχω χάσει λογαριασμό, δεν γαμιέται, κακό δεν μου κάνουν, τα κατεβάζω και τα δυό για να μη σπάω το σαπισμένο μου μυαλό μες την θολούρα του να κάνει αναλογισμούς πότε κατάπιε τι, παρ’ τα όλα με μιας, σκέφτηκα, και είναι όλα καλά, ξαναρχίζεις να μετράς από σήμερα τις σωστές μέρες. Σκατά, αφού ξέρω ότι πάλι θα χάσω τον λογαριασμό, δεν γαμιέται, χάπια είναι αυτά για να τα παίρνω είναι κι’ όχι για να τα μετρώ, γαμώτο, αν έφερναν το σωστό αποτέλεσμα, θα τα ‘παιρνα όλα μαζί για να ησύχαζα, να μην ξανά ξυπνούσα ποτέ, να ‘μενα στο λήθαργο το σαγηνευτικό, μέσα στο σήραγγα που χάθηκα, αυτή κι’ αν είναι σήραγγα, χωρίς φως στην άκρη την κλασσική, όλοι δεν βλέπουν φως στην άκρη του τούνελ, έτσι δεν λένε όλοι που έχουν μπει κάποτε στη ζωή τους σε μια σήραγγα; Ε εγώ λοιπόν δεν βλέπω ούτε φως, ούτε σπίθα ούτε παπάρια κι’ αν έβλεπα δηλαδή φως τι θα ήταν διαφορετικό; Ποιος μαλάκας είπε ότι το φως είναι ελπίδα; Σκατά είναι κι’ αυτό όπως κι’ όλα τ’ άλλα.


Δεν ξέρω καν τι μέρα είναι σάμπως κι’ έχει σημασία η μέρα, όλες ίδιες είναι οι ριμάδες, ούτε καν ξέρω πότε έρχονται πότε φεύγουν, ο χρόνος μου είναι ισοπεδωμένος, επίπεδος. Κάτι μου λέει ότι έχουν περάσει περίπου έξη εβδομάδες από την μέρα που σκέφτηκα σαν κανονικός άνθρωπος για τελευταία φορά αλλά ούτε και γι’ αυτό είμαι σίγουρος, και ποιος χέστηκε σε τελευταία ανάλυση; Σήμερα δεν είναι διαφορετικά, άρχισα κάπως να ξανανιώνω μόνο για λίγες ώρες μόνο και μετά πάλι τα ίδια, δεν ξέρω τι με έριξε στο τούνελ, ότι και να’ ναι δεν είναι σημαντικό, είμαι τώρα μέσα. Νιώθω ότι θέλω να φύγω, να ξεδώσω, θέλω να πάω σπίτι μου, θέλω την μανούλα μου, τον αδελφούλη μου αλλά κι’ από την άλλη ξέρω ότι κι’ αυτό θα’ ναι παροδικό, τι να μου κάνουν κι’ αυτοί οι άμοιροι, σάμπως θα με γλυτώσουν απ’ τα βούρκα που πέφτει μέσα η ψυχούλα μου, σάμπως θα μπορέσουν να μου γιατρέψουν τις αγνώστου καταγωγής πληγές μου;

Δεν μ’ αγγίζει τίποτε πια, έχω γίνει γαϊδούρι, δεν έχω πια ευαισθησίες, δεν μπορώ να κρατώ πια ισορροπίες, θέλω να είμαι για μένα, πώς να το κάνω αυτό γαμώτο; Πως γίνεται; Γιατί δεν το’ χω μάθει ποτέ αυτό; Δεν έχω ιδέα, το μόνο που ξέρω συνειδητά είναι ότι θέλω να είμαι για μένα, χωρίς εκούσια παρμένες ευθύνες, χωρίς το άγχος για το πώς θα είναι το μέλλον μου, ποιος θα με συντηρεί στα γηρατειά αφού ποτέ δεν μπόρεσα να πληρώσω σε κανέναν τίποτε και κληρονομιές δεν υπάρχουν, χωρίς το άγχος το υπαρξιακό, να’ ναι ο θάνατος μια λύση, μια μόνιμη φυγή, μια αποτελεσματική λύση; Ή να ‘ναι κι’ απ την άλλη πλευρά τα ίδια σκατά με τα εδώ; Τουλάχιστον δεν θα’ χω λογαριασμούς να πληρώνω…

Χάνομαι μέσα στο ίντερνετ και ξεχνιέμαι, έχω ανακαλύψει μια ιστοσελίδα που μπορώ να δω όλες τις ελληνικές σειρές, και χάνομαι μέσα στον κόσμο της Πολυκατοικίας, του Ευτυχισμένοι Μαζί, του Ματωμένα Χώματα, ζω την πεθαμένη ζωή μου μέσα απ’ την ζωή τους, δεν έχω πια δική μου ζωή, κάπου την έχασα σε κάποιον δρόμο, σε μονοπάτια σκοτεινά και η ζωή τους μου δίνει παροδική χαρά, ξεχνιέμαι, γίνομαι ανάλαφρος απ’ τις βαριές μου σκέψεις, απ’ το σκοτεινό άγχος που με βαραίνει και μ’ έκανε να γονατίσω ξανά ακόμα μια φορά…είναι σαν να έχω πάνω στο κεφάλι ένα σαραντάκιλο από το γυμναστήριο που δεν μπορώ να σηκώσω.

Ναι αυτό το κάνω παρ’ όλο το χάλι που με περιτριγυρίζει…πάω στο γυμναστήριο κάθε μέρα, σαν να’ ναι η θρησκεία μου, ο Θεός που λατρεύω, παλιά δεν είχα Θεούς, μόνο δαίμονες κι’ έτσι δεν σηκωνόμουν καν απ’ το κρεβάτι σε τέτοιες φάσεις, τώρα τουλάχιστον σηκώνομαι μηχανικά, βάζω τα πράγματα μου στην τσάντα και κατευθύνομαι, μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει στο γυμναστήριο και εκεί νιώθω ζωντανός για κανένα τρίωρο, ξεχνιέμαι, παραμερίζω με τον πρώτο ιδρώτα τις βαριές σκέψεις και τα ασήκωτα συναισθήματα και ξεχνιέμαι, με παρασύρουν τα ιδρωμένα κορμιά που με περιτριγυρίζουν σ’ έναν κόσμο αλλιώτικο, όμορφο μες το μυαλό μου, συνδυάζω τις ψυχές και τα σώματα τους σε κάτι παραμυθένιο και ξεχνιέμαι, πάω περίπατο μακριά απ’ το τώρα και το εδώ. Παρασύρομαι με την σωματική κούραση, με τον ιδρώτα μου και με παρασέρνουν όταν βλέπω τα όμορφα σώματα στα ντους, στην σάουνα και ζω το τρίωρο παραμυθένια κι’ όμορφα και τελειώνει που ξαναφεύγω και έρχομαι στο σπίτι για να ξαναπέσω στο βούρκο της θλίψης.

Ναι, μέσα στα παραλαλητά μου συμβαίνει κι’ αυτό, ότι με βρίσκουν σώματα αδέσποτα και με σκλαβώνουν για λίγο, σαν την ηρωίνη γίνονται κι’ αυτά που κάθε φορά θες και παραπάνω για να καταλαγιάσει η δίψα σου αλλά τι τα θέλω κι’ αυτά, οι άντρες περνούν μάνα και κάθομαι και τους βλέπω να απομακρύνονται άκαρδα από κοντά μου, αδιάφορα μετά την καταλαγιάσει της δίψας, πεπρωμένο μου είναι η μοναξιά, μοίρα μου η μελαγχολία. Les hommes qui passent...

Λυγμοί πασκίζουν να βγουν από τα έγκατα μου αλλά πνίγονται στο δρόμο όπως πνίγομαι κι’ εγώ κάθε λεπτό, φωνές παιδεύουν το μυαλό μου μα δεν μπορούν βρουν έκφραση, γιατί άραγε, το γιατί δεν θα μου φέρει τίποτε, γιατί δεν μπορώ να λύσω τα δεσμά μου; Γιατί δεν μπορώ να έχω μια ζωή κανονική, προβλέψιμη κι’ άχρωμη παρά μαύρη;

Η δύναμη μου μ’ εγκαταλείπει σταδιακά, προαισθάνομαι ότι παρόμοια φάση δεν θα την αντέξω, δεν ξέρω αν θ’ αντέξω ακόμα κι’ αυτήν που περνώ τώρα. Γαμώτο γιατί να’ ναι όλα δύσκολα; Γιατί να μην σταματά ποτέ το ανήφορο; Πόσο ψυχοπαθητικό jogging πρέπει ακόμα να κάνω στην ζωή μου;

Μια κολλητή με είπε ταραγμένο. Άδικο δεν έχει …Δεν ξέρω και κανέναν άλλο που να βιώνει αυτά τα ψυχοσκατά τόσο έντονα. Σίγουρα θα υπάρχουν αλλά κανείς δεν μιλά… Ένας άλλος κολλητός μου που δεν βρίσκεται γεωγραφικά κοντά μου έριξε την ιδέα να πιούμε μια ψηφιακή ζιβανία…Τούτες είναι στιγμές που σκέφτομαι την ομορφιά της ζωής…αλλά είναι τόσο σύντομες οι στιγμές, τόσο παροδικές…δεν είναι κρίμα που έχω περάσει τη μισή ζωή μου να πολεμώ την θλίψη;

Ονειρεύομαι μια ελευθερία που δεν γνώρισα νομίζω ποτέ η αν την γνώρισα έσβησε η υφή της παντελώς απ’ την μνήμη μου. Αλλά διψώ για ‘κείνη την άγνωστη ελευθερία, την απόλυτη και την άπλετη…Πως μπορώ άραγε να την βρω, που να γυρίσω να κοιτάξω και να μην δω σκλαβωμένους, αλυσοδεμένους απ’ τις συνήθειες, τις δειλίες, το βόλεμα, να μην δω τις παραγνωρισμένες ζωές, τις εγκαταλειμμένες;

Ήρωες μου οι ήρωες που έσπασαν τα δεσμά, οι επαναστάτες που δεν επαναπαύτηκαν, οι οδοιπόροι που δεν σταματούν…Γιατί να ‘μαι αλλιώς;

Ανοίγω τα μάτια και βλέπω ξαφνικά φως…Συνηθισμένο, καθημερινό φως, τα σαραντάκιλο άρχισε να αλαφραίνει, το βάρος απ’ την ψυχή να γίνεται μικρότερο…Ακόμα ένας κύκλος, μια κραιπάλη πεθαίνει, φεύγει…ο φόβος για την επόμενη γεννιέται ξανά…

Λεξεις-Κλειδια: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,


Διαβάστε πάρακατω...

Τετάρτη, 7 Ιανουάριος 2009

Κωδικός: "Αδελφή"

Ένας αγαπημένος φίλος στα «ηντα» του , που αποκαλώ χαριτωμένα γριά, με θυμήθηκε σήμερα το πρωί και γεμάτος θερμά συναισθήματα φιλικής αγάπης και στοργής μου έστειλε μήνυμα στο κινητό:

  • Γριά: Μωρη Σκρόφα ζεις; Και χρόνια πολλά με όσο περισσότερους πούτσους στα σκέλια σου
  • Γκρήκστορις: Δεν μπορώ να πω. Η χρονιά άρχισε πολύ πουτσάτη. Μακάρι να συνεχίσει έτσι.
  • Γριά: Και για μένα. Έφαγα του βάρους μου σε Ισπανία (την έκφραση δεν την ήξερα αλλά το νόημα το έπιασα)
  • Γκρήκστορις: Άααχ μπράβο μας!
  • Γριά: Καλή μας χρόνια και πλούσια συγκομιδή.
  • Γκρήκστορις: Απ’ το στόμα σου και στων πούτσων τα’ αυτιά!
  • Γριά: Προσκυνώ. Αμήν!

...'#+?=)(/&%$*$§"!


Διαβάστε πάρακατω...

Le Dieu Noir

Μεγάλο το βάρος της ομορφιάς κι’ ακόμα πιο μεγάλο το βάρος του να προσπαθείς να γίνεις ελκυστικός. Η προσπάθεια μου να αρέσω σε μένα, γιατί αυτό είναι το σημαντικό, με ξεκωλωνει. Το ξεκωλωμα έγκειται όχι τόσο στην αθλητική προσπάθεια που είναι και ένα είδος οργασμικής ή και εκσπερματικης αντικατάστασης όσο στο γεγονός του γιο γιο εφέ. Και εξηγούμαι: δεν θα έπρεπε να προσπαθώ μέχρι ξεκωλωματος αν κρατούσα την καταπιόνα μου κλειστή και δεν έριχνα μέσα ότι έβρισκα μπροστά μου ανά καιρούς έτσι ώστε να ξεσκίζω διεκπεραιωμένες δίαιτες και εξασκήσεις. Το γεγονός είναι ότι έχω εθιστεί στην εξάσκηση πια και αν και διατηρούμαι μοντελάκι γενικώς έχω την αιώνια λόξα να γίνω Kate Moss. Και θα γίνω, που θα μου πάει;

Στα πλαίσια λοιπόν του ξεκωλωματος ήμουν χτες το βράδυ στο γυμναστήριο, πιο αργά απ’ ότι συνήθιζα γιατί κάποιος πρέπει να βγάλει και τον άρτο σε αυτό το σπίτι ούτος ώστε βρέθηκα στο γυμναστήριο αργά το βράδυ, γύρω στις εννέα.


Ήταν η μέρα που έκανα μόνο αεροβική άσκηση, έτσι ανέβηκα σ’ ένα απ’ αυτά τα ποδήλατα που είναι κατάλληλα για spinning και άρχισα να βγαίνω έναν αυτή την φορά όμορφο Γολγοθά (νομίζω πάω μονόπαντα.. εν εσσιει καμίαν άλλη λέξη για τον Γολγοθά, εβαρεθηκα να την γράφω τζιαι να την θκιαβαζω). Σκοπός της μέρας ήταν οι χίλιες εκατό θερμίδες όπερ σήμαινε ότι έπρεπε να ήμουν πάνω στο ποδήλατο η και σε αλλά αεροβική μηχανήματα γύρω στα ενενήντα λεπτά.

Έβαλα το iPod στα τρία τέταρτα, άφησα τους ABBA σε dance mix version να φωνάζουν τον πόνο τους (μπάι δε γουει, γυρεύω ντανς μιξ μουσική με γρήγορο μπιτ για τζόκιν αν ξέρει κανένας που μπορώ βρω θα το εκτιμούσα) και άρχισα να ιδρώνω. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ικανοποίηση από τις φερορμόνες που δημιουργούνται στο σώμα καθώς ιδρώνει από την κόπωση, καθώς ο παλμός ανεβαίνει στους εκατόν εξήντα και σε φέρνει σιγά αλλά σταθερά σε μια εκστατική φάση που δε καταλαβαίνεις πια τίποτα από τα γύρω σου παρά μόνο τον έντονο ρυθμό της μουσικής, σβήνοντας σταδιακά τις σκέψεις σου και βυθίζοντας σε σ’ ένα αεροβική νιρβάνα. Τι σεξ και κουραφέξαλα ακούω και λέω. Αυτό είναι έκσταση (έχω πρόβλημα; - μην απαντήσει κάνεις σ’ αυτή την ερώτηση, ήταν ρητορικής φύσεως).

Καθώς έκανα τα διάφορα μου πάνω στο ποδήλατο, γιατί, γι’ αυτούς που δεν ξέρουν, δεν είναι μόνο να γυρίζεις τα πετάλια, υπάρχουν δυνατότητες εφαρμογών που εντείνουν την άσκηση, αντίκρισα απέναντι μου ένα μαύρο πράγμα που έκανε τρέξιμο πάνω στην ταινία δρόμου.
Γενικώς επειδή έχω αρνητικό ψυχολογικό με τους μαύρους δεν είναι ακριβώς η ομάδα που μου δημιουργεί ανθρωπιστικά άσε δε ερωτικά αισθήματα, αλλά όταν το είδα το πράγμα να τρέχει έμεινα βλέμματα καθηλωμένος πάνω του συνεχίζοντας βεβαία να ιδρώνω στον έντονο ρυθμό μου.

Το μαύρο πράγμα, ο μαύρος δηλαδή ήταν για μαύρος πολύ γοητευτικός στο πρόσωπο απ’ όσο μπορούσα να διακρίνω από την απόσταση που μας χώριζε και με τον χαμηλό φωτισμό του γυμναστηρίου. Ο σχετικά χαμηλός φωτισμός του γυμναστηρίου συντελεί στην συγκέντρωση της εξάσκησης χωρίς να σε κουράζει σε αντίθεση με τα κυπριακά γυμναστήρια που νομίζεις ότι βρίσκεσαι σε γκαραζοταβερνα για κλέφτικο.

Κοίταξα το Solar μου και είδα ότι ήμουν ακόμα στα πρώτα είκοσι λεπτά. Οι ABBA ξεκωλωνονταν στο Dancing Queen κι’ εγώ έβγαινα ανηφόρα φαντασιακά και ο μαύρος έτρεχε να με φτάσει. Στα τριάντα λεπτά εμφανίστηκε ο φίλος μου ο Μαικ που ήταν ακόμα στο δικό του νιρβάνα μετά την επίσκεψη της ερωμένης του από τον Καναδά και που με φώναζε «μωρό μου» σ’ ολόκληρο το γυμναστήριο για να βεβαιωθούμε ότι αν υπήρχε κάνεις που δεν κατάλαβε ότι ήμουν γκέι να το μάθει κι’ αυτός.

Στα σαράντα πέντε λεπτά άρχισα να εισέρχομαι στην φάση της εξαΰλωσης και ο μαύρος ακόμη έτρεχε κι’ αυτός στις σαβάνες της Αφρικής. Άκουγα το ντανς μιξ του The Day Before You Came και αναρωτιόμουν γιατί το τραγούδι ήταν γραμμένο σε ελάσσων νότα αφού όλα αυτά για τα οποία κλαψομουνιαζόταν αυτή ήταν πριν έρθει στη ζωή της ο εραστής του μεσονυκτίου που της έφερε τα πάνω κάτω. Άρα που ήταν το πρόβλημα της; Δεν πρέπει να κατανοώ όλα τα άγνωστα έτσι δεν είναι;

Στα εξήντα λεπτά ABBA κελαηδούσαν to Summer Nights Fever σε μια πολύ γρήγορη μπητ έκδοση κι’ εγώ πήρα τα πάνω μου και ανέβαινα με ρυθμό άφτιαστο το Έβερεστ. Οι παλμοί είχαν φτάσει στους εκατόν εβδομήντα οκτώ κι’ ένιωθα απλά αυλός, φύλλο φτερό, έτοιμος για ολυμπιακές επιδόσεις.

Ο μαύρος σταμάτησε το κυνήγι στην αφρικανική σαβάνα και το κεφάλι μου τον ακολούθησε παρακολουθούντες με ποιον μιλούσε. Δεν τον είχα ξαναδεί στο γυμναστήριο. Είχε ένα φανταστικό σώμα όπως διαγραφόταν απ’ την στενή καλοκαιρινή στολή που κάλυπτε το αγαλματένιο του κατά τα ημισκότεινα φαινόμενα κορμί κι’ εγώ στραβολαίμιασα παρακολουθούντες τον. Έκανα δυο τρεις κινήσεις τεντώματος του σβέρκου για να ακούσω τους σπόνδυλους να τσακρούν σαν σαλιγκάρια καταπατημένα και συνέχισα ακάθεκτος αυτή την φορά την κατάβαση απ’ το Έβερεστ στην πεδιάδα της πραγματικότητας του γυμναστηρίου.

Τα τελευταία είκοσι λεπτά τα πέρασα σχετικά χάλαρα πάνω στο stepper κι’ όταν έφτασα τις χίλιες εκατό θερμίδες παρέδωσα πνεύμα κι’ έδωσα ένα τέλος σ’ αυτόν τον αυλό οργασμό.

Ο μαύρος χάθηκε απ’ το οπτικό μου πεδίο αλλά δεν τον είχα προσέξει. Προχώρησα προς τα αποδυτήρια, γδύθηκα, ταρακούνησα τα γεννητικά μου για να ξαναφτάσουν στο κανονικό τους μήκος και μέγεθος μη μας πάρουν και για καημένους και κατευθύνθηκα προς τα ντους. Ήμουν μόνος μαζί με δυο άλλους που συμπεριφέρονταν κάπως ασυνήθιστα: πόση ώρα να σαπουνίζεις αυτό σώμα σου το φτιαγμένο από πηλό και να ρίχνεις κλεφτές ματιές στους άλλους δήθεν τυχαία. Τέτοια τυχαία εμένα μου χάρησαν αξέχαστες στιγμές κάτω απ’ τα ντους του γυμναστηρίου (μη νομίσετε ότι είμαι και καμία παρθένα - και εξηγούμαι, το γυμναστήριο ΔΕΝ είναι γκέι γυμναστήριο). Οι συγκεκριμένοι όμως δεν ήταν το είδος του θηράματος που θα κυνηγούσα οπωσδήποτε (κοίτα με, άρχισα να κάνω κι’ επιλογές, όπα μας!) κι’ έτσι αφιερώθηκα σ’ ένα εξονυχιστικό ντους παρακολουθώντας τους παράλληλα καθώς άρχισαν να είχαν μια μισόστυση. Κρίμα γιατί είχαν όμορφα πέη σε σκατά φάτσες. Ήταν περιπτώσεις dark room κι’ όχι light room. Έχοντας ήδη πάρει το ύφος της κλασσικής ντίβας τους άφησα να συνεχίσουν μονοί το παιγνίδι τους, σκούπισα το βρεγμένο μου κορμί και κατευθύνθηκα προς την σάουνα.

Μπήκα μέσα καλησπερίζοντας τους παρόντες και είδα με ευχάριστη έκπληξη το μαυριδερό πίσσα κατράμι να κάθεται ψηλά ψηλά με χώρο διαθέσιμο διπλά του. Κι’ όλη η σάουνα ήταν σχεδόν άδεια εκτός από του τρεις Μαροκινούς που ήταν μέσα αλλά εγώ βέβαια κάθισα στενά κοντά διπλά στον κατρά. Ο κατράς μαζί με τους Μαροκινούς μιλούσαν στα γαλλικά για το παγκόσμιο πρωτάθλημα ποδόσφαιρου στην Αφρική με μια καταπληκτική γαλλική προφορά που μου κίνησε την περιέργεια να απορροφηθώ στην συζήτηση τους αφού γινόταν μεγαλόφωνα. Κατάλαβα τα πάντα λέξη προς λέξη αν κι’ έχει να εξασκήσω τα γαλλιστί μου εδώ και κάτι χρόνια, απ’ τον καιρό που ζούσα σε μια τρίο σχέση στο Παρίσι (θα μιλήσω άλλη φορά γι’ αυτό το θέμα) και ένιωσα πολύ περήφανος που ακόμα μπορούσα να καταλάβω τόσα πολλά.

Αυτό που διάκρινα στο γυμναστήριο έγινε πραγματικότητα. Το σώμα του κατρά ήταν παραμυθένιο, σαν άγαλμα του Μικαλάντζελο, δεν είχε εκατοστό στο κορμί του που να μην ήταν καθαρός μυς χωρίς ίχνος λίπους. Τέτοια αντρική έκδοση είναι το πρότυπο του ιδανικού που έχω στο μυαλό μου το αρρωστημένο. Ακόμα τελειότερη την εικόνα την έκανε το πρόσωπο του που ήταν πολύ γλυκό με λεπτές αρρενωπές γραμμές. Μιλήσαμε στα γαλλικά σχεδόν μαθαίνοντας ότι έχει σπουδάσει γιατρός εδώ στο Άαχεν (και καλά εγώ γιατί δεν τον συνάντησα ποτέ;) και κάνει τώρα διδακτορικό στην ιατρική οικονομία στο Βερολίνο (Η γκέι πόλη της Γερμανίας μαζί με την Κολωνία – θέλει να μου πει κάτι αυτό;) και ότι πάει κι’ έρχεται. Ήθελα να τον ρωτήσω αν ήθελε να αναλάβω τον ρόλο της βαλίτσας του αλλά το κατάπια.

Έλειπε μόνο ένα πράγμα για ολοκληρωθεί η τελειότητα που άρχισε να δημιουργείται στο μυαλό για τον μαύρο απ’ το Καμερούν: Το μέγεθος του πέους. Εδώ είχα τραυματική εμπειρία: Είχα στην Κολωνία πριν χρόνια έναν εραστή απ’ το Καμερούν (ναι μαύρος…είπε κανένας τίποτε;) ο όποιος ήταν πολύ φυστουκωτός. Απαράδεκτο και απελπισία. Χαλλοου; Είσαι μαύρος, δεν πρέπει να ‘σαι φυστουκωτός αλλά μπάρα. Από τότε έχω πρόβλημα με την μαύρη ανθρώπινη έκδοση.

Καθώς μιλούσαμε έκανα να τεντωθώ για να μπορέσω να σκύψω και κοιτάξω ανάμεσα στα πολύ μυώδη σαν σίδερο πόδια του που ήταν ανοικτή και απλωμένα στον πάγκο ένα επίπεδο πιο κάτω. Και αντίκρισα την αποκορύφωση της φαντασίωσης μου: τρία κιλά χοντρού αφρικανικού κράτους, περιτομιασμενου να περιμένει την ολοκλήρωση του, την είσοδο της έκφρασης του σκοπού της ύπαρξης του.

Ήθελα να χιμήξω, να στριγγλίσω από τον ενθουσιασμό και την λυσσάρα μου. Υπάρχει άραγε Θεός; Εκτός απ’ αυτόν τον μαύρο Θεό;


Διαβάστε πάρακατω...

Τρίτη, 6 Ιανουάριος 2009

Η ζωή στον Άδη (3) – Η επιστροφή της Περσεφόνης (3)

Η δουλειά άρχισε καλά και απορροφήθηκα σ’ έναν καινούργιο κόσμο, μόνος, ανεξάρτητος και … ναι, ικανοποιημένος. Υπήρχε Θεός άραγε;
Ήταν καινούργια τοπία για μένα αυτά που εξερευνούσα αλλά δεν ένιωθα πια φόβο, δεν ένιωθα ανασφάλεια, αντίθετα ένιωθα για πρώτη φορά συνειδητά μετά από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα αυτοπεποίθηση και δύναμη. Τα βράδια πήγαινα στην Λεμεσό ενώ μπορούσα να μείνω στην Πάφο γιατί ήθελα να ζήσω την οικογένεια μου. Και μαζί της ζούσα και του φίλους μου με έναν άλλο αέρα. Μου έκανε καλό η Κύπρος όπως την ζούσα τώρα.

Και ήταν ο Σσιάτς μόνος του στην Γερμάνια. Τον άφησα σε κατάσταση πολέμου. Είχα ζήσει την δική μου μαύρη παρασκευή μια εβδομάδα πριν το ταξίδι μου στην Κύπρο: Ο Σσιάτς ξαναπέρασε τα όρια του αλκοολισμού του, τα νεύρα μου είχαν γίνει γιουβέτσι, ο Μπεννυ δεν μπορούσε να περπατήσει όποτε τον έστειλα με τον μεθυσμένο Σσιατς στον γιατρό αφού εγώ ήμουν στην δουλειά για να μας πουν δυο ώρες μετά ότι είχε καρκίνο στα κόκαλα και το ίδιο βράδυ μου έκλεψαν το καμπριολέ…Να αυτοκτονούσα τότε αμέσως η μετά την Κύπρο; Αυτή ήταν η μοναδική ερώτηση και λύση που μπορούσα να θέσω στον εαυτό μου…

Οι δυνάμεις μου με εγκατέλειπαν μέρα με τη μέρα περισσότερο, δεν ήξερα τι ήταν χειρότερο: θανατοποινίτης στο Άουσβιτς ή να ζει κάποιος μαζί με τον Σσιατς; Ακόμα καλύτερη είναι ερώτηση: Ή να ‘ναι κάποιος εγώ;
Ενώ τον σκεφτόμουν συνέχεια, κι’ αυτό είναι αλήθεια, δεν ήθελα καν να τον ακούσω στο τηλέφωνο. Παρ’ όλα αυτά αυτός έπαιρνε. Κι’ εγώ καθόμουν στωικά και άκουγα την μεθυσμένη, την πονεμένη του φωνή, την απελπισία του πνιγμένη στο αλκοόλ και τις παραισθήσεις του μισοπεθαμένου μυαλού του και του μιλούσα με αγάπη ενώ ταυτόχρονα ήθελα να πέσω από βράχο απόκρημνο και να πνιγώ. Ο πόνος ήταν πια ανυπόφορος, αναζητούσα κι’ εγώ πια συνειδητά τον θάνατο, το τέλος, γιατί δεν είχα άλλη δύναμη να ζήσω. Ποιον προστάτευα περισσότερο; Εμένα ή αυτόν; Τελικά κανέναν απ’ τους δυο μας. Είμαστε κι’ οι δυο έρμαια του συστήματος που μόνοι μας δημιουργήσαμε και κρατούσαμε με νύχια και με δόντια ζωντανό.

Ήμουν τρεις μέρες στο νησί, ημέρα κυρίου είκοσι οκτώ Οκτωβρίου. Ένιωθα καλά, μια παράξενη ξεγνοιασιά κυριαρχούσε πάνω απ’ το βάρος της ψυχής μου. Ήμουν αφοσιωμένος στην δουλεία μου, εθίστηκα γρήγορα στο καινούργιο περιβάλλον στις καινούργιες συνθήκες και στην καινούργια παροδική ζωή. Αυτή η παράξενη ξεγνοιασιά…

Ο Σσιάτς τηλεφωνούσε κάθε μέρα. Και κάθε μέρα ένιωθα την αιθανόλη απ’ το τηλέφωνο να μου τρυπά τα ρουθούνια, η παραίσθηση των βαρβιτουρικών παρέσερνε και μένα στον κόσμο των παραισθήσεων. Μου έλειπε, ένιωθα ότι τον αγαπούσα, μια αγάπη αρρωστημένη, εθιστική, τι στο διάολο αγάπησα κι’ εγώ; Συνάμα δεν ήθελα να επιστρέψω στον Αδη, σαν τον Ορφέα κατάφερα να ξεφύγω την τελευταία στιγμή, δεν ήθελα να ξανασυναντήσω την αυτοκρατορία του σκότους. Δεν ήθελα, δεν ήθελα…

Κι ο Σσιάτς τηλεφωνούσε…και ρωτούσε κάθε τόσο «θα μείνεις;» κι’ εγώ απαντούσα «τίποτε δεν είναι ακόμα οριστικό, μπορεί να μην τους κάνω» και αυτός ρωτούσε ξανά και ξανά καίγω απ’ την αρχή την ιδία ιστορία που ήταν η αλήθεια που δεν ήθελε να την πιστέψει γιατί φοβόταν την μόνιμη απουσία μου απ’ την ζωή του και το πάθος του.
Την μέρα του «ΟΧΙ» με πήρε όπως πάντα τηλέφωνο. Και η κουρασμένη του φωνή η εξαντλημένη μου είπε περήφανη «Σσιατς, έχω να πιω από χτες το βράδυ». Η κοροϊδία και το ψέμα με κούρασαν τόσο πολύ που δεν αντέδρασα καν στην πρόταση του, απλά είπα ένα «μπράβο» ξερό και ήξερα κι εγώ όπως κι’ αυτός ότι αφού δεν ήταν η πρώτη φορά δεν θα ήταν ούτε και η τελευταία. Πολλοί την δόξα εμίσησαν αλλά οι γκέι το πέος και οι αλκοολικοί το ποτό ποτέ… Είμαστε όλοι τελικά κυριαρχημένοι από έναν εθισμό. Ότι και να ‘ναι αυτός…Η ερώτηση είναι ποιος είναι ο καλύτερος εθισμός;

Τρεις μέρες μετά μίλησα με μια φίλη που ανάλαβε τον Μπεννυ γιατί δεν μπορούσα να τον αφήσω στο έλεος του Σσιάτς, που τον λάτρευε μεν αλλά τον παραμελούσε ακούσια δε. Παράλληλα μιλούσα με τον Σσιατς που εξακολουθούσε το ίδιο παραμύθι. Ήταν ικανός να σκεφτεί τα πάντα με σκοπό να τραβήξει πίσω στην Γερμάνια που θα πήγαινα ούτος η άλλως. Αλλά το βιολί βιολί. Δεν έπινε πια και υπόφερε φοβερά από την αποτοξίνωση. Θεωρητικά έλεγε την αλήθεια, η αλκοολική αποτοξίνωση είναι μια δραματική διαδικασία. Θεωρητικά ξέραμε κι’ οι δυο τι σημαίνει αποτοξίνωση και ήταν επόμενο ότι μου περιέγραφε τα συμπτώματα πολύ πειστικά. Αλλά εγώ ήμουν τέσσερις χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά και δεν είχα την θέληση να πιστέψω οτιδήποτε, δεν είχα και την δυνατότητα την ψυχική να πιστέψω η να ελπίσω οτιδήποτε, ήμουν απόλυτα συγκεντρωμένος στην δουλειά μου που ήταν για μένα πολύ σημαντική και ευχάριστη και έκανε κάπως τον Σσιατς να φαίνεται σαν ένας μακρινός εφιάλτης, καλά κρυμμένος στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Η φίλη όμως μου είπε άλλα από αυτά που περίμενα να ακούσω: ότι ο Σσιατς πραγματικά δεν πίνει εδώ και τρεις μέρες και ότι είναι πολύ άσχημα. Κι’ αυτό το θέατρο το ήξερα: ότι δεν μπορούσε ο Σσιατς να αποκτήσει με την παιδικότητα του το αποκτούσε με εικονικές αρρώστιες, αδιαθεσίες και ακινησίες στο κρεβάτι. Η φίλη μας ήταν το καινούργιο θύμα γιατί δεν ήξερε καλά. Την προειδοποίησα πριν φύγω αλλά μάταια. Είχε πέσει θύμα του. Την εκμεταλλευόταν στο έπακρο: Της έδινε τον Μπεννυ το πρωί, το μεσημέρι, το βράδυ κι’ ίδιος ψόφιος στο κρεβάτι. Ερχόταν η καημένη και καθάριζε όλο το διαμέρισμα από γωνίας, φρόντιζε τον Μπεννυ, έφερνε φαγητό του Σσιάτς κι’ έφευγε. Κι’ αυτό το παιγνίδι κάθε μέρα. Είχα αρχίσει να παίρνω ξανά μπουρλότο. Πόσο μαλάκα τον έκανε η αρρώστια του; Ποσά όρια υπήρχαν ακόμα;

Μπήκε η δεύτερη εβδομάδα στην Κύπρο και ξαφνικά παρατήρησα ότι ο Σσιάτς σταμάτησε τα τηλεφωνά. Δεν παραξενεύτηκα, το περίμενα αντιθέτως. Ήταν φυσιολογική εξέλιξη, παραδόθηκε ξανά και άβουλα ολοκληρωτικά στο ποτό και έχασε την επαφή με την πραγματικότητα. Δεν ανησύχησα ουσιαστικά, περίμενα ότι σε μια δυο μέρες θα κτυπούσε το κινητό με την σπαραγμένη φωνή του Σσιατς να μου μιλά. Αλλά δεν… Πέρασε μια μέρα, πέρασε δεύτερη μετά το διάστημα που έδωσα στον εαυτό μου αλλά Σσιατς δεν ακουγόταν. Λες; Με λυπήθηκε ο Θεός και τον οδήγησε σε μια πετυχημένη αυτοκτονία; Υπήρχε Θεός;

Ίσως και να υπήρχε… Με πήρε τηλέφωνο δυο μέρες πριν φύγω αφού κάναμε μια εβδομάδα να μιλήσουμε. Μόλις άκουσα την φωνή του τον έβρισα, μπαμ και κάτω. Μην συνηθίσουμε και σε καλές αντιδράσεις. Όταν τον άφησα επιτέλους να μιλήσει ακούστηκε η φωνή του διαφορετική: καθαρή, σταθερή κουρασμένη αλλά αληθινή. Καμπανάκια συναγερμού στο κεφάλι μου να κτυπούν. Τι έγινε;

Ο Σσιάτς δεν άντεξε τα συμπτώματα της δήθεν αποτοξίνωσης που αποφάσισε μόνος να αρχίσει, χωρίς ιατρική πίεση η απειλή από μένα. Κι’ επειδή πίστεψε ότι ήθελε να κάνει αποτοξίνωση αποφάσισε και κλείστηκε με ελεύθερη βούληση στην κλειστή ψυχιατρική πτέρυγα για μια εβδομάδα.

Πήγε εκεί ένα βράδυ παρασκευής και τους είπε ποιος ήταν. Ναι είχαμε γίνει πατέντα στο κλίνικουμ του Άαχεν όπως και σε ολόκληρη την πόλη, ένα σωστό trademark με προστατευμένα δικαιώματα χρήσης. Κι’ όταν έφτασε στο νοσοκομείο και τους έδειξε την ταυτότητα του το μόνο που δεν τον ρώτησαν ήταν που ήμουν εγώ. Μάλλον πίστεψαν ότι τον εγκατέλειψα…

Τους εξήγησε σε ποια κατάσταση βρισκόταν. Είχα μια εβδομάδα να πιει, άρχισε να έχει σπασμούς (από το φκάλε σπάσμα), τρέμουλο συνεχές, κρύα εφίδρωση σε συνεχή βάση, κρίσεις αγωνίας και πανικού, βασικά όλο το πακέτο Wash and Go!
Ο εφημερεύων γιατρός του είπε ότι δεν είχε διαθέσιμα κρεβάτια μέχρι την επόμενη δευτέρα και τον έστειλε από κει που ήρθε. Αλλά ο Σσιατς δεν το κουνούσε. Ο γιατρός δεν το κουνούσε, ο Σσιατς δεν το κουνούσε, μέχρι που ο γιατρός του είπε οργισμένα να φύγει, να αρχίσει ξανά να πίνει μέχρι την δευτέρα και την δευτέρα να ξαναπάει στο νοσοκομείο εσώκλειστος στην ψυχιατρική για να ξαναρχίσει την αποτοξίνωση. Κάνεις όμως δεν κατάλαβε ποτέ τι εστί Σσιάτς. Όπως ήταν εκεί πρόσωπο με πρόσωπο με τον γιατρό σε εφημερία στην κατάσταση του ο Σσιάτς ανακοίνωσε δυνατά και καθαρά ότι αν δεν τον εισάγουν μέσα εδώ και τώρα θα φύγει όπως του είπαν και θα πάει να πέσει στις γραμμές του τραίνου να σκοτωθεί και να δώσει ένα τέλος στο μαρτύριο του. Υπήρχε Θεός που τον φώτισε επιτέλους;

Αμέσως έπεσε συναγερμός στο νοσοκομείο, κατέβηκαν οι ζουρλομανδακηδες και τον πήραν σηκωτό στην εσώκλειστη. Εκεί έμεινε μια εβδομάδα. (συνεχίζεται)
Λεξεις-Κλειδια: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,


Διαβάστε πάρακατω...