Τα δραματικά γεγονότα της Κύπρου με έφθασαν το ίδιο πρωί καθώς οδηγούσα προς το Μάαστριχ. Αρχικά παραξενεύτηκα γιατί άκουσα την λέξη Κύπρος να αναφέρεται στις ειδήσεις πείθοντας με ότι μάλλον θα παράκουσα. Ανέβασα την ένταση του ραδιοφώνου ακούγοντας έκπληκτος τα απίστευτα γεγονότα του πρωινού
.
Έφθασα στην δουλειά, μπήκα στο ίντερνετ και ήδη όλες οι ειδήσεις είχαν τα περιστατικά πρωτοσέλιδα.
Δεν μου δημιούργησε δέος το γεγονός των εκρήξεων αλλά μου φάνηκε απίστευτος ο θάνατος τόσων ατόμων. Άδικος θάνατος κι ακόμα πιο άδικη η οδύνη αυτών που έμειναν πίσω. Ούτε εκδηλώσεις, ούτε συλλαλητήρια, ούτε διαμαρτυρίες ούτε βανδαλισμοί, μνημόσυνα, δημόσιες δαπάνες και λοιπές δραστηριότητες δεν πρόκειται να απαλύνουν την απώλεια, ούτε να φέρουν πίσω τους νεκρούς. Οι μάνες που μοιρολογούν, οι πατεράδες που δακρύζουν, τα αδέλφια που απειλούν και τα παιδιά που διαμαρτύρονται δεν πρόκειται να πάρουν πίσω αυτό που τους πάρθηκε βίαια: τους αγαπημένους τους.
Είναι οι άμεσα εμπλεκόμενοι σε μια τραγωδία που δεν έχει λογική εξήγηση. Το μόνο λογικό και αναμενόμενο είναι η οργή τους και η αναμενόμενη έκφραση και διοχέτευση της. Χωρίς αμφιβολία και με κεκτημένο δικαίωμα. Είναι ο προσωπικός τους πόνος και σαν μεσογειακοί τον εκφράζουμε συχνά πολύ έκδηλα και αυτή η έκδηλη, έντονη έκφραση είναι χαρακτηριστική του πολιτισμού μας, ίσως και της ιστορίας μας.
Αυτό που με εκπλήττει όμως και περισσότερο μου δημιούργησε φόβο είναι η συλλογικότητα που ξεπήδησε από τον πόνο δεκατριών οικογενειών και το μίσος που ξέβγαλαν στην επιφάνεια δεκατρείς ανθρώπινες τραγωδίες: Μια μάζα, άμορφη και σε λίγο ανεξέλεγκτη, χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα επικοινωνίας που είναι διαθέσιμα σήμερα, δημιουργήθηκε με φανερό σκοπό την συμπάθεια και την κατανόηση προς τους συνανθρώπους της αλλά με ουσιαστικό κίνητρο την εκδούλευση ενός βαθιά κρυμμένου απωθημένου. Όπως κάθε παρόμοια παρελθοντική στιγμή στην κυπριακή ιστορία, από κάθε ατομικό τραγικό γεγονός ξεπηδά μια συλλογική αντίδραση που εκφράζει μίσος, έχθρα και φθόνο προς τον συνάνθρωπο. Κρύβεται μια ομάδα κύπριων πίσω από προσωπικές τραγωδίες για δημιουργήσει μια παγκύπρια αναστάτωση βγάζοντας και εκφράζοντας στην επιφάνεια πολιτικά και προσωπικά απωθημένα, αλόγιστα, αψηφώντας κοινωνικές και πολίτικες ευθύνες, απάνθρωπα εκμεταλλευόμενη τις προσωπικές τραγωδίες των λίγων για βλάψουν τελικά τους πολλούς.
Τελικά είναι κατανοητό ότι ο μέσος κύπριος είναι ένας φθονερός μισάνθρωπος που το μόνο που τον κινητοποιεί είναι η ηδονή της αυτοκαταστροφής;
Ένα σύνολο, μια κοινωνική ομάδα, θα υπόθετα μια πλειοψηφία, αναμένει ανυπόμονα να γίνει κάτι εξωτικό, σπάνιο, ίσως καταστροφικό αντιμετωπίζοντας αυτό το γεγονός εκ των ύστερων σαν μια αλλαγή από την καθημερινότητα.
Παρακολουθώντας την ειδησεογραφία των τελευταίων χρόνων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο κόσμος αναμένει την καταστροφή για να δώσει νόημα στην ανούσια ζωή του, ανούσια γιατί ο άνθρωπος που αγγίζει τα όρια της ατομικής του ισορροπίας δεν αναζητεί τον ξένο πόνο για διοχετεύσει την ανία του και να δώσει χρώμα στην καθημερινότητα του.
Αυτό ακριβός έγινε στην Κύπρο τις τελευταίες μέρες. Με αφορμή τα τραγικά γεγονότα ξέσπασε ένα κύμα διαμαρτυρίας για σχεδόν όλα που δεν ικανοποιούν τον μεσώ κύπριο και που τυχαία ανήκει στην αντιπολίτευση. Και οι οπαδοί αυτής της αντιπολίτευσης είναι τόσο φερέγγυοι και υγιεις πνεύματι που βρήκαν αφορμή τον προσωπικό πόνο τωνδεκατριών οικογενειών για να βγουν στους δρόμους και να διαμαρτυρηθούν για όλα όσα τα κοινωνικά και πολιτικά τους ενοχλούν..
Κι έγιναν οι νεκροί οι ήρωες. Άλλα στα μάτια ποιων; Σίγουρα για τις οικογένειες τους είναι ήρωες, θέμα αναμφισβήτητο, ακόμη και να μην χάνονταν τόσο άδικα, θα ταν οι ζωντανοί ήρωες για την μάνα, τον πάτερα, τον αδελφό, τον σύζυγο η τον σύντροφο.
Για τους υπολοίπους, αναρωτιέμαι γιατί είναι πραγματικά ήρωες; Και τι είναι αυτό που κάνει την πλειοψηφία της κυπριακής κοινωνίας να αναζητεί καθώς είναι πνιγμένη στην μισανθρωπιά (ας μην ξεχνιούνται ξενοφοβικές μας τάσεις και η συμπεριφορά των περισσότερων απέναντι στους αλλοδαπούς), την μισαλλοδοξία (το μεγαλύτερο σπίτι, το πολυτελέστερο αυτοκίνητο το μακρινότερο εξωτικότερο ταξίδι), τον φθόνο για τον διπλανό, την έλλειψη πατριωτισμού (τα επίπεδα της φυγοστρατίας είναι ασύγκριτα) ξαφνικά αναναγνωρίζει κάποιους αδικοχαμένους σαν ήρωες.
Εμένα πάντως δεν με πείθει η ξαφνική ανθρωπιά του Κυπρίου που ξαφνικά διαμαρτύρεται για τον άδικο χαμό τόσων ζωών. Γιατί αν υπήρχε αυθεντική ανθρωπιά θα είχαν γίνει από πολύ πρωτύτερα συλλογικές, ουσιαστικές πράξεις ανθρωπιάς χωρίς αυτοπροβολή. Αν είχε ο κύπριος ανθρωπιά δεν θα γινόταν ούτε βιαστής τουριστών, ούτε εκμεταλλευτής φτωχότερων, ούτε αφιλόξενος προς τους ξένους και αν ήταν προ πάντων πατριώτης και υπεύθυνος, και νομίζω αν δεν κάνω λάθος οι περισσότεροι πατριώτες αντιπροσωπεύονται αυτή την στιγμή από την αντιπολίτευση, δεν είχε φτάσει η φυγοστρατία στα σημερινά επίπεδα και η νοοτροπία του “μεν ανησυχείς ρε κουμπάρε εν ουλλα μια χαρά” και του “τζιαι αύριο παλε εν μέρα σιορ” δεν θα ήταν τόσο εξαπλωμένη. Βέβαια ο κύπριος είναι ικανότατος στο να μοιράζεται τον πόνο του άλλου όταν είναι να εξυπηρετηθούν τα δικά του πολιτικά και μισαλλοδοξικα φρονήματα και στο να διαμαρτύρεται για την αυτοπροβολή: κλαίνε οι μάνες απ την μια, να φύγει ο Χριστοφιας φωνάζουν από την άλλη οι φιλάνθρωποι και οι φιλοπατριωτες.
Είναι ξεκάθαρο ότι η κυπριακή κοινωνία είναι αποπροσανατολισμένη, μια κοινωνία χωρίς ταυτότητα, ιδανικά και χωρίς άξιες. Μια κοινωνία που έχει έντονη ανάγκη για ήρωες, που χρειάζεται καινούργιες βάσεις προσανατολισμού, καινούργιες άξιες, καινούργιες βαλβίδες ισορροπίας.
Χρειαζόμαστε ήρωες γιατί έτσι καθορίζονται τα όρια των προσδοκιών μας. Τα ιδανικά μας ορίζονται από τους ήρωες που διαλέγουμε και τα ιδανικά μας καθορίζουν την ταυτότητα μας. Οι ήρωες καθορίζουν τα χαρακτηριστικά που θα θέλαμε να είχαμε και τις φιλοδοξίες που θέλουμε να εκπληρώσουμε (Scott LaBarge, Santa Clara University). Κι ενώ οι διαφορετικές προσωπικές αξίες ορίζουν και τον τύπο του ήρωα που ταυτίζεται κάποιος υπάρχουν σε όλους τους ήρωες κ ποια κοινά χαρακτηριστικά: Οι ήρωες χαρακτηρίζονται συνήθως από γενικής αποδοχής γενναιότητα και ικανότητα να διοικούν ομάδες και κοινωνικά σύνολα, να λύνουν κοινωνικά προβλήματα. Είναι ριψοκίνδυνα άτομα εκ φύσεως, και γι αυτό θαυμάζονται από τους υπόλοιπους που δεν έχουν αυτί την γενετική τάση του ριψοκίνδυνου. Είναι άτομα πιστά (δεν εννοώ απο θρησκευτική άποψη) με αυτοπειθαρχία, έχουν έλλειψη εγωπάθειας, είναι περιπετειώδεις(Cornell University business school study). Η λέξη ήρωας προέρχεται από την ελληνική μυθολογία και όλη η ελληνική παράδοση, εθιμοτυπία, μυθολογία και ιστορία είναι γεμάτη από ήρωες. Εδώ βρίσκεται και η εξήγηση της δικής μας ανάγκης για ήρωες. Η κυπριακή όπως και η ελληνική κοινωνία γαλουχήθηκε με το πρότυπο του ήρωα. Τόσο πολύ και τόσο υπερβολικά που κάθε τι που δημιουργείται η πράττεται εκτός των ορίων του κατεστημένου είναι πλέον ηρωικό. Βάζοντας σε αυτί την τάση που χαρακτηρίζει αυτές κοινωνίες και μια πρέζα επιρροής αμερικάνικων μέσων μαζικής επικοινωνίας και περισσότερο αμερικάνικου κινηματογράφου για την γένεση και ύπαρξη μιας έντονης υπερβολής έχουμε όλα τα χαρακτηριστικά του σήμερα στην Κύπρο.
Αυτό που δεν γίνεται συνειδητό είναι ότι κι οι λεγόμενοι ήρωες είναι απλοί άνθρωποι με λάθη και ατέλειες. Ότι έχουν όρια. Ότι δεν αγγίζουν ούτε κατά διάνοια την τελειότητα. Ότι μπορεί να ναι αφανείς ακόμα και μετά θάνατο. Ότι δεν θέλουν να χρησιμοποιηθούν οι εκούσιες η ακούσιες ηρωικές τους πράξεις σαν λαβές μίσους και μισαλλοδοξίας. Κι ότι μπορεί να μη θέλουν καν να χαρακτηρίζονται ήρωες γιατί τους προσβάλλει την προσωπική τους σφαίρα και ηρεμία.
Όλοι αυτοί οι προμαχητές του δικαίου λοιπόν γιατί δεν βγήκαν στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν για την ρατσιστική διαχείριση των ξενών στην Κύπρο; την άδικη μεταχείριση και περιθωριοποίηση των υπολοίπων μειονοτήτων; Την εκπόρνευση τόσων αλλοδαπών γυναικών; Τον άδικο διαμοιρασμό του πλούτου; Την φυγοστρατία που ξεπηδά από τις δίκες τους τάξεις;
Που είναι ο πατριωτισμός τους που τυχαία τον ξεχνούν όταν έρχεται ο καιρός την εφεδρείας τους και ξαφνικά έχουν όλοι αναπόφευκτες επαγγελματικές υποχρεώσεις στο εξωτερικό και είναι ξαφνικά οι περισσότεροι κλινήρεις;
Που είναι η διαμαρτυρία για την αυξανομένη φτώχεια σ ένα νησί τρία επί τρία που δεν έπρεπε να υπάρχει;
Όλα αυτά είναι επίσης λόγοι για διαμαρτυρία. Αλλά δεν είναι για την κυπριακή οχλαγωγία λόγοι ουσιαστικοί γιατί η κυπριακή κοινωνία γαλουχήθηκε από την εποχή της αποικιοκρατίας από την αντιπαράθεση και το μίσος δυο αντιτιθέμενων παρατάξεων, του μπλε και του κόκκινου, χωρίς να έχει αντιληφθεί ποτέ το δικό της ουσιαστικό συμφέρον. Δεν μπόρεσε ποτέ να αντιληφθεί το πραγματικό της συμφέρον η κυπριακή κοινωνία γιατί δεν είχε ποτέ την θέληση να καλλιεργήσει την διανοητικότητα της και έμεινε μια κοινωνία πνιγμένη στην βλακεία και στον υπέρμετρο ατομικισμό.
Η μεταπολεμική Κύπρος κυριαρχήθηκε αφοί καταστράφηκε πρώτα από την ίδια μερίδα ανθρώπων που την κυβέρνησαν κατά διαστήματα και φρεναριστηκε παράλληλα από τους υπόλοιπους που δεν ήταν κατά διαστήματα κυβερνώντες δυνάμεις δημιουργώντας έτσι ένα φαύλο κύκλο πολιτικής και κοινωνικής ασυνειδησίας που κρυβόταν πάντα κάτω από τις συνέπειες του νεοπλουτισμού που κυριάρχησε στην χώρα από τις αρχές του ογδόντα, παίρνοντας σταθερά την κάτω βόλτα φτάνοντας στη έντονη δυσαρέσκεια και τον αποπροσανατολισμό του σήμερα.
Η πρόσφατη τραγωδία είναι στ αλήθεια απερίγραπτη. Σίγουρα υπάρχουν αίτιοι και ένοχοι. Αναμφισβήτητα είναι άδικος ο χαμός τόσων ζωών.
Αλλά γιατί πρέπει να βγει στην επιφάνεια τόση απέχθεια και μίσος, μια τόσο μεγάλη αποσταθεροποιητική δύναμη, ξεχνώντας ουσιαστικά αυτούς που τόσο άδικα χάθηκαν; Γιατί άπλα δεν υπάρχει εμπιστοσύνη σε κανένα πολιτικό σχήμα και σύστημα στην Κύπρο. Γιατί ο καθένας σκέφτεται την μεριά του.
Γιατί, για να το πω και σαν Γκρηκστόρης, είναι όλα για τον πούτσο!
Ας αναπαυθούν αιώνια κι ευτυχισμένα αυτοί που χάθηκαν.
Διαβάστε παρακάτω...>>
Ψυχες και Σωματα
Ψυχες και σωματα, οι αναζητησεις μου στους ερωτες της νυκτας, στα ανωνυμα σωματα, οι περιπετειες μου οι τραγελαφικες, οι μεγαλες και οι παροδικες μου αγαπες. Ολα μια αναζητηση στην αβυσσο του εγω, στο καθε μερα, μια αναζητηση για απαντησεις στα μεγαλα ερωτηματικα, δεν υπαρχουν απαντησεις, μονο μια πορεια που με δοκιμαζει, που με ωριμαζει, που με βαζει σε νεες δοκιμασιες και μου δημιουργει περισσοτερες ερωτησεις παρα που μου δινει απαντησεις.
Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2011
Σάββατο, 2 Ιουλίου 2011
Στάδια αγάπης (Πτι Φουρ 2)
Ο βομβαρδισμός με τις ματιές συνεχίστηκε ακάθεκτος στις βδομάδες που παρήλθαν. Δεν υπήρξε καμιά προοδος αλλά τουλάχιστον τον έβλεπα κάθε μέρα στην διπλανή σειρά και έκανα μελέτες με την μέθοδο της παρατήρησης.
Αν υπήρχε στ' αλήθεια άυλος οργασμός τότε τον έχω ζήσει αμέτρητες φορές τις τελευταίες βδομάδες. Άρχισα να αισθάνομαι ότι γίνομαι γελοίος έχοντας το βλέμμα μου καρφωμένο σαν μια αγάμητη Ττάλα πάνω του αλλά είναι κάτι που δεν μπορώ να ελέγξω.
(Ορισμός Τταλας: Κυπριακό ακρώνυμο, προέρχεται από το όνομα Χρυσταλλα, αν δεν κάνω λάθος, και χαρακτηρίζει μια εξαιρετικά παραδοσιακή εικόνα κύπριας γυναίκας, μάλλον από την ύπαιθρο, ευτραφή, με μια προς το “πρέπει να την συνηθίσεις για να την συμπαθήσεις” εμφάνιση. Το είδος δεν έχει εξαλειφτεί νομίζω από την Κύπρο,είναι υπό συντήρηση η και υπόκειται τις τελευταίες δεκαετίες μια ψευδογονιδιακη μετάλλαξη ως προς την εμφάνιση και την συμπεριφορά. Η τελευταία είναι παραδοσιακά μάλλον άκομψη προς άξεστη, με βαρύ λεξιλόγιο, με κλασσική και μόνιμη αντίδραση στο οποίο εκ των έξω προερχόμενο μη βολικό σχόλιο “ποιος σε γαμά”, χωρίς κανένα είδος θηλυκής αξιοπρέπειας η οιστρογονικης βάσης για μια υποτυπώδη έλξη προς το αντίθετο φύλο. Εξ ου και οι Τταλες αυτού του κόσμου ζουν περισσότερους οργασμούς στην φαντασία τους παρά στην αντικειμενική πραγματικότητα που τροφοδοτούνται ως επί το πλείστον από τις φτηνιάρικες α λα Ντάνιελ Στηλ ρομαντικές ιστορίες τύπου Αρλεκιν και Βιπερ Νορα. Αυτό έγκειται ανάμεσα στ΄αλλα στο γεγονός ότι δεν έχουν συναίσθηση της δικής τους πραγματικότητας και στοχεύουν σε αρσενικά αναπαραγωγικά στοιχεία που δεν τολμούν να μεταβληθούν σε σαβουρογαμικα. Η έλλειψη πραγματικής σεξουαλικής πράξης και ικανοποίησης γίνεται εμφανής στα εκφραστικά χαρακτηριστικά του επίσης ευτραφούς προσώπου τους υιοθετώντας το κλασσικό απλανές βλέμμα προς το μαλακισμένο μια αγελάδας σε συνδυασμό με την στοματική κοιλότητα να μένει μισανοικτη στην παρατήρηση ενός κατά τη γνώμη τους πιθανού θύματος. Ο ορισμός δημιουργήθηκε και ολοκληρώθηκε κατά την διάρκεια των φοιτητικών μου χρόνων στην Γερμανία καθώς στην κυπριακή φοιτητική κοινότητα κυκλοφορούσε ένα ανάλογο είδος το οποίο με την ανοικτή και μη παραβλεπόμουν παρουσία και συμπεριφορά του συνέτεινε στην μελέτη του είδους και την ταξινόμηση του. Αυτό λοιπόν το τταλλικο βλεμα και ύφος είχα ασυνείδητα υιοθετήσει έχοντας αντιληφθεί την εξαιρετική παρουσία του Πτι Φουρ δίπλα μου – σχεδόν δίπλα μου).
Κάποιες μέρες μετά συναντηθήκαμε τυχαία στον διάδρομο της καφετέριας. Αυτόματα εμφανίστηκε η Ττάλα μαζί ενα χαμόγελο λέγοντας “μπον ζζιουρ”. Μου χαμογέλασε πίσω ηδυπαθητικά (είμαι σιγουράτατος ότι με πήρε χαμπάρι) και μου είπε κάτι που δεν κατάλαβα παρά μόνο την τελευταία λέξη της πρότασης που ήταν “ιταλιάν”. Αντιλήφθηκα ότι μάλλον θα με ρώτησε αν είμαι ιταλος και του απάντησα με μια αυτονόητη σιγουριά για τις τέλειες γνώσεις των γαλλικών μου “νο, ζζιε σουη γκρεκ”. (Ασερα είδες α; Εν είσαι περήφανος για λλοου μου;)
Το φυλλοκάρδι μου πήγαινε να σκάσει. Είμαι έφηβος ακόμα και δεν τ' αντιλαμβάνομαι ή γιατί κάνω σαν δεκαεξαρης άπειρος; Ήπια τον καφέ μου κα ξαναπήγα στο κουβούκλιο εργασίας μου κτυπώντας της Νάταλης στο Σκαϊπ. Η Νάταλι είναι η αγαπημένη μου κύπρια εδώ στο Άαχεν Την γνώρισα πέρσι το καλοκαίρι ένα βραδάκι στην Τανγκεντε, όταν ακόμη ήμουν στα πολύ αχαρακτήριστα μαύρα μου με τον χωρισμό και τον Σσιατς να διέπουν κάθε βιολογική και μη λειτουργία τη ύπαρξης μου. Εκείνο το καλοκαιρινό βραδάκι έπινα με έναν φίλο Γερμανό το διαλυμένο σε ανθρακούχο νερό λευκό κρασί μου, όταν πέρασε από απέναντι ένας άλλος κύπριος, κώλωνα κι αυτός στο Άαχεν, και τον χαιρέτισα φωναχτά “νταμπου ρε ππουσστογερο” με την πεποίθηση ότι μόνο οι δυο μας θα καταλαβαίναμε την αβρότητα. Αφού μου απάντησε κάτι για το σοϊ μου, άκουσα μια φωνή πίσω μου να ρωτά ενθουσιασμένη “μα είσαστε κυπραιοιοιοι;” Αυτή ήταν η αρχή μιας πολύ γλυκιας φιλίας.
Απάντησε στο Σκαϊπ, βρισκόταν στην Γενεύη, και της σκαϊπφωναξα “κούκλα μου έχουμε εξελίξεις”. Αμέσως η Νάταλι ξέχασε τον επιταχυντή και τις μετρήσεις της και άρχισε να ρωτά για τις λεπτομέρειες, έχοντας χεστεί εκείνη την στιγμή αν θα έβρισκε σαν πρώτη το σωματίδιο του Χιγκινς η όχι: το Πτι Φουρ είχε προτεραιότητα. Εξ άλλου κι ο Αϊνστάιν δεν ήταν λιγότερο λαλάς. Της περιέγραψα τα πάντα με το νι και με το σίγμα, νιώθοντας εκ των υστέρων, ότι η περιγραφή κράτησε περισσότερο από την πραγματική επαφή με την βελγική πάστα. “Δηλαδή” μου είπε, “είχατε συζήτηση και γνωριμία σε βάθος;”. Εγώ να κτυπιεμαι στα γέλια σαν να μου καθάριζαν αυγά να απαντώ “ναι” και να κάνω σχέδια με την Νάταλι εν αγνοία πάντα της πάστας για τους αρραβώνες μου μαζί του. Πόσο απολάμβανα αυτές τις λίγες μοναδικές γκέι κιτς στιγμές μετά από τόσα χρόνια μαυρίλας. Σαν μια στιγμιαία ανάπαυλα μετά από τόσα ανηφόρια.
Οι μέρες περνούσαν και η γνωριμία μας έμεινε στάσιμη στην ακόμα άγνωστη ερώτηση με το “ιταλιάν” στο τέλος. Οι ματιές έπεφταν σωρηδόν από πλευράς μου κι ο Μπενζαμιν μια τις λάμβανε και μου χαμογελούσε από αμηχανία μέχρι εξαναγκαστικά και μια τις αγνοούσε. Εγώ ακάθεκτος να τον παρακολουθώ, κάθε κίνηση του προσώπου του, κάθε χαμόγελο του, κάθε έκφραση του. Τον έβλεπα να μιλά με τους άλλους Βέλγους στην ομάδα του αρχίζοντας να τους ζηλεύω που είχαν αυτοί πρόσβαση σ' αυτόν κι όχι εγώ. Η κατάσταση άρχισε να ξεφεύγει μέσα μου και γινόταν ανησυχητική.
Ακόμη κάποιες μέρες αργότερα στην δουλειά ήρθε μια απ τις στιγμές που χρειαζόταν ο Χοσέ ανακούφιση. Πηγή λοιπόν στην τουαλέτα, στάθηκα μπροστά από το δικό μου πισσουαρ και ανακούφιζα τον Χοσέ. Ξαφνικά ανοίγει η πόρτα, κλείνει μόνη της και κάποιος έρχεται στο διπλανό πισσουαρ, δυο υπάρχουν όλα κι όλα και αρχίζει ν' ανακουφίζεται. Γυρνάω ανεξέλεγκτα προς τα δεξιά να κοιτάξω ποιος είναι ....και αμάν, ήταν αυτός, Με κοίταξε, χαμογέλασε κι ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Ο Χοσέ τελείωσε τη δουλειά του, μπήκε πίσω στο καταφύγιο του δυστυχώς και ο Βέλγος τελείωσε την ίδια ώρα μαζί μου. Κατά την διάρκεια προσπάθησα διακριτικά να δω αν φαίνεται ο δικός του Χοσέ άλλα το διαχωρισμό των πισσουαρ έκανε αδύνατη την προσπάθεια μου. Μιλήσαμε κάτι σύντομο για τη δουλειά πηγαίνοντας μαζί πίσω στα γραφεία μας αφού κάναμε ότι πλέναμε τα χέρια μας. Βασικά κανένας αρσενικός δεν θέλει να πλένει τα χέρια του μετά από ένα απλό κατούρημα αν είναι μόνος στην τουαλέτα άλλα όταν είναι μαζί με άλλους δεν θέλει να ναι αυτός που θα χαρακτηριστεί βρομιάρης.
Βρισκόμουν σε κατάσταση ντελίριο. Η αγάπη μας μπήκε σε καινούργιο στάδιο, σε καλπάζων ρυθμό. Πρώτα όταν έγινε η ακατανόητη ερώτηση με το περίφημο “ιταλιάν”, τώρα με την τουαλέτα. Ήμουν σε μια διαρκή συγκίνηση. Αυτό κι αν ήταν ταχύτητα. Και προ πάντων κοινή προσωπική σφαίρα: κατουρήσαμε μαζί. Αυτό κι' αν είναι κοινό βίωμα!
Εν τω μεταξύ τάχα κάνει μπαλόνια στον καλαμαρά διπλά μου. Αναστέναζα κάθε τρεις και λίγο. Αρχίσαμε να καταστρώνουμε συνομονωτικό σχέδιο πως θα τον βγάζαμε φωτογραφία με το iPhone χωρίς να χαμπαριάσει οτιδήποτε για να τον έχω τα βράδια σαν βάση ικανοποίησης. Ο καλαμαράς το διασκέδαζε όσο χωρίς προηγούμενο στη ζωή του. Αποφασίσαμε ότι θα έπαιρνε το iPhone και θα προσποιούνταν ότι έβγαζε έμενα φωτογραφία ενώ θα εστίαζε τον Μπενζ πίσω μου. Σατανικό σχέδιο, δολιοφθόρο, άλλα με έμενα να είμαι χέστρα όταν πρέπει το σίδηρο να κολλήσει στην φωτιά κώλωσα την τελευταία στιγμή. Σχέδιο Βήτα δεν υπήρχε, άρα έμεινα προς το παρόν χωρίς φωτογραφία του.
Διπλά από τον Βέλγο κάθεται ένας μαύρος κι άραχνος από την Μπαγκλαντές. Γενικός ότι έχει να κάνει με χώρες εκτός ΝΑΤΟ δεν είναι του γούστου μου αλλά η ανάγκη με έσπρωξε να αποδεχτώ τις κινήσεις γνωριμίας από πλευράς του τριτοκοσμικού για να έρχομαι δήθεν πιο κοντά στο όνειρο. Ο τριτοκοσμικός, που είναι και διαόλου κάλτσα έχει στ' αλήθεια πολύ χαβαλέ και κάνουμε αρκετά αστεία άλλα ο Βέλγος κρατάει τις αποστάσεις. Η αγάπη μένει στάσιμη.
Λίγες μέρες αργότερα ήταν πάλι μια από τις στιγμές του Χοσέ. Πάλι η ίδια διαδικασία...και τυχαία πάλι ο κούκλος διπλά μου. Πάλι χαμόγελο, πάλι κάτι άσχετο για να ξεφύγει από την αμηχανία που φανερωτατα του δημιουργούσε η πολιορκία μου και πάλι η ελπίδα για γάμο. Αυτή την φορά πολύ εντονότερη αφοί ο πρίγκηπας μου πρέπει να είναι και εξαιρετικά καλά εξοπλισμένος. Η μελέτη μου δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας: Είναι ψηλότερος από μένα. Ήρθε στην τουαλέτα, με μια κίνηση άνοιξε το τζιν του κι άρχισε σε χρόνο ντε τε να διεκπεραιώνει το καθήκον. Σε αντίθεση εγώ πάω μπροστά από το πισσουαρ, αγωνίζομαι να ανοίξω τα κουμπιά της βερμούδας που με βασανίζουν κάθε φορά, μετά αγωνίζομαι να βρω τον Χοσέ, να τον ξεμουδιάσω πρώτα από εκεί που βρίσκεται πριν του επιτρέψω να βγει στον καθαρό αέρα κι όταν τελειώσει επαναλαμβάνεται ο ίδιος καυγάς για να ξαναμπεί στο καταφύγιο του. Που αφήνει να εννοηθεί ότι ο Χοσέ είναι ένας μέτριος μέχρι κανονικός τύπος ενώ του Μπενζ μάλλον θεόρατος γιατί με μια κίνηση βρίσκεται αμέσως σε θέση και λειτουργία. Όλη αυτή η επιστημονική μελέτη και αποτέλεσμα με έκαναν να ξετρελαθώ ακόμα περισσότερο με το βελγικό γλυκό που τώρα μου έχει γίνει πια εμμονή. Δηλαδή περάσαμε σ' ένα ανώτερο στάδιο της σχέσης μας, τελείωσαν οι αρραβώνες και πάμε για παντρειά.
Δυο φορές κοινές εμπειρίες κατουρήματος. Υπάρχει τίποτα πιο έντονο προγαμιαίο; Τουλάχιστον αυτό λέει κι η Νάταλι που έχει χαθεί στον επιταχυντή της Γενεύης και της τα 'χω πρήξει στο Σκαϊπ.
Το επόμενο στάδιο με περιμένει ακόμα. Μάλλον θα 'ναι αυτό που θα φάω μπουγέλωμα. Διαβάστε παρακάτω...>>
Αν υπήρχε στ' αλήθεια άυλος οργασμός τότε τον έχω ζήσει αμέτρητες φορές τις τελευταίες βδομάδες. Άρχισα να αισθάνομαι ότι γίνομαι γελοίος έχοντας το βλέμμα μου καρφωμένο σαν μια αγάμητη Ττάλα πάνω του αλλά είναι κάτι που δεν μπορώ να ελέγξω.
(Ορισμός Τταλας: Κυπριακό ακρώνυμο, προέρχεται από το όνομα Χρυσταλλα, αν δεν κάνω λάθος, και χαρακτηρίζει μια εξαιρετικά παραδοσιακή εικόνα κύπριας γυναίκας, μάλλον από την ύπαιθρο, ευτραφή, με μια προς το “πρέπει να την συνηθίσεις για να την συμπαθήσεις” εμφάνιση. Το είδος δεν έχει εξαλειφτεί νομίζω από την Κύπρο,είναι υπό συντήρηση η και υπόκειται τις τελευταίες δεκαετίες μια ψευδογονιδιακη μετάλλαξη ως προς την εμφάνιση και την συμπεριφορά. Η τελευταία είναι παραδοσιακά μάλλον άκομψη προς άξεστη, με βαρύ λεξιλόγιο, με κλασσική και μόνιμη αντίδραση στο οποίο εκ των έξω προερχόμενο μη βολικό σχόλιο “ποιος σε γαμά”, χωρίς κανένα είδος θηλυκής αξιοπρέπειας η οιστρογονικης βάσης για μια υποτυπώδη έλξη προς το αντίθετο φύλο. Εξ ου και οι Τταλες αυτού του κόσμου ζουν περισσότερους οργασμούς στην φαντασία τους παρά στην αντικειμενική πραγματικότητα που τροφοδοτούνται ως επί το πλείστον από τις φτηνιάρικες α λα Ντάνιελ Στηλ ρομαντικές ιστορίες τύπου Αρλεκιν και Βιπερ Νορα. Αυτό έγκειται ανάμεσα στ΄αλλα στο γεγονός ότι δεν έχουν συναίσθηση της δικής τους πραγματικότητας και στοχεύουν σε αρσενικά αναπαραγωγικά στοιχεία που δεν τολμούν να μεταβληθούν σε σαβουρογαμικα. Η έλλειψη πραγματικής σεξουαλικής πράξης και ικανοποίησης γίνεται εμφανής στα εκφραστικά χαρακτηριστικά του επίσης ευτραφούς προσώπου τους υιοθετώντας το κλασσικό απλανές βλέμμα προς το μαλακισμένο μια αγελάδας σε συνδυασμό με την στοματική κοιλότητα να μένει μισανοικτη στην παρατήρηση ενός κατά τη γνώμη τους πιθανού θύματος. Ο ορισμός δημιουργήθηκε και ολοκληρώθηκε κατά την διάρκεια των φοιτητικών μου χρόνων στην Γερμανία καθώς στην κυπριακή φοιτητική κοινότητα κυκλοφορούσε ένα ανάλογο είδος το οποίο με την ανοικτή και μη παραβλεπόμουν παρουσία και συμπεριφορά του συνέτεινε στην μελέτη του είδους και την ταξινόμηση του. Αυτό λοιπόν το τταλλικο βλεμα και ύφος είχα ασυνείδητα υιοθετήσει έχοντας αντιληφθεί την εξαιρετική παρουσία του Πτι Φουρ δίπλα μου – σχεδόν δίπλα μου).
Κάποιες μέρες μετά συναντηθήκαμε τυχαία στον διάδρομο της καφετέριας. Αυτόματα εμφανίστηκε η Ττάλα μαζί ενα χαμόγελο λέγοντας “μπον ζζιουρ”. Μου χαμογέλασε πίσω ηδυπαθητικά (είμαι σιγουράτατος ότι με πήρε χαμπάρι) και μου είπε κάτι που δεν κατάλαβα παρά μόνο την τελευταία λέξη της πρότασης που ήταν “ιταλιάν”. Αντιλήφθηκα ότι μάλλον θα με ρώτησε αν είμαι ιταλος και του απάντησα με μια αυτονόητη σιγουριά για τις τέλειες γνώσεις των γαλλικών μου “νο, ζζιε σουη γκρεκ”. (Ασερα είδες α; Εν είσαι περήφανος για λλοου μου;)
Το φυλλοκάρδι μου πήγαινε να σκάσει. Είμαι έφηβος ακόμα και δεν τ' αντιλαμβάνομαι ή γιατί κάνω σαν δεκαεξαρης άπειρος; Ήπια τον καφέ μου κα ξαναπήγα στο κουβούκλιο εργασίας μου κτυπώντας της Νάταλης στο Σκαϊπ. Η Νάταλι είναι η αγαπημένη μου κύπρια εδώ στο Άαχεν Την γνώρισα πέρσι το καλοκαίρι ένα βραδάκι στην Τανγκεντε, όταν ακόμη ήμουν στα πολύ αχαρακτήριστα μαύρα μου με τον χωρισμό και τον Σσιατς να διέπουν κάθε βιολογική και μη λειτουργία τη ύπαρξης μου. Εκείνο το καλοκαιρινό βραδάκι έπινα με έναν φίλο Γερμανό το διαλυμένο σε ανθρακούχο νερό λευκό κρασί μου, όταν πέρασε από απέναντι ένας άλλος κύπριος, κώλωνα κι αυτός στο Άαχεν, και τον χαιρέτισα φωναχτά “νταμπου ρε ππουσστογερο” με την πεποίθηση ότι μόνο οι δυο μας θα καταλαβαίναμε την αβρότητα. Αφού μου απάντησε κάτι για το σοϊ μου, άκουσα μια φωνή πίσω μου να ρωτά ενθουσιασμένη “μα είσαστε κυπραιοιοιοι;” Αυτή ήταν η αρχή μιας πολύ γλυκιας φιλίας.
Απάντησε στο Σκαϊπ, βρισκόταν στην Γενεύη, και της σκαϊπφωναξα “κούκλα μου έχουμε εξελίξεις”. Αμέσως η Νάταλι ξέχασε τον επιταχυντή και τις μετρήσεις της και άρχισε να ρωτά για τις λεπτομέρειες, έχοντας χεστεί εκείνη την στιγμή αν θα έβρισκε σαν πρώτη το σωματίδιο του Χιγκινς η όχι: το Πτι Φουρ είχε προτεραιότητα. Εξ άλλου κι ο Αϊνστάιν δεν ήταν λιγότερο λαλάς. Της περιέγραψα τα πάντα με το νι και με το σίγμα, νιώθοντας εκ των υστέρων, ότι η περιγραφή κράτησε περισσότερο από την πραγματική επαφή με την βελγική πάστα. “Δηλαδή” μου είπε, “είχατε συζήτηση και γνωριμία σε βάθος;”. Εγώ να κτυπιεμαι στα γέλια σαν να μου καθάριζαν αυγά να απαντώ “ναι” και να κάνω σχέδια με την Νάταλι εν αγνοία πάντα της πάστας για τους αρραβώνες μου μαζί του. Πόσο απολάμβανα αυτές τις λίγες μοναδικές γκέι κιτς στιγμές μετά από τόσα χρόνια μαυρίλας. Σαν μια στιγμιαία ανάπαυλα μετά από τόσα ανηφόρια.
Οι μέρες περνούσαν και η γνωριμία μας έμεινε στάσιμη στην ακόμα άγνωστη ερώτηση με το “ιταλιάν” στο τέλος. Οι ματιές έπεφταν σωρηδόν από πλευράς μου κι ο Μπενζαμιν μια τις λάμβανε και μου χαμογελούσε από αμηχανία μέχρι εξαναγκαστικά και μια τις αγνοούσε. Εγώ ακάθεκτος να τον παρακολουθώ, κάθε κίνηση του προσώπου του, κάθε χαμόγελο του, κάθε έκφραση του. Τον έβλεπα να μιλά με τους άλλους Βέλγους στην ομάδα του αρχίζοντας να τους ζηλεύω που είχαν αυτοί πρόσβαση σ' αυτόν κι όχι εγώ. Η κατάσταση άρχισε να ξεφεύγει μέσα μου και γινόταν ανησυχητική.
Ακόμη κάποιες μέρες αργότερα στην δουλειά ήρθε μια απ τις στιγμές που χρειαζόταν ο Χοσέ ανακούφιση. Πηγή λοιπόν στην τουαλέτα, στάθηκα μπροστά από το δικό μου πισσουαρ και ανακούφιζα τον Χοσέ. Ξαφνικά ανοίγει η πόρτα, κλείνει μόνη της και κάποιος έρχεται στο διπλανό πισσουαρ, δυο υπάρχουν όλα κι όλα και αρχίζει ν' ανακουφίζεται. Γυρνάω ανεξέλεγκτα προς τα δεξιά να κοιτάξω ποιος είναι ....και αμάν, ήταν αυτός, Με κοίταξε, χαμογέλασε κι ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Ο Χοσέ τελείωσε τη δουλειά του, μπήκε πίσω στο καταφύγιο του δυστυχώς και ο Βέλγος τελείωσε την ίδια ώρα μαζί μου. Κατά την διάρκεια προσπάθησα διακριτικά να δω αν φαίνεται ο δικός του Χοσέ άλλα το διαχωρισμό των πισσουαρ έκανε αδύνατη την προσπάθεια μου. Μιλήσαμε κάτι σύντομο για τη δουλειά πηγαίνοντας μαζί πίσω στα γραφεία μας αφού κάναμε ότι πλέναμε τα χέρια μας. Βασικά κανένας αρσενικός δεν θέλει να πλένει τα χέρια του μετά από ένα απλό κατούρημα αν είναι μόνος στην τουαλέτα άλλα όταν είναι μαζί με άλλους δεν θέλει να ναι αυτός που θα χαρακτηριστεί βρομιάρης.
Βρισκόμουν σε κατάσταση ντελίριο. Η αγάπη μας μπήκε σε καινούργιο στάδιο, σε καλπάζων ρυθμό. Πρώτα όταν έγινε η ακατανόητη ερώτηση με το περίφημο “ιταλιάν”, τώρα με την τουαλέτα. Ήμουν σε μια διαρκή συγκίνηση. Αυτό κι αν ήταν ταχύτητα. Και προ πάντων κοινή προσωπική σφαίρα: κατουρήσαμε μαζί. Αυτό κι' αν είναι κοινό βίωμα!
Εν τω μεταξύ τάχα κάνει μπαλόνια στον καλαμαρά διπλά μου. Αναστέναζα κάθε τρεις και λίγο. Αρχίσαμε να καταστρώνουμε συνομονωτικό σχέδιο πως θα τον βγάζαμε φωτογραφία με το iPhone χωρίς να χαμπαριάσει οτιδήποτε για να τον έχω τα βράδια σαν βάση ικανοποίησης. Ο καλαμαράς το διασκέδαζε όσο χωρίς προηγούμενο στη ζωή του. Αποφασίσαμε ότι θα έπαιρνε το iPhone και θα προσποιούνταν ότι έβγαζε έμενα φωτογραφία ενώ θα εστίαζε τον Μπενζ πίσω μου. Σατανικό σχέδιο, δολιοφθόρο, άλλα με έμενα να είμαι χέστρα όταν πρέπει το σίδηρο να κολλήσει στην φωτιά κώλωσα την τελευταία στιγμή. Σχέδιο Βήτα δεν υπήρχε, άρα έμεινα προς το παρόν χωρίς φωτογραφία του.
Διπλά από τον Βέλγο κάθεται ένας μαύρος κι άραχνος από την Μπαγκλαντές. Γενικός ότι έχει να κάνει με χώρες εκτός ΝΑΤΟ δεν είναι του γούστου μου αλλά η ανάγκη με έσπρωξε να αποδεχτώ τις κινήσεις γνωριμίας από πλευράς του τριτοκοσμικού για να έρχομαι δήθεν πιο κοντά στο όνειρο. Ο τριτοκοσμικός, που είναι και διαόλου κάλτσα έχει στ' αλήθεια πολύ χαβαλέ και κάνουμε αρκετά αστεία άλλα ο Βέλγος κρατάει τις αποστάσεις. Η αγάπη μένει στάσιμη.
Λίγες μέρες αργότερα ήταν πάλι μια από τις στιγμές του Χοσέ. Πάλι η ίδια διαδικασία...και τυχαία πάλι ο κούκλος διπλά μου. Πάλι χαμόγελο, πάλι κάτι άσχετο για να ξεφύγει από την αμηχανία που φανερωτατα του δημιουργούσε η πολιορκία μου και πάλι η ελπίδα για γάμο. Αυτή την φορά πολύ εντονότερη αφοί ο πρίγκηπας μου πρέπει να είναι και εξαιρετικά καλά εξοπλισμένος. Η μελέτη μου δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας: Είναι ψηλότερος από μένα. Ήρθε στην τουαλέτα, με μια κίνηση άνοιξε το τζιν του κι άρχισε σε χρόνο ντε τε να διεκπεραιώνει το καθήκον. Σε αντίθεση εγώ πάω μπροστά από το πισσουαρ, αγωνίζομαι να ανοίξω τα κουμπιά της βερμούδας που με βασανίζουν κάθε φορά, μετά αγωνίζομαι να βρω τον Χοσέ, να τον ξεμουδιάσω πρώτα από εκεί που βρίσκεται πριν του επιτρέψω να βγει στον καθαρό αέρα κι όταν τελειώσει επαναλαμβάνεται ο ίδιος καυγάς για να ξαναμπεί στο καταφύγιο του. Που αφήνει να εννοηθεί ότι ο Χοσέ είναι ένας μέτριος μέχρι κανονικός τύπος ενώ του Μπενζ μάλλον θεόρατος γιατί με μια κίνηση βρίσκεται αμέσως σε θέση και λειτουργία. Όλη αυτή η επιστημονική μελέτη και αποτέλεσμα με έκαναν να ξετρελαθώ ακόμα περισσότερο με το βελγικό γλυκό που τώρα μου έχει γίνει πια εμμονή. Δηλαδή περάσαμε σ' ένα ανώτερο στάδιο της σχέσης μας, τελείωσαν οι αρραβώνες και πάμε για παντρειά.
Δυο φορές κοινές εμπειρίες κατουρήματος. Υπάρχει τίποτα πιο έντονο προγαμιαίο; Τουλάχιστον αυτό λέει κι η Νάταλι που έχει χαθεί στον επιταχυντή της Γενεύης και της τα 'χω πρήξει στο Σκαϊπ.
Το επόμενο στάδιο με περιμένει ακόμα. Μάλλον θα 'ναι αυτό που θα φάω μπουγέλωμα. Διαβάστε παρακάτω...>>
Labels:
Εγώ ο ηλίθιος,
Καθημερινα,
Χιούμορ/Γκάφες
| Reactions: |
Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2011
Πτι Φουρ
Θωρώ τον τζιαι φύρνουμαι. Ακούω τα γαλλικά με την αρρενωπή του φωνή και φτάνω στην αποκορύφωση (θεωρητικά βεβαία).
Είναι σαν τα παραδοσιακά γαλλικά γλυκά παστάκια που δεν μπορείς να σταματήσεις να τα χλαπακιάζεις. Είναι ακράτητη η ορμή που με κυριαρχεί να τον χυμήξω και να τον γευτώ από την κορφή μέχρι τα νύχια και πιο βαθεια. Το βασανιστήριο είναι ακόμη μεγαλύτερο γιατί κάθεται στο αμέσως διπλανό γραφείο και προστίθεται ότι έχω πάθει μυικό τραλαλά στο σβέρκο γυρίζοντας όλη την ώρα προς τα δεξιά να πάρω την οπτική μου δόση. Πόσες φορές να μου πέσει το στυλό στο πάτωμα, πόσες φορές να τεντωθώ γυρίζοντας στα δεξιά και ποτέ μα ποτέ στα αριστερά (τι να δω εξάλλου στ' αριστερά; τον βλάχο τον καλαμαρά συνάδελφο;), άσε δε που έπαθε ψύξη η μουτσούνα μου γιατί έχω ένα διαρκές χαμόγελο όποτε τον κοιτάζω.
Είναι γλύκας ο άτιμος σε σημείο που έχω γελοιοποιηθεί. Στην δουλειά δεν ξέρει κανείς ότι είμαι γκέι... ακόμα. Αποφεύγω από καιρό να κάνω τέτοιες ανακοινώσεις γιατί πριν από πολλά χρόνια απολύθηκα στην Γερμανία εμμέσως γιατί ήμουν γκέι. Τότε όμως δεν ήταν θεσμοποιημενος ο όρος του mobbing κι έτσι πήρα τον πούλλο μου (έκανα δικαστική αγωγή και την κέρδισα αλλά τι τα θες – το ψυχικό κέρατο σου μένει). Έκτοτε ο Γκρηκστόρης...στρέητ, πολύ στρέητ.
Ο πτι φουρ είναι Βέλγος (το κουκλί μου). Οι Βέλγοι είναι καλοί στο κρεβάτι (το ξέρω γιατί κρεβατιάστηκα με την μισή Λιέγη). Κάθε άλλο βέαια από πετί. Με περνά ένα κεφάλι και είναι ξυλαγγουρέ, ημιμουστακωμένος και κάπως άτσαλος στην κίνηση του.
Έχει χείλη σαρκώδη σ ένα γαλακτερό πρόσωπο και στρατιωτικό κούρεμα. Φοράει Asics Tiger με καλτσάκια και παρακολουθώ τους απογυμνωμένους αστράαλους του με τα κάποια τριχοκατάλοιπα που καταφέρνουν να ξεφύγουν από το καμουφλάζ του τζιν και νιώθω σαν να κάνω έρωτα μαζί του. Γυρνώ να τον κοιτάξω τουλάχιστον αμέτρητες φορές κάθε ώρα και τις μισές με πιάνει στα πράσα οπότε από αμηχανία περισσότερο (και μάλλον μ' ένα ανέκφραστο ερωτηματικό) ανταποδίδει το χαμόγελο.
Αυτή η διαδικασία τρέχει εδώ και κάτι βδομάδες: τον παρακολουθώ με βλέμμα απλανές προς το μαλακισμένο, κάποτε μου χαμογελά, τις περισσότερες φορές με γράφει, είμαι σίγουρος ότι υποψιάζεται το ανυποψίαστο αλλά του είμαι βασικά αδιάφορος. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι είναι στρέητ αλλά αυτό δεν υπήρξε σε καμιά χρονική εμπόδιο για μένα και την αρρωστημένη φαντασία μου.
Ενώ πέθαινα για περαιτέρω δεν έκανα καμιά πιο εμφανή προσπάθεια για επαφή. Μέχρι που προχτές έφερα μαζί μου την κατά την γερμανική διαφήμιση την μακρύτερη πραλίνα του κόσμου (ένα κουτί απ αυτές βασικά) αφήνοντας το πάνω στο γραφείο μου. Όπως περνούσε από δίπλα μου, τις είδε. Το πρόσωπο του έλαμψε, μου χάρισε το γλυκύτερο χαμόγελο που μπορούσε και με ρώτησε αν μπορούσε να πάρει μια.
Ναι! Η επαφή έγινε! Πέρασαν βέβαια μια μέρα και τρεις ώρες μέχρι να βρω ευκαιρία να ρωτήσω τ όνομα του αλλά το έμαθα: Μπενζινών. Από την Λιέγη. Το χει η πολύ φαίνεται.
Η παιδική του αρρενωπότητα με συνεπαίρνει και η αθωότητα που ακτινοβολεί με ξελογιάζει γιατί την νιώθω σαν έκφυλη σεξουαλική έλξη επειδή δεν είναι αθώος, απλά έτσι φαίνεται.
Τα' χω πρήξει στον καλαμαρά δίπλα μου που με ξέρει χρόνια στο σημείο να μην μπορεί πια να ακούει τίποτε άλλο περί πτι φουρ. Τις σοκολάτες όμως ξέρει να τις τρώει ο πουσστοκαλαμαράς, το κέρατο του. Διαβάστε παρακάτω...>>
Είναι σαν τα παραδοσιακά γαλλικά γλυκά παστάκια που δεν μπορείς να σταματήσεις να τα χλαπακιάζεις. Είναι ακράτητη η ορμή που με κυριαρχεί να τον χυμήξω και να τον γευτώ από την κορφή μέχρι τα νύχια και πιο βαθεια. Το βασανιστήριο είναι ακόμη μεγαλύτερο γιατί κάθεται στο αμέσως διπλανό γραφείο και προστίθεται ότι έχω πάθει μυικό τραλαλά στο σβέρκο γυρίζοντας όλη την ώρα προς τα δεξιά να πάρω την οπτική μου δόση. Πόσες φορές να μου πέσει το στυλό στο πάτωμα, πόσες φορές να τεντωθώ γυρίζοντας στα δεξιά και ποτέ μα ποτέ στα αριστερά (τι να δω εξάλλου στ' αριστερά; τον βλάχο τον καλαμαρά συνάδελφο;), άσε δε που έπαθε ψύξη η μουτσούνα μου γιατί έχω ένα διαρκές χαμόγελο όποτε τον κοιτάζω.
Είναι γλύκας ο άτιμος σε σημείο που έχω γελοιοποιηθεί. Στην δουλειά δεν ξέρει κανείς ότι είμαι γκέι... ακόμα. Αποφεύγω από καιρό να κάνω τέτοιες ανακοινώσεις γιατί πριν από πολλά χρόνια απολύθηκα στην Γερμανία εμμέσως γιατί ήμουν γκέι. Τότε όμως δεν ήταν θεσμοποιημενος ο όρος του mobbing κι έτσι πήρα τον πούλλο μου (έκανα δικαστική αγωγή και την κέρδισα αλλά τι τα θες – το ψυχικό κέρατο σου μένει). Έκτοτε ο Γκρηκστόρης...στρέητ, πολύ στρέητ.
Ο πτι φουρ είναι Βέλγος (το κουκλί μου). Οι Βέλγοι είναι καλοί στο κρεβάτι (το ξέρω γιατί κρεβατιάστηκα με την μισή Λιέγη). Κάθε άλλο βέαια από πετί. Με περνά ένα κεφάλι και είναι ξυλαγγουρέ, ημιμουστακωμένος και κάπως άτσαλος στην κίνηση του.
Έχει χείλη σαρκώδη σ ένα γαλακτερό πρόσωπο και στρατιωτικό κούρεμα. Φοράει Asics Tiger με καλτσάκια και παρακολουθώ τους απογυμνωμένους αστράαλους του με τα κάποια τριχοκατάλοιπα που καταφέρνουν να ξεφύγουν από το καμουφλάζ του τζιν και νιώθω σαν να κάνω έρωτα μαζί του. Γυρνώ να τον κοιτάξω τουλάχιστον αμέτρητες φορές κάθε ώρα και τις μισές με πιάνει στα πράσα οπότε από αμηχανία περισσότερο (και μάλλον μ' ένα ανέκφραστο ερωτηματικό) ανταποδίδει το χαμόγελο.
Αυτή η διαδικασία τρέχει εδώ και κάτι βδομάδες: τον παρακολουθώ με βλέμμα απλανές προς το μαλακισμένο, κάποτε μου χαμογελά, τις περισσότερες φορές με γράφει, είμαι σίγουρος ότι υποψιάζεται το ανυποψίαστο αλλά του είμαι βασικά αδιάφορος. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι είναι στρέητ αλλά αυτό δεν υπήρξε σε καμιά χρονική εμπόδιο για μένα και την αρρωστημένη φαντασία μου.
Ενώ πέθαινα για περαιτέρω δεν έκανα καμιά πιο εμφανή προσπάθεια για επαφή. Μέχρι που προχτές έφερα μαζί μου την κατά την γερμανική διαφήμιση την μακρύτερη πραλίνα του κόσμου (ένα κουτί απ αυτές βασικά) αφήνοντας το πάνω στο γραφείο μου. Όπως περνούσε από δίπλα μου, τις είδε. Το πρόσωπο του έλαμψε, μου χάρισε το γλυκύτερο χαμόγελο που μπορούσε και με ρώτησε αν μπορούσε να πάρει μια.
Ναι! Η επαφή έγινε! Πέρασαν βέβαια μια μέρα και τρεις ώρες μέχρι να βρω ευκαιρία να ρωτήσω τ όνομα του αλλά το έμαθα: Μπενζινών. Από την Λιέγη. Το χει η πολύ φαίνεται.
Η παιδική του αρρενωπότητα με συνεπαίρνει και η αθωότητα που ακτινοβολεί με ξελογιάζει γιατί την νιώθω σαν έκφυλη σεξουαλική έλξη επειδή δεν είναι αθώος, απλά έτσι φαίνεται.
Τα' χω πρήξει στον καλαμαρά δίπλα μου που με ξέρει χρόνια στο σημείο να μην μπορεί πια να ακούει τίποτε άλλο περί πτι φουρ. Τις σοκολάτες όμως ξέρει να τις τρώει ο πουσστοκαλαμαράς, το κέρατο του. Διαβάστε παρακάτω...>>
Labels:
Εγώ ο ηλίθιος,
Καθημερινα
| Reactions: |
Κυριακή, 29 Μαΐου 2011
Ρεαλιστικές Συνειδητοποιήσεις (3)
Η γερμανική ανθρωπιά υπάρχει για το θεαθήναι, για να γίνεται αποδεκτός ο Γερμανός από τους υπόλοιπους λόγω πολιτικής η γιατί τον εξαναγκάζει ο νόμος: ναι η γερμανική ανθρωπιά προσδιορίζεται κι αυτή από τον νόμο όπως και αμέτρητες άλλες καταστάσεις, όπως πως και πότε έχεις το δικαίωμα η και την υποχρέωση να αναπνεύσεις, να ζήσεις η να πεθάνεις. Ακόμα και ο θάνατος είναι μια νομική προδιαγραφή. Αν πεθάνεις εκτός προδιαγραφών τότε μπορεί και να μην είσαι νεκρός για τον γερμανικό νόμο.
Αν η φούσκα σου είναι έτοιμη να σκάσει από το κατούρημα και δεν βρίσκεις δημόσια τουλέτα με πενήντασεντ για να μπεις να ξαλαφρώσεις η δεν έχεις τα πενήντασεντ, και κανένα μπαρ η εστιατόριο δεν σε αφήνει να μπεις μέσα να κατουρήσεις αφού δεν έσταξες πιο πριν τον οβολό σου, και βρεις απελπισμένος την πρώτη μισοδιακριτική γωνία κάπου να κατουρήσεις και σε πιάσει στα πράσα η αστυνομία τότε την έχει βάψει το πορτοφόλι σου.
Αν σαν πεζός περάσεις σ έναν έρημο, νεκρό δρόμο που δεν υπάρχει ψυχή με κόκκινο την διάβαση πεζών και τύχει να σε δει η αστυνομία πάλι θα βογκήξει το πορτοφόλι σου.
Στην Γερμανία τα πάντα έχουν μια τιμή, ακόμα και το κάτουρο και το σκατό σου.
Στην Γερμανία το ότι ζεις, ότι υπάρχεις εφάπτεται του ποινικού αδικήματος. Είσαι εξ ορισμού μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου (τρέχα γύρευε δηλαδή) το ποινικό αδίκημα. Είναι θέμα αρχής λοιπόν και επεξήγησης: είσαι σαν άνθρωπος εξ ορισμού άνθρωπος και μετά γίνεσαι στοιχείο αποποινικοποιημένο η σε θεωρεί η ανώτερη αρχή ποινικό αδίκημα εξ ορισμού και είναι καθήκον σου παράλληλα με τον κεφαλικό που πληρώνεις να αποδυναμώνεις ότι δεν είσαι εγκληματικό στοιχείο η δεν έχεις κλίσεις εγκληματικότητας? Στην Γερμανία ισχύει το δεύτερο: είσαι πρώτα ο μαλάκας και μετά ο κρίκος από τον οποίο είναι φτιαγμένη η αλυσίδα.
Καθώς εκφράζω αυτές τις εμπειρίες και σκέψεις στον υπολογιστή (παλιά θα λεγα στο χαρτί αλλά πάει πια..) διαβάζω παράλληλα διάφορα άρθρα από δημοσιογράφους στο ίντερνετ κάποιες φόρες πάνω στο συγκεκριμένο θέμα θέλοντας να ανακαλύψω αν αυτά που βιώνω και αισθάνομαι σαν άτομο υποκειμενικό είναι βιώματα η και σκέψεις που υπήρξαν η υπάρχουν σαν θέματα και για άλλους.
Ο Ιταλός δημοσιογραφούν Κούρτσιο Μαλαπάρτε, που έζησε έντονα τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, στην πορεία του μέσα από την εμπόλεμη Ευρώπη είχε μιλήσει με πολλούς Γερμανούς και συμπεραίνει ότι: “Αυτό που ωθεί τον Γερμανό στη σκληρότητα, στις πιο ψυχρά, πιο μεθοδικά, πιο επιστημονικά σκληρές πράξεις, είναι ο φόβος. Ο φόβος των καταδυναστευμένων, των αόπλων, των αδυνάτων, των αρρώστων, ο φόβος των γέρων, των γυναικών, των παιδιών, ο φόβος των Εβραίων. [...] Τη μυστηριώδη ευγένεια των καταδυναστευμένων, των αρρώστων, των αδυνάτων, των αόπλων, των γερόντων, των γυναικών, των παιδιών, ο Γερμανός την αντιλαμβάνεται, τη νιώθει, τη φθονεί και τη φοβάται, ίσως περισσότερο από κάθε άλλο λαό της Ευρώπης. Και την εκδικείται ”(Από την Καθημερινή).
Βέβαια αυτό ίσως να μην ισχύει πια σε ολοκληρωτική κλίμακα για τον μοντέρνο Γερμανό, αλλά όπως παρατηρεί και ο δημοσιογράφος της Καθημερινής “αμφότεροι ξεκινούν από το ίδιο σπέρμα του φόβου”.
Ένας λοιπόν απ τους λόγους της (προσωρινής) ισορροπίας μου είναι ότι ξέφυγα επαγγελματικά και εν μέρη κοινωνικά από το γερμανικό περιβάλλον αφού η τύχη με έφερε να εργαστώ στην Ολλανδία και μάλιστα στο Μααστριχτ όπου υπογράφτηκαν όλες οι συνθήκες που γαμούν όλες τις φτωχές χώρες της ακόμα ευρωπαϊκής ένωσης. Αντιδρώ σε κάθε αλλαγή και ενώ όλες οι θεωρίες απαιτούν κατά τρόπο να δεχόμαστε την αλλαγή σαν κάτι θετικό, η ανθρώπινη φύση αποφεύγει την αβεβαιότητα. Η αποφυγή της αβεβαιότητας υπάρχει μέσα στην φύση μας, δεν είναι κάτι το οποίο μαθαίνεται σαν συμπεριφορά, έτσι τουλάχιστον γράφει ο Χοφστετε, και προχωρεί λέγοντας ότι ο βαθμός της αποφυγής της αβεβαιότητας διαφέρει από πολιτισμό σε πολιτισμό. Η αλλαγή είναι από την άλλη ένα φυσικό φαινόμενο και την φοβόμαστε ενόσω δεν ξέρουμε περί τίνος πρόκειται και άρα δεν καταλαβαίνουμε το νόημα της. Άρα αρχίζοντας σ ένα καινούργιο περιβάλλον στην Ολλανδία με έκανε πολύ σκεπτικό όπως επίσης και η απόφαση που πήρα σε λίγο καιρό να εγκαταλείψω την Γερμανία με κάνει να χέζομαι.
Το καινούργιο άγνωστο περιβάλλον παρουσιάστηκε ανθρώπινο και φιλικό. Μπήκα μέσα στο κτίριο και πρόσεξα αμέσως κάτι διαφορετικό. Χρειάστηκα λίγο χρόνο να αντιληφθώ τι ήταν αυτό: ο κόσμος στην πλειοψηφία του ακτινοβολούσε μια θετικότητα, έστελνε ένα χαμόγελο. Το καλημέρα συνοδεύεται με ένα χαμόγελο, πάντα, άσχετο από ποιον. Σκέφτηκα ότι ίσως να ναιι ηεπίδρασηη τουχόρτουυ πουυπάρχειι αφειδωλωςεδώω στη Ολλανδίαααλλάα δενείναιιμόνοοαυτό.. Είναι απλά ένας άλλος πολιτισμός παρ όλο ότι είναι μόνο σαράντα χιλιόμετρα μακρυά απ το Άαχεν προς τα δυτικά. Είναι ένα άλλος κόσμος. Δουλεύω σε μια εταιρεία με περισσότερα από χίλια άτομα προσωπικό, είμαστε όλοι ανώνυμοι. Και υπάρχει μια έστω προσποιητή, κομψή ευγένεια που μου φαίνεται εξωτική και μοναδική. Δεν την εξιδανικοποιω, υπάρχουν κι εδώ οι μούργοι και τα στριμμένα έντερα, καμιά αμφιβολια γι αυτο. Αλλά η κύρια κλίση χαρακτηρίζεται από την ευγένεια. Κι αυτό εμένα μου αρκεί. Δεν αναζητώ ουσίες στους ξένους ούτε και ποιότητες. Αλλά οι βασικοί κανόνες συμπεριφοράς υπάρχουν και αυτό είναι βασικό στοιχείο για την επιβίωση της εργασιακής μέρας και την ισορροπία στον χώρο εργασίας. Άλλο είναι να μπαίνεις κάπου και να κυριαρχεί στην ατμοσφαίρα μια, το τονίζω έστω και προσποιητήήαλλάά μηνανιχνεύσιμηη ως προς τοπροσποιητήή, φιλοκοτητα κιάλλοο ναμπαίνειςς στονοποιονδήποτεεγερμανικόοχώροοόχιι σανυπάλληλοςςάλλαα σανπελάτηςςακόμαα και ναθέλειςς ναζητήσειςςσυγνώμηηγιατίιθέλειςς ναξοδέψειςς ταλεφτάασου. Άλλο να ακούς ένα μουσικό καλημέρα η άλλου του είδους χαιρετισμό κι άλλο ένα μουγκρητό που να σε στέλνει από κει που ήρθες.
Η προσέγγιση είναι εξωτική (σε σύγκριση με αυτά που έζησα στην Γερμανία): πριν από κάποιες μέρες μου ζήτησαν αν μπορούσα να κάνω την τελευταία βάρδια. Εδώδω έγκειται η διαφορά: μου ζήτησαν. Δεν το επέβαλαν. Δέχτηκα. Τριάντα λεπτά πριν σχολάσω έγινεεέναα χαος και με ρωτησαν αν θα με πειραζε να μεινω επιπλεον απροσδιοριστα μεχρι να ξεκαθαριστι το χάος. Δέχτηκα γιατί αυτό ήταν κατά τη γνώμη μου το σωστό και εξάλλου δεν είχα και κανέναν να με περιμένει. Στην δεύτερη δουλειά είχα βρει ήδη αντικαταστάτη γι αυτό το έκτακτο κι έτσι δεν ανησύχησα. Τότε έζησα το αναπάντεχο: Οι δυο προϊστάμενοι μου ήρθαν από δυο φορές και εκφρασαν τον ενθουσιασμό και την ευγνωμοσύνη τους που έμεινα αποργραμματιστα σαν στήριξη την ώρα της κρίσης (εγώ προσωπικά κρίση δεν κατάλαβα και πολύ άλλα δεν κολλώ εδώ τώρα). Μέσα μου εικονικά είχε πέσει το σαγόνι στο πάτωμα. Στην Γερμανία θα ήταν για τους προϊσταμένου αυτονόητο ότι θα έμενα εκεί και το ευχαριστώ ούτε στην άλλη ζωή δεν θα το άκουγα, εννοείται ότι το χαμόγελο θα ήταν άγνωστη μυική έκφραση προσώπου. Είναι απλά τα κάτεργα με τον Ιαβέρη κλωνοποιημενο σε εκατομμύρια.
Αυτές είναι πολιτισμικές διαφορές που κάνουν κάποιον αν έχει μεγαλώσει με τις συγκεκριμένες προδιαγραφές να τις εκτιμά και να της αναζητά. Άρα ζώντας σε χώρες όπως η Γερμανία όπου ο άνθρωπος είναι εξ ορισμού θυματοποιημενος και άρα λαμβάνει την ανάλογη συμπεριφορά γίνεται κάποιος σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα εξαρτημένος από τα αντικαταθλιπτικά η το πότο η και τα δυο.
Το απόφθεγμα:
άρχισα να μαι πάλι καλά. Δυο χρόνια σχεδόν μετά που με άφησε ο Σσιατς, σχεδόν πέντε μετά τον ατελείωτο Γολγοθά (που κάποτε έφτασε κι αυτός στο τέλος του, για πρώτη φάση τουλάχιστον) και δεκατέσσερα μετά που τον γνώρισα, ξαναβλέπω κάπως το φως. Γελώ, κάνω πλάκες, τον παίρνω αβέρτα κι ασταμάτητα (όχι πως η καταχθονικη φάση υπήρξε εμπόδιο στην διοχέτευση τεστοστερονικης ενέργειας) , δεν επαναστατώ δραματικά, άλλα κάπως άρχισα να ζω. Μια δύσκολα περιγραφόμενη μελαγχολία με συνοδεύει όλες τις ώρες άλλα έχω μάθει να συνυπάρχω μαζί της αρμονικά και δεν με πολύ ενοχλεί. Είναι η ανάμνηση του, οι εικόνες στο μυαλό μου, οι σκέψεις και τα αναπάντητα ερωτηματικά, κάποτε και λίγες στιγμές απελπιστικού αδιεξόδου, είναι όμως όλα μέρος του ταξιδιωτικού πακέτου και με συνοδεύει αναγκαστικά. Συμφιλιώθηκα μαζί του, το δέχτηκα σαν αναπόσπαστο μέρος της τωρινής μου ζωής και.. ως πάρα τζει. Διαβάστε παρακάτω...>>
Αν η φούσκα σου είναι έτοιμη να σκάσει από το κατούρημα και δεν βρίσκεις δημόσια τουλέτα με πενήντασεντ για να μπεις να ξαλαφρώσεις η δεν έχεις τα πενήντασεντ, και κανένα μπαρ η εστιατόριο δεν σε αφήνει να μπεις μέσα να κατουρήσεις αφού δεν έσταξες πιο πριν τον οβολό σου, και βρεις απελπισμένος την πρώτη μισοδιακριτική γωνία κάπου να κατουρήσεις και σε πιάσει στα πράσα η αστυνομία τότε την έχει βάψει το πορτοφόλι σου.
Αν σαν πεζός περάσεις σ έναν έρημο, νεκρό δρόμο που δεν υπάρχει ψυχή με κόκκινο την διάβαση πεζών και τύχει να σε δει η αστυνομία πάλι θα βογκήξει το πορτοφόλι σου.
Στην Γερμανία τα πάντα έχουν μια τιμή, ακόμα και το κάτουρο και το σκατό σου.
Στην Γερμανία το ότι ζεις, ότι υπάρχεις εφάπτεται του ποινικού αδικήματος. Είσαι εξ ορισμού μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου (τρέχα γύρευε δηλαδή) το ποινικό αδίκημα. Είναι θέμα αρχής λοιπόν και επεξήγησης: είσαι σαν άνθρωπος εξ ορισμού άνθρωπος και μετά γίνεσαι στοιχείο αποποινικοποιημένο η σε θεωρεί η ανώτερη αρχή ποινικό αδίκημα εξ ορισμού και είναι καθήκον σου παράλληλα με τον κεφαλικό που πληρώνεις να αποδυναμώνεις ότι δεν είσαι εγκληματικό στοιχείο η δεν έχεις κλίσεις εγκληματικότητας? Στην Γερμανία ισχύει το δεύτερο: είσαι πρώτα ο μαλάκας και μετά ο κρίκος από τον οποίο είναι φτιαγμένη η αλυσίδα.
Καθώς εκφράζω αυτές τις εμπειρίες και σκέψεις στον υπολογιστή (παλιά θα λεγα στο χαρτί αλλά πάει πια..) διαβάζω παράλληλα διάφορα άρθρα από δημοσιογράφους στο ίντερνετ κάποιες φόρες πάνω στο συγκεκριμένο θέμα θέλοντας να ανακαλύψω αν αυτά που βιώνω και αισθάνομαι σαν άτομο υποκειμενικό είναι βιώματα η και σκέψεις που υπήρξαν η υπάρχουν σαν θέματα και για άλλους.
Ο Ιταλός δημοσιογραφούν Κούρτσιο Μαλαπάρτε, που έζησε έντονα τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, στην πορεία του μέσα από την εμπόλεμη Ευρώπη είχε μιλήσει με πολλούς Γερμανούς και συμπεραίνει ότι: “Αυτό που ωθεί τον Γερμανό στη σκληρότητα, στις πιο ψυχρά, πιο μεθοδικά, πιο επιστημονικά σκληρές πράξεις, είναι ο φόβος. Ο φόβος των καταδυναστευμένων, των αόπλων, των αδυνάτων, των αρρώστων, ο φόβος των γέρων, των γυναικών, των παιδιών, ο φόβος των Εβραίων. [...] Τη μυστηριώδη ευγένεια των καταδυναστευμένων, των αρρώστων, των αδυνάτων, των αόπλων, των γερόντων, των γυναικών, των παιδιών, ο Γερμανός την αντιλαμβάνεται, τη νιώθει, τη φθονεί και τη φοβάται, ίσως περισσότερο από κάθε άλλο λαό της Ευρώπης. Και την εκδικείται ”(Από την Καθημερινή).
Βέβαια αυτό ίσως να μην ισχύει πια σε ολοκληρωτική κλίμακα για τον μοντέρνο Γερμανό, αλλά όπως παρατηρεί και ο δημοσιογράφος της Καθημερινής “αμφότεροι ξεκινούν από το ίδιο σπέρμα του φόβου”.
Ένας λοιπόν απ τους λόγους της (προσωρινής) ισορροπίας μου είναι ότι ξέφυγα επαγγελματικά και εν μέρη κοινωνικά από το γερμανικό περιβάλλον αφού η τύχη με έφερε να εργαστώ στην Ολλανδία και μάλιστα στο Μααστριχτ όπου υπογράφτηκαν όλες οι συνθήκες που γαμούν όλες τις φτωχές χώρες της ακόμα ευρωπαϊκής ένωσης. Αντιδρώ σε κάθε αλλαγή και ενώ όλες οι θεωρίες απαιτούν κατά τρόπο να δεχόμαστε την αλλαγή σαν κάτι θετικό, η ανθρώπινη φύση αποφεύγει την αβεβαιότητα. Η αποφυγή της αβεβαιότητας υπάρχει μέσα στην φύση μας, δεν είναι κάτι το οποίο μαθαίνεται σαν συμπεριφορά, έτσι τουλάχιστον γράφει ο Χοφστετε, και προχωρεί λέγοντας ότι ο βαθμός της αποφυγής της αβεβαιότητας διαφέρει από πολιτισμό σε πολιτισμό. Η αλλαγή είναι από την άλλη ένα φυσικό φαινόμενο και την φοβόμαστε ενόσω δεν ξέρουμε περί τίνος πρόκειται και άρα δεν καταλαβαίνουμε το νόημα της. Άρα αρχίζοντας σ ένα καινούργιο περιβάλλον στην Ολλανδία με έκανε πολύ σκεπτικό όπως επίσης και η απόφαση που πήρα σε λίγο καιρό να εγκαταλείψω την Γερμανία με κάνει να χέζομαι.
Το καινούργιο άγνωστο περιβάλλον παρουσιάστηκε ανθρώπινο και φιλικό. Μπήκα μέσα στο κτίριο και πρόσεξα αμέσως κάτι διαφορετικό. Χρειάστηκα λίγο χρόνο να αντιληφθώ τι ήταν αυτό: ο κόσμος στην πλειοψηφία του ακτινοβολούσε μια θετικότητα, έστελνε ένα χαμόγελο. Το καλημέρα συνοδεύεται με ένα χαμόγελο, πάντα, άσχετο από ποιον. Σκέφτηκα ότι ίσως να ναιι ηεπίδρασηη τουχόρτουυ πουυπάρχειι αφειδωλωςεδώω στη Ολλανδίαααλλάα δενείναιιμόνοοαυτό.. Είναι απλά ένας άλλος πολιτισμός παρ όλο ότι είναι μόνο σαράντα χιλιόμετρα μακρυά απ το Άαχεν προς τα δυτικά. Είναι ένα άλλος κόσμος. Δουλεύω σε μια εταιρεία με περισσότερα από χίλια άτομα προσωπικό, είμαστε όλοι ανώνυμοι. Και υπάρχει μια έστω προσποιητή, κομψή ευγένεια που μου φαίνεται εξωτική και μοναδική. Δεν την εξιδανικοποιω, υπάρχουν κι εδώ οι μούργοι και τα στριμμένα έντερα, καμιά αμφιβολια γι αυτο. Αλλά η κύρια κλίση χαρακτηρίζεται από την ευγένεια. Κι αυτό εμένα μου αρκεί. Δεν αναζητώ ουσίες στους ξένους ούτε και ποιότητες. Αλλά οι βασικοί κανόνες συμπεριφοράς υπάρχουν και αυτό είναι βασικό στοιχείο για την επιβίωση της εργασιακής μέρας και την ισορροπία στον χώρο εργασίας. Άλλο είναι να μπαίνεις κάπου και να κυριαρχεί στην ατμοσφαίρα μια, το τονίζω έστω και προσποιητήήαλλάά μηνανιχνεύσιμηη ως προς τοπροσποιητήή, φιλοκοτητα κιάλλοο ναμπαίνειςς στονοποιονδήποτεεγερμανικόοχώροοόχιι σανυπάλληλοςςάλλαα σανπελάτηςςακόμαα και ναθέλειςς ναζητήσειςςσυγνώμηηγιατίιθέλειςς ναξοδέψειςς ταλεφτάασου. Άλλο να ακούς ένα μουσικό καλημέρα η άλλου του είδους χαιρετισμό κι άλλο ένα μουγκρητό που να σε στέλνει από κει που ήρθες.
Η προσέγγιση είναι εξωτική (σε σύγκριση με αυτά που έζησα στην Γερμανία): πριν από κάποιες μέρες μου ζήτησαν αν μπορούσα να κάνω την τελευταία βάρδια. Εδώδω έγκειται η διαφορά: μου ζήτησαν. Δεν το επέβαλαν. Δέχτηκα. Τριάντα λεπτά πριν σχολάσω έγινεεέναα χαος και με ρωτησαν αν θα με πειραζε να μεινω επιπλεον απροσδιοριστα μεχρι να ξεκαθαριστι το χάος. Δέχτηκα γιατί αυτό ήταν κατά τη γνώμη μου το σωστό και εξάλλου δεν είχα και κανέναν να με περιμένει. Στην δεύτερη δουλειά είχα βρει ήδη αντικαταστάτη γι αυτό το έκτακτο κι έτσι δεν ανησύχησα. Τότε έζησα το αναπάντεχο: Οι δυο προϊστάμενοι μου ήρθαν από δυο φορές και εκφρασαν τον ενθουσιασμό και την ευγνωμοσύνη τους που έμεινα αποργραμματιστα σαν στήριξη την ώρα της κρίσης (εγώ προσωπικά κρίση δεν κατάλαβα και πολύ άλλα δεν κολλώ εδώ τώρα). Μέσα μου εικονικά είχε πέσει το σαγόνι στο πάτωμα. Στην Γερμανία θα ήταν για τους προϊσταμένου αυτονόητο ότι θα έμενα εκεί και το ευχαριστώ ούτε στην άλλη ζωή δεν θα το άκουγα, εννοείται ότι το χαμόγελο θα ήταν άγνωστη μυική έκφραση προσώπου. Είναι απλά τα κάτεργα με τον Ιαβέρη κλωνοποιημενο σε εκατομμύρια.
Αυτές είναι πολιτισμικές διαφορές που κάνουν κάποιον αν έχει μεγαλώσει με τις συγκεκριμένες προδιαγραφές να τις εκτιμά και να της αναζητά. Άρα ζώντας σε χώρες όπως η Γερμανία όπου ο άνθρωπος είναι εξ ορισμού θυματοποιημενος και άρα λαμβάνει την ανάλογη συμπεριφορά γίνεται κάποιος σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα εξαρτημένος από τα αντικαταθλιπτικά η το πότο η και τα δυο.
Το απόφθεγμα:
άρχισα να μαι πάλι καλά. Δυο χρόνια σχεδόν μετά που με άφησε ο Σσιατς, σχεδόν πέντε μετά τον ατελείωτο Γολγοθά (που κάποτε έφτασε κι αυτός στο τέλος του, για πρώτη φάση τουλάχιστον) και δεκατέσσερα μετά που τον γνώρισα, ξαναβλέπω κάπως το φως. Γελώ, κάνω πλάκες, τον παίρνω αβέρτα κι ασταμάτητα (όχι πως η καταχθονικη φάση υπήρξε εμπόδιο στην διοχέτευση τεστοστερονικης ενέργειας) , δεν επαναστατώ δραματικά, άλλα κάπως άρχισα να ζω. Μια δύσκολα περιγραφόμενη μελαγχολία με συνοδεύει όλες τις ώρες άλλα έχω μάθει να συνυπάρχω μαζί της αρμονικά και δεν με πολύ ενοχλεί. Είναι η ανάμνηση του, οι εικόνες στο μυαλό μου, οι σκέψεις και τα αναπάντητα ερωτηματικά, κάποτε και λίγες στιγμές απελπιστικού αδιεξόδου, είναι όμως όλα μέρος του ταξιδιωτικού πακέτου και με συνοδεύει αναγκαστικά. Συμφιλιώθηκα μαζί του, το δέχτηκα σαν αναπόσπαστο μέρος της τωρινής μου ζωής και.. ως πάρα τζει. Διαβάστε παρακάτω...>>
Labels:
Δοκίμια - Αναλύσεις,
Η ζωή μ.Σ.,
Κρισεις
| Reactions: |
Τετάρτη, 25 Μαΐου 2011
Ρεαλιστικές Συνειδητοποιήσεις (2)
Πριν από έξη βδομάδες άρχισα μια καινούργια εργοδότηση. Τίποτα το φαινομενικό από πλευράς αντικειμένου, αλλά η πρώτη μου εργοδοτηση μετά από χ συν ν χρόνια ελεύθερου επαγγελματισμού. Για να μην πιστέψει κάνεις ότι γίνονται θαύματα, η εργοδότηση δεν ήρθε από τον ουρανό σαν ανταμειβή των φανταστικών και ποιοτικών αιτήσεων που ούτως η άλλως κάνω και πέφτουν παταγωδώς στο κενό (πως μπορεί να ναι παταγώδης η πτώση σ ένα κενό αφού είναι κενό;). Ήταν περισσότερο αποτέλεσμα μιας επιφανεικακής γνωριμίας και συμπάθειας με έναν έλληνα που δουλευει στην εταιρεία που με εργοδοτησε και ο οποίος ανακοίνωσε τις κενές θέσεις γιατί για κάθε καινούργιο θύμα υπάρχει μια ανταμοιβή πεντακοσίων ευρώ.. Ας είναι και χαλάλι του. Δεν είναι και καμμιά θέση που απαιτεί ακαδημαϊκά προσόντα, άλλα έξη βδομάδες μετά αναρωτιέμαι πως χωρίς κάποια ακαδημαϊκά προσόντα η και επαγγελματική πείρα μπορεί κάποιος να επιβιώσει σ αυτή την θέση. Όπως και να χει είμαι μέσα. Δουλεύω για έναν κολοσσό ηλεκτρονικών υπολογιστών στην Ολλανδία. Δεν είναι μόνιμη θέση, είναι προσωρινή.
Ο μισθός είναι ας πούμε για κεντροευρωπαϊκά δεδομένα ούτε κάλος ούτε κακός, που σημαίνει ουσιαστικά ότι δεν τα βγάζω πέρα άρα το παίζω τα βράδια μπάρμαν α λα Κρουζ σε έναν Ιταλό στην Γερμανία (αυτό κι αν είναι πολυπολιτισμική σκλαβιά). Ξαναδατε μπάρμαν με μια ντουζίνα πτυχία; Ε τον βλέπετε τώρα. Αυτός είναι προσοντούχος λουζερ. Ας είναι πάλι.
Κει που ήθελα να καταλήξω είναι ότι νιώθω για πρώτη φορά μετά από μια αιωνιότητα μια ευγνωμοσύνη. Νιώθω ευγνωμοσύνη που άρχισα να ζω μια ισορροπία. Γιατί ζω μια ισορροπία. Έστω και προσωρινά είναι σαν να μην έχω άγχος υπαρξιακό, άγχος επιβίωσης. Δουλεύω δεκαέξι ώρες την μέρα, δεν έχω καμιά ππροσωπική ζωή, οι ώρες του ύπνου δεν φτάνουν, ελεύθερος χρόνος είναι πια άγνωστος αλλά δεν με νοιάζει. Γιατί;
Γιατί είμαι ξανά μέλος σε μια κοινωνική ομάδα. Ανήκω σ έναν εργασιακό κύκλο, καλός η κακός άσχετο, κι αυτό είναι μια έμμεση αναγνώριση τόσο των οποιονδήποτε επαγγελματικών μου ικανοτήτων όσο και των κοινωνικών. Η αναγνώριση είναι ζωτικής σημασίας για την ανθρώπινη ζωή στην κοινωνία ανέκαθεν, είναι μια από τις βασικές δευτερεύουσες ανθρώπινες ανάγκες, όπως η ανταμοιβή για την εργασία, η ανάγκη για ανθρωπινή επαφή, για ανθρωπινή σχέση που μεταδίδει επιβεβαίωση. Ζώντας χωρίς την αναγνώριση οποιουδήποτε επίπεδου είναι ίσο με τον ψυχοπνευματικό και άρα με τον φυσικό θάνατο.
Έχω αποκτήσει μια δομή στην καθημερινότητα μου άλλα και μια προοπτική. Δεν σκέφτομαι επίμονα τον Σσιατς συνέχεια, συμφιλιώνομαι σταδιακά με την απουσία του σκύλου, άρχισα να βλέπω κάποιο φως. Γνώρισα καινούργιο κόσμο, βλέπω άλλες φάτσες, έχω εναλλαγή εικόνων: επίσης βασική ανάγκη – η δραστηριότητα της περιέργειας που εξυπηρετεί την ανάπτυξη και επιμήκυνση του γνωστού χώρου επιβίωσης, που ερεθίζει τις αισθήσεις μας σε γενικό και συγκεκριμένο επίπεδο.
Μετά από χρόνια νιώθω σε γενικές γραμμές καλά. Γι αυτό είμαι ευγνώμων. Προσπαθώ να το κρατήσω αυτό το αίσθημα όσο πάει, έχοντας τόσα χρόνια την εντύπωση ότι δεν το έζησα ποτέ.
Η ισορροπία έχει κι άλλους λόγους όμως, πέρα απ τους εμφανείς. Είναι γνωστό ότι δεν γουστάρω την γερμανική νοοτροπία (δεν το χετε καταλάβει μέχρι τώρα φαντάζομαι). Σε αυτή τη χώρα δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα που να με ελκύει. Αναμφίβολο είναι ότι η χώρα και η κουλτούρα της έχουν εξαιρετικά θετικά στοιχεία όπως και η κάθε κουλτούρα και είμαι βέβαιος ότι αυτή η κουλτούρα προσφέρει τα θετικά της ωφελήματα σε οποιονδήποτε θέλει να τε δεχτεί. Εγώ δεν θέλω και άρα δεν μπορώ να τα δεχτώ γιατί δεν υπάρχει χημεία μεταξύ μας. Είναι σαν προσπαθεί κάποιος γκέι κατά κόρον να έλθει εις Κυρίου Συνούσιαν με μια γυναίκα και να πρέπει να το απολαύσει κιόλας. Το χειρότερο δε να της κάνει και στοματικό. Δεν γίνονται αυτά.
Έμαθα να ζω μέσα στην κουλτούρα αλλά δεν αφομοιώθηκα και ο λόγος είναι αμφίδρομος βέβαια με το βάρος να γέρνει στην γερμανική πλευρά (τι άλλο?). Τολμώ να θέσω την θεωρία ότι η αρμονική η όχι επιβίωση σε έναν πολιτισμό είναι ανάμεσα σ άλλα και θέμα χημείας μεταξύ του μετανάστη και της κοινωνίας που εισέρχεται: είτε ταιριάζουν είτε όχι. Η εξαναγκαστική συμβίωση θα είναι δραματική και τραυματική. Αν το πνεύμα του μετανάστη είναι ελεύθερο και κριτικό τότε η εξαναγκαστική συμβίωση έχει γρηγορότερο τέλος από την αρμονική. Έκτος κι αν πρόκειται για μαζόχα.
Ο μέσος Γερμανός είναι μούργος, σκατόφατσα, ανοργασμικός. Δεν έχει χιούμορ όπως το καταλαβαίνουμε εμείς που έχουμε χιούμορ (τρομάρα μας). Αν πεις κάτι ανόητο για να γελάσεις με σοβαρή έκφραση θα ξενερώσεις γιατί θα σε διορθώσει αμέσως. Αν καταλάβει ότι είναι αστείο τότε συνήθως θα μουγκρίσει κάτι ακατανόητο κι εσύ μένεις χάσκοντας προσπαθώντας να καταλάβεις που πήγε η έξαρση .
Ο Γερμανός είναι υπεροπτικός. Τελευταία φρεσκοκαλιεργημένα παραδείγματα οι αντιδράσεις του όσο αφορά το ελληνικό χρέος. Η Αφροδίτη της Μήλου φιγουράρει με το καβλοδάκτυλο σε πρωτοσέλιδο δήθεν σοβαρού περιοδικού, οι δηλώσεις της Μέρκελ ότι οι μεσογειακοί πρέπει να αρχίσουν να δουλεύουν περισσότερα χρόνια είναι κάποια από τα χαρακτηριστικά της γερμανικής υπεροψίας.
Δεν ισχυρίζομαι ότι εμείς είμαστε αλάθητοι η αθώοι. Θεός φυλάξει, αντιθέτως. Άλλα αυτοί είναι μουλωχτοί στην υπεροψία κατάλοιπο της μεταπολεμικής Ευρώπης. Κάθε λαός και ηγεσία του αλληλοκατοπτρίζονται. Και τα κύρια ιστορικά χαρακτηριστικά του διαιωνίζονται. Με βάση αυτή την θέση τολμώ να πω ότι ο Γερμανός δεν έχει αποβάλλει από τον οργανισμό του το ναζιστικό γονίδιο (και για τους ορθολογιστές και μοραλιστής διευκρινίζω: ούτε ο Κύπριος ακροδεξιός έχει αποβάλλει το φασιστικό από μέσα του ούτε ο Ελλαδίτης ακροδεξιός έχει αποβάλλει την βασιλική λατρεία κοκ – απλά είναι αριθμητικές αναλογίες, άλλο να έχεις ογδόντα εκατομμύρια ναζιστικά γονίδια και άλλο μερικές εκατοντάδες. Ποιος έχει περισσότερες πιθανότητες να πράξει το κακό η το μοιραίο;).
Ο Γερμανός δεν έχει πάθος ζωής: μπορεί να έχει πάθος αναγκαστικά κρυμμένο βαθειά μέσα του να εξολοθρεύει ζωές αλλά πάθος ζωής δεν έχει. Είναι μουνόπανο.
Ο μύθος που κυριαρχεί ότι ο Γερμανός είναι ευθύς δεν υφίσταται. Δεν θα πει ποτέ αυτό που σκέφτεται κατάμουτρα αν μπορεί να στην φέρει πισώπλατα. Εδώ είναι η λεπτή διαφορά με άλλους λαούς: αν έχει την δυνατότητα επιλογής να σε μαχαιρώσει πισώπλατα η κατάφατσα θα διαλέξει το πισώπλατα για να ισχυριστεί μετά ότι δεν είχε επιλογή.
Πρόσφατο παράδειγμα από γνωστό μου Γερμανό, που έρχεται να επιβεβαιώσει και δικές μου εμπειρίες οι οποίες δεν είχαν την τιμή να αποκορυφωθούν όπως αυτό. Στο κολυμβητήριο που πάμε για προπόνηση κολυμπούμε σε στυλ μπάτε σκύλοι αλέστε, γιατί δεν ανήκουμε σε έναν όμιλο και τις ώρες λειτουργίας ο κάθε άσχετος με μεγάλη πιθανότητα πνιγμού μπορεί να μπει στην πισίνα και να μας εμποδίσει από την προπόνηση. Υπάρχουν και κάποιες ώρες που οι υπάλληλοι βάζουν κάποιες διαδρομές (όχι για μας τα δελφίνια αλλά για τις χαζομαμάδες που θα ρθουν μετά με τα τσιριχτά τους προϊόντα χρυσοπληρώνοντας μια ώρα διδασκαλίας).
Γι αυτή την κίνηση υπάρχει μια νομική προδιαγραφή. Σ αυτή την διαδρομή είναι λοιπόν μια ομάδα από γρήγορους ερασιτέχνες κολυμβητές και για να μην υπάρχει φυσική σύγκρουση γίνεται μια σιωπηλή συμφωνία να κολυμπούν σε κύκλο. Είναι μια πράξη ελεύθερης βούλησης. Αλλά λογάριασαν χωρίς τον ξενοδόχο: μια γρια τσατσά αποφάσισε με το έτσι θέλω ότι ήθελε να κολυμπήσει σαν χελώνα ανάμεσα τους ενώ είχε δει ότι πρόκειται για δεινούς κολυμβητές. Και μπήκε σαν καβλί στην μέση τους. Όπως ήταν φυσιολογικό, κανείς από τους αθλούμενους δεν σταμάτησε να προπονείται κανονικά, αν και με δυσκολία, λόγω της τσατσάς. Και αυτό επειδή, αυτό είναι αλήθεια, βρεχόταν από τους κολυμβητές μέσα στην πισίνα απαίτησε από τον επιτηρητή και κάλεσε την αστυνομία κάνοντας παράπονο παρενοχλημένης. Ένας από τους κολυμβητές πλήρωσε την νύφη και φακελαρίστηκε από την μοντέρνα Γκεστάπο. Ναι λοιπόν, αυτή είναι η γερμανική νοοτροπία.
Ελάτε στην Ευρώπη του 2011. Διαβάστε παρακάτω...>>
Ο μισθός είναι ας πούμε για κεντροευρωπαϊκά δεδομένα ούτε κάλος ούτε κακός, που σημαίνει ουσιαστικά ότι δεν τα βγάζω πέρα άρα το παίζω τα βράδια μπάρμαν α λα Κρουζ σε έναν Ιταλό στην Γερμανία (αυτό κι αν είναι πολυπολιτισμική σκλαβιά). Ξαναδατε μπάρμαν με μια ντουζίνα πτυχία; Ε τον βλέπετε τώρα. Αυτός είναι προσοντούχος λουζερ. Ας είναι πάλι.
Κει που ήθελα να καταλήξω είναι ότι νιώθω για πρώτη φορά μετά από μια αιωνιότητα μια ευγνωμοσύνη. Νιώθω ευγνωμοσύνη που άρχισα να ζω μια ισορροπία. Γιατί ζω μια ισορροπία. Έστω και προσωρινά είναι σαν να μην έχω άγχος υπαρξιακό, άγχος επιβίωσης. Δουλεύω δεκαέξι ώρες την μέρα, δεν έχω καμιά ππροσωπική ζωή, οι ώρες του ύπνου δεν φτάνουν, ελεύθερος χρόνος είναι πια άγνωστος αλλά δεν με νοιάζει. Γιατί;
Γιατί είμαι ξανά μέλος σε μια κοινωνική ομάδα. Ανήκω σ έναν εργασιακό κύκλο, καλός η κακός άσχετο, κι αυτό είναι μια έμμεση αναγνώριση τόσο των οποιονδήποτε επαγγελματικών μου ικανοτήτων όσο και των κοινωνικών. Η αναγνώριση είναι ζωτικής σημασίας για την ανθρώπινη ζωή στην κοινωνία ανέκαθεν, είναι μια από τις βασικές δευτερεύουσες ανθρώπινες ανάγκες, όπως η ανταμοιβή για την εργασία, η ανάγκη για ανθρωπινή επαφή, για ανθρωπινή σχέση που μεταδίδει επιβεβαίωση. Ζώντας χωρίς την αναγνώριση οποιουδήποτε επίπεδου είναι ίσο με τον ψυχοπνευματικό και άρα με τον φυσικό θάνατο.
Έχω αποκτήσει μια δομή στην καθημερινότητα μου άλλα και μια προοπτική. Δεν σκέφτομαι επίμονα τον Σσιατς συνέχεια, συμφιλιώνομαι σταδιακά με την απουσία του σκύλου, άρχισα να βλέπω κάποιο φως. Γνώρισα καινούργιο κόσμο, βλέπω άλλες φάτσες, έχω εναλλαγή εικόνων: επίσης βασική ανάγκη – η δραστηριότητα της περιέργειας που εξυπηρετεί την ανάπτυξη και επιμήκυνση του γνωστού χώρου επιβίωσης, που ερεθίζει τις αισθήσεις μας σε γενικό και συγκεκριμένο επίπεδο.
Μετά από χρόνια νιώθω σε γενικές γραμμές καλά. Γι αυτό είμαι ευγνώμων. Προσπαθώ να το κρατήσω αυτό το αίσθημα όσο πάει, έχοντας τόσα χρόνια την εντύπωση ότι δεν το έζησα ποτέ.
Η ισορροπία έχει κι άλλους λόγους όμως, πέρα απ τους εμφανείς. Είναι γνωστό ότι δεν γουστάρω την γερμανική νοοτροπία (δεν το χετε καταλάβει μέχρι τώρα φαντάζομαι). Σε αυτή τη χώρα δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα που να με ελκύει. Αναμφίβολο είναι ότι η χώρα και η κουλτούρα της έχουν εξαιρετικά θετικά στοιχεία όπως και η κάθε κουλτούρα και είμαι βέβαιος ότι αυτή η κουλτούρα προσφέρει τα θετικά της ωφελήματα σε οποιονδήποτε θέλει να τε δεχτεί. Εγώ δεν θέλω και άρα δεν μπορώ να τα δεχτώ γιατί δεν υπάρχει χημεία μεταξύ μας. Είναι σαν προσπαθεί κάποιος γκέι κατά κόρον να έλθει εις Κυρίου Συνούσιαν με μια γυναίκα και να πρέπει να το απολαύσει κιόλας. Το χειρότερο δε να της κάνει και στοματικό. Δεν γίνονται αυτά.
Έμαθα να ζω μέσα στην κουλτούρα αλλά δεν αφομοιώθηκα και ο λόγος είναι αμφίδρομος βέβαια με το βάρος να γέρνει στην γερμανική πλευρά (τι άλλο?). Τολμώ να θέσω την θεωρία ότι η αρμονική η όχι επιβίωση σε έναν πολιτισμό είναι ανάμεσα σ άλλα και θέμα χημείας μεταξύ του μετανάστη και της κοινωνίας που εισέρχεται: είτε ταιριάζουν είτε όχι. Η εξαναγκαστική συμβίωση θα είναι δραματική και τραυματική. Αν το πνεύμα του μετανάστη είναι ελεύθερο και κριτικό τότε η εξαναγκαστική συμβίωση έχει γρηγορότερο τέλος από την αρμονική. Έκτος κι αν πρόκειται για μαζόχα.
Ο μέσος Γερμανός είναι μούργος, σκατόφατσα, ανοργασμικός. Δεν έχει χιούμορ όπως το καταλαβαίνουμε εμείς που έχουμε χιούμορ (τρομάρα μας). Αν πεις κάτι ανόητο για να γελάσεις με σοβαρή έκφραση θα ξενερώσεις γιατί θα σε διορθώσει αμέσως. Αν καταλάβει ότι είναι αστείο τότε συνήθως θα μουγκρίσει κάτι ακατανόητο κι εσύ μένεις χάσκοντας προσπαθώντας να καταλάβεις που πήγε η έξαρση .
Ο Γερμανός είναι υπεροπτικός. Τελευταία φρεσκοκαλιεργημένα παραδείγματα οι αντιδράσεις του όσο αφορά το ελληνικό χρέος. Η Αφροδίτη της Μήλου φιγουράρει με το καβλοδάκτυλο σε πρωτοσέλιδο δήθεν σοβαρού περιοδικού, οι δηλώσεις της Μέρκελ ότι οι μεσογειακοί πρέπει να αρχίσουν να δουλεύουν περισσότερα χρόνια είναι κάποια από τα χαρακτηριστικά της γερμανικής υπεροψίας.
Δεν ισχυρίζομαι ότι εμείς είμαστε αλάθητοι η αθώοι. Θεός φυλάξει, αντιθέτως. Άλλα αυτοί είναι μουλωχτοί στην υπεροψία κατάλοιπο της μεταπολεμικής Ευρώπης. Κάθε λαός και ηγεσία του αλληλοκατοπτρίζονται. Και τα κύρια ιστορικά χαρακτηριστικά του διαιωνίζονται. Με βάση αυτή την θέση τολμώ να πω ότι ο Γερμανός δεν έχει αποβάλλει από τον οργανισμό του το ναζιστικό γονίδιο (και για τους ορθολογιστές και μοραλιστής διευκρινίζω: ούτε ο Κύπριος ακροδεξιός έχει αποβάλλει το φασιστικό από μέσα του ούτε ο Ελλαδίτης ακροδεξιός έχει αποβάλλει την βασιλική λατρεία κοκ – απλά είναι αριθμητικές αναλογίες, άλλο να έχεις ογδόντα εκατομμύρια ναζιστικά γονίδια και άλλο μερικές εκατοντάδες. Ποιος έχει περισσότερες πιθανότητες να πράξει το κακό η το μοιραίο;).
Ο Γερμανός δεν έχει πάθος ζωής: μπορεί να έχει πάθος αναγκαστικά κρυμμένο βαθειά μέσα του να εξολοθρεύει ζωές αλλά πάθος ζωής δεν έχει. Είναι μουνόπανο.
Ο μύθος που κυριαρχεί ότι ο Γερμανός είναι ευθύς δεν υφίσταται. Δεν θα πει ποτέ αυτό που σκέφτεται κατάμουτρα αν μπορεί να στην φέρει πισώπλατα. Εδώ είναι η λεπτή διαφορά με άλλους λαούς: αν έχει την δυνατότητα επιλογής να σε μαχαιρώσει πισώπλατα η κατάφατσα θα διαλέξει το πισώπλατα για να ισχυριστεί μετά ότι δεν είχε επιλογή.
Πρόσφατο παράδειγμα από γνωστό μου Γερμανό, που έρχεται να επιβεβαιώσει και δικές μου εμπειρίες οι οποίες δεν είχαν την τιμή να αποκορυφωθούν όπως αυτό. Στο κολυμβητήριο που πάμε για προπόνηση κολυμπούμε σε στυλ μπάτε σκύλοι αλέστε, γιατί δεν ανήκουμε σε έναν όμιλο και τις ώρες λειτουργίας ο κάθε άσχετος με μεγάλη πιθανότητα πνιγμού μπορεί να μπει στην πισίνα και να μας εμποδίσει από την προπόνηση. Υπάρχουν και κάποιες ώρες που οι υπάλληλοι βάζουν κάποιες διαδρομές (όχι για μας τα δελφίνια αλλά για τις χαζομαμάδες που θα ρθουν μετά με τα τσιριχτά τους προϊόντα χρυσοπληρώνοντας μια ώρα διδασκαλίας).
Γι αυτή την κίνηση υπάρχει μια νομική προδιαγραφή. Σ αυτή την διαδρομή είναι λοιπόν μια ομάδα από γρήγορους ερασιτέχνες κολυμβητές και για να μην υπάρχει φυσική σύγκρουση γίνεται μια σιωπηλή συμφωνία να κολυμπούν σε κύκλο. Είναι μια πράξη ελεύθερης βούλησης. Αλλά λογάριασαν χωρίς τον ξενοδόχο: μια γρια τσατσά αποφάσισε με το έτσι θέλω ότι ήθελε να κολυμπήσει σαν χελώνα ανάμεσα τους ενώ είχε δει ότι πρόκειται για δεινούς κολυμβητές. Και μπήκε σαν καβλί στην μέση τους. Όπως ήταν φυσιολογικό, κανείς από τους αθλούμενους δεν σταμάτησε να προπονείται κανονικά, αν και με δυσκολία, λόγω της τσατσάς. Και αυτό επειδή, αυτό είναι αλήθεια, βρεχόταν από τους κολυμβητές μέσα στην πισίνα απαίτησε από τον επιτηρητή και κάλεσε την αστυνομία κάνοντας παράπονο παρενοχλημένης. Ένας από τους κολυμβητές πλήρωσε την νύφη και φακελαρίστηκε από την μοντέρνα Γκεστάπο. Ναι λοιπόν, αυτή είναι η γερμανική νοοτροπία.
Ελάτε στην Ευρώπη του 2011. Διαβάστε παρακάτω...>>
Labels:
Δοκίμια - Αναλύσεις,
Η ζωή μ.Σ.,
Κρισεις
| Reactions: |
Ρεαλιστικές Συνειδητοποιήσεις (1)
Ορισμένοι άνθρωποι αντιλαμβάνονται γρήγορα την ζωή, τις αλήθειες τις. Άλλοι πιο αργά συγκριτικά, άλλοι αργότερα κι άλλοι πότε.
Ο υποφαινόμενος ανήκει κατά κύριον λόγο σε αυτούς που την αντιλαμβάνονται αργά, είναι με άλλα λόγια πετρελαιοκίνητος σε σημείο που θες σαν φίλος του να κτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο. Ευτυχώς δεν έχω φίλους κι έτσι δεν αγχώνομαι ότι είμαι υπεύθυνος για την υγειά τους...
Τουτέστιν είμαι αργόστροφος όσον αφορά τις πραγματικότητες της ζωής. Το οποίον μπορεί να ναι και καλό αλλά και κακό: καλό γιατί μπορώ να ζω ακούσια στον κόσμο μου και κακό γιατί κατά την διάρκεια της προσγείωσης παθαίνω πατατράκ μέχρι να αντιληφθώ από που μου ήρθε.
Στο μεγάλο πατατράκ των τελευταίων χρόνων έγινα μάρτυρας πολλών συνειδητοποιήσεων: Αναρωτιέμαι αν αυτές οι συνειδητοποιήσεις ήρθαν αργά στην ζωή μου όποτε επιβεβαιώνεται η αργόστροφη φύση μου η αν όντως ήρθαν στην μέσο όρο ορθή χρονική στιγμή. Άγνωστη η απάντηση άλλα όχι πια σημαντική.
Η πρώτη συνειδητοποίηση είναι ότι μεγαλώνω.
Όχι σε όγκο η βάρος (γίνεται κι αυτό περιοδικά και το καταπολεμώ περιοδικά) αλλά σε ηλικία. Όχι ότι πρωτύτερα δεν το ήξερα. Μόνο που τώρα όχι μόνο το ξέρω αλλά και το πιστεύω. Το πιστεύω όχι γιατί το βλέπω, να ναι καλά το μποτοξ και το υαλουρικον, αλλά γιατί το χωνεψα. Την ηλικιαν φυγείν αδύνατον!
Πριν από κάποιους μήνες πήρα ένα ημεηλ από έναν άγνωστο και μου ζητούσε να τον περιλάβω στην λίστα των αγαπημένων μου μπλοκ έτσι ώστε να αποκτήσει αναγνωστικό κοινό. Πράγμα που δεν έπραξα για ευνοήτους λόγους. Δεν τον ήξερα, δεν ήξερα τι έγραφε η το πόθεν έσχες του. Και χρυσές σελίδες δεν έγινα ακόμα. Η περιέργεια μου όμως με έσπρωξε να διαβάσω το μπλοκ του για να δω περί τίνος πρόκειται. Και το διάβασα. Και έπεσα σε μεγαλύτερη από την ήδη υπάρχουσα κατάθλιψη. Πρέπει να ήταν ένας εξηντάρης εξηνταπενταρης, ίσως και μεγαλύτερος που ζούσε ανέκαθεν μια διπλή ζωή: με την γυναίκα του στο προσκήνιο και στα ξεχασμένα απ τον χρόνο σινεμά πορνό, στα σκοτεινά πάρκα και στα βρώμικα δημόσια αποχωρητήρια στο παρασκήνιο αναζητώντας τους άντρες που δεν μπορούσε να κοιτάξει με θάρρος κάτω από το φως του ήλιου. Και τώρα στο λυκόφως της ζωής του έγραφε σαν άγνωστος ανώνυμος (ΑΑ) τις εμπειρίες του ξαναζώντας τες και αναζητώντας τες μέσα στις αναμνήσεις του σαν τελευταία προσπάθεια ενός ύστατου, άυλου, κρυφού οργασμού. Από τα απλά, με απειρία χαρακτηρισμένα γραφόμενα του αναδυόταν έντονα η νοσταλγία για την ζωή που δεν έζησε καθώς δεν είχε το θάρρος να εναντιωθεί στην κοινωνία που τον ανάθρεψε. Περιόρισε τις αναμνήσεις του στο απαγορευμένο και βασικά έμεινε σε μια εθελοντική μελαγχολία κι απομόνωση όλη την ζωή του.
Μελαγχόλησα όταν τελείωσα τα λίγα άρθρα του. Ξύπνησαν μέσα μου οι φόβοι της μοναξιάς, άρχισα να βλέπω πιο ξεκάθαρα που οδηγεί η ηλικιακή φθορά: στην διατήρηση της ζωής μας μέσα από μακρινές αναμνήσεις, στην πικρά της πραγματικότητας του να γερνάς (Τανια Τσανακλιδου Μαμά Γερνάω, προφητικό), στον θάνατο της ομορφιάς, της έλξης, στην μοναξιά, στο τέλος.
Οου φακ, εισήλθα σε πανικό. Η φωνή μέσα μου έλεγε ότι έτσι θα καταντούσα κι εγώ, με έβλεπα αλήθεια να γίνομαι ένας γέρος παράξενος κι ανήμπορος να ζω μοναχός με τις αναμνήσεις μου, να μη θέλει πια να μ αγγίξει κανείς (κλασσική η σκηνή με την Μπάρμπαρα Στάνγουικ στα “Πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας” να φωνάζει στον Ρίτσαρντ Τσάμπερλεν – δεν ήξερε στο έργο ότι στην πραγματικότητα ήταν κι αυτός καραδελφη – ότι ακόμα ποθεί κι ότι είναι φυλακισμένη στο γερασμένο σώμα της), φτωχός και στερημένος να περιμένω να πεθάνω κάπου ξεχασμένος. Σε ένα από τα γραφόμενα μου είχα αναρωτηθεί: ποιος είναι ο σκοπός της ζωής μου τελικά; Να περάσω ασήμαντος ένα μονοπάτι για να πεθάνω σαν ανύπαρκτος χωρίς μια σημασία; Κι όμως αυτή είναι μια συνειδητοποιημένη πραγματικότητα.
Η επόμενη συνειδητοποίηση είναι η επαγγελματική πραγματικότητα. Διαβάζοντας ένα άρθρο στην New York Times και συζητώντας το τελευταίο διάστημα με γνωστούς ένιωσα τις εμπειρίες μου να δικαιώνονται ως προς την φύση τους. Η επαγγελματική μου ιστορία είναι μια από τις αμέτρητες ατομικές επαγγελματικές εμπειρίες και ακόμα μια πραγματικότητα που δυστυχώς δεν αφορά μια μειονότητα αλλά το μεγαλύτερο μέρος των ακαδημαϊκών απόφοιτων του σήμερα: Χημικός μηχανικός εξασκεί το επάγγελμα του μπάρμαν, θεωρητικός δουλεύει σε τηλεφωνικό κέντρο και φιλόλογος ιταλικών σπρώχνει καλαθάκια σε σουπερμάρκετ. Αυτή είναι δυστυχώς η πραγματικότητα του σήμερα Τα ποσοστά εργοδότησης πέφτουν κατακόρυφα την τελευταία δεκαετία μαζί με τους αρχικούς μισθούς και το χειρότερο είναι ότι οι μισές από τις διαθέσιμες θέσεις εργασίας δεν απαιτούν καν ακαδημαϊκό πτυχίο. Φαινόμενα που μέχρι τώρα πίστευα ότι γίνονται μόνο στην Κύπρο η στις μικρές κωμοπόλεις στην Γερμανία που κάνω εγώ τις εμπειρίες μου ξαφνικά είναι φαινόμενα παγκόσμια: απόφοιτοι λιγότερων ελίτ σχολίων με λιγότερα προσόντα και πτυχία βρίσκουν καλύτερες θέσεις εργασίας από τους αντίθετους τους, είτε γιατί ήταν τυχεροί είτε γιατί είχαν κάποια γνωριμία (συνήθως το δεύτερο).
Ο έλικας της πτώσης συνεχίζεται γιατί οι ακαδημαϊκοί κατέχουν σταδιακά τις θέσεις που θα έπαιρναν οι μη προσοντούχοι όποτε δημιουργείται μια συνεχής μετατόπιση την ανεργίας παράλληλα με την αύξηση της. Από την μια πλευρά, κάνοντας δουλειές του ποδαριού δεν υποβοηθάει καθόλου την ποιότητα του βιογραφικού, από την άλλη η ποιότητα του βιογραφικού σαν σκοπός και ελπίδα μόνο για μια καλύτερη εργοδοτική δεν πληρώνουν τα καθημερινά και βασικά έξοδα. Με λίγα λόγια, τώρα ξέρω γιατί την έχω βάψει ολοκληρωτικά! Ακόμα και οι εμπειρικές έρευνες δείχνουν ότι αν μέσα σε πέντε χρόνια δεν κάνεις το μεγάλο βήμα, το βάψιμο είναι γεγονός. Αρα Γκρήκστορης....σκάσε και κολύμπα!
Είναι βασικό τα μάθει κάποιος να αφήνει τα όνειρα του να ναι αυτό που είναι: όνειρα. Να ξέρει πότε να σταματήσει να ονειρεύεται, να μάθει πότε να σταματήσει να ελπίζει, ο Kαντ (γυναικείο αιδοίο ήταν ο άτιμος;) δεν ήταν αυτός που είχε γράψει ότι η θρησκεία και η ελπίδα είναι το όπιο του κοσμάκη?
Άδικο δεν είχε πάντως χοντρά χοντρά. Το να δεχτείς πραγματικότητες δεν είναι τόσο άσχημο όσο νόμιζα. Σίγουρα δεν είναι και μέθη από νέκταρ, αλλά είναι οπωσδήποτε ένα βήμα προς την ισορροπία, όχι βέβαια η ισορροπία καθ αυτή. Πριν από δυόμιση μήνες έκανα μεγάλα κατς (σταματήματα, σταθμούς, κλεισίματα) μετά από πολλά χρόνια: άρχισα να αρχίζω να αφήνω τον Σσιάτς να φεύγει σιγά σιγά για κάποια λεπτά η ώρες της μέρας απ το μυαλό μου. Συνειδητοποίησα ότι δεν είμαι κάτι ξεχωριστό κι ότι η κοινωνία δεν πρόκειται χωρίς τίμημα να μου δώσει τις προοπτικές να ζήσω μεγάλες κι απερίγραπτες επιτυχίες, γιατί εξ άλλου; Επειδή τον παίρνω; Κανένας δεν αμείφθηκε ειλικρινά γι αυτό..
Ακόμα καλύτερα (χειρότερα) συνειδητοποίησα αυτό που έγραφαν οι New York Times: σπουδασεις δεν σπουδασεις, αν δεν έχεις τον Θεό μπάρμπα, εβίλλισες την. Έτσι έκατσα κι εγώ στο μυαλό μου την μάππα χαμέ και μου έδωσα το στάτους του λούζερ. Και ιδού: από κείνη τη χρονική στιγμή νιώθω καλύτερα. Δεν έχω αξιώσεις απέναντι στον εαυτό μου η από τη ζωή μου. Ζω. Είμαι βασικά αναγκασμένος να ζω, δεν ήταν δίκη μου επιλογή. Είναι βέβαια δίκη μου επιλογή να τελειώσω την ζωή μου, αλλά προς το παρόν δεν έχω τ αρχίδια και είμαι κάπου κι εθισμένος λίγο στο όπιο. Είναι όμως μια επιλογή. Σίγουρα όταν σταματήσει να υπάρχει η οικογένεια μου βιολογικά. Αλλά προς το παρόν είμαι δειλός (εκτός από μαλάκας). Παρεμπιπτόντως σήμερα 20 Μαΐου είναι τα γενέθλια της Αννη Σμιτ, μια Ολλανδής συγγραφέα παιδικών βιβλίων, από τις μεγάλες προσωπικότητες της μεταπολεμικής Ολλανδίας, που παράλληλα έγινε σύμβολο της ευθανασίας καθώς μια μέρα μετά τα γενέθλια της σε ηλικία ογδόντα τεσσάρων χρόνων έθεσε τέρμα στην ζωή της στην παρουσία των πιο στενών της φίλων καταναλώνοντας αρκετή ποσότητα αλκοόλ και υπνωτικών. Αυτό λέω αρχίδια.
Σσιαπώ! Διαβάστε παρακάτω...>>
Ο υποφαινόμενος ανήκει κατά κύριον λόγο σε αυτούς που την αντιλαμβάνονται αργά, είναι με άλλα λόγια πετρελαιοκίνητος σε σημείο που θες σαν φίλος του να κτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο. Ευτυχώς δεν έχω φίλους κι έτσι δεν αγχώνομαι ότι είμαι υπεύθυνος για την υγειά τους...
Τουτέστιν είμαι αργόστροφος όσον αφορά τις πραγματικότητες της ζωής. Το οποίον μπορεί να ναι και καλό αλλά και κακό: καλό γιατί μπορώ να ζω ακούσια στον κόσμο μου και κακό γιατί κατά την διάρκεια της προσγείωσης παθαίνω πατατράκ μέχρι να αντιληφθώ από που μου ήρθε.
Στο μεγάλο πατατράκ των τελευταίων χρόνων έγινα μάρτυρας πολλών συνειδητοποιήσεων: Αναρωτιέμαι αν αυτές οι συνειδητοποιήσεις ήρθαν αργά στην ζωή μου όποτε επιβεβαιώνεται η αργόστροφη φύση μου η αν όντως ήρθαν στην μέσο όρο ορθή χρονική στιγμή. Άγνωστη η απάντηση άλλα όχι πια σημαντική.
Η πρώτη συνειδητοποίηση είναι ότι μεγαλώνω.
Όχι σε όγκο η βάρος (γίνεται κι αυτό περιοδικά και το καταπολεμώ περιοδικά) αλλά σε ηλικία. Όχι ότι πρωτύτερα δεν το ήξερα. Μόνο που τώρα όχι μόνο το ξέρω αλλά και το πιστεύω. Το πιστεύω όχι γιατί το βλέπω, να ναι καλά το μποτοξ και το υαλουρικον, αλλά γιατί το χωνεψα. Την ηλικιαν φυγείν αδύνατον!
Πριν από κάποιους μήνες πήρα ένα ημεηλ από έναν άγνωστο και μου ζητούσε να τον περιλάβω στην λίστα των αγαπημένων μου μπλοκ έτσι ώστε να αποκτήσει αναγνωστικό κοινό. Πράγμα που δεν έπραξα για ευνοήτους λόγους. Δεν τον ήξερα, δεν ήξερα τι έγραφε η το πόθεν έσχες του. Και χρυσές σελίδες δεν έγινα ακόμα. Η περιέργεια μου όμως με έσπρωξε να διαβάσω το μπλοκ του για να δω περί τίνος πρόκειται. Και το διάβασα. Και έπεσα σε μεγαλύτερη από την ήδη υπάρχουσα κατάθλιψη. Πρέπει να ήταν ένας εξηντάρης εξηνταπενταρης, ίσως και μεγαλύτερος που ζούσε ανέκαθεν μια διπλή ζωή: με την γυναίκα του στο προσκήνιο και στα ξεχασμένα απ τον χρόνο σινεμά πορνό, στα σκοτεινά πάρκα και στα βρώμικα δημόσια αποχωρητήρια στο παρασκήνιο αναζητώντας τους άντρες που δεν μπορούσε να κοιτάξει με θάρρος κάτω από το φως του ήλιου. Και τώρα στο λυκόφως της ζωής του έγραφε σαν άγνωστος ανώνυμος (ΑΑ) τις εμπειρίες του ξαναζώντας τες και αναζητώντας τες μέσα στις αναμνήσεις του σαν τελευταία προσπάθεια ενός ύστατου, άυλου, κρυφού οργασμού. Από τα απλά, με απειρία χαρακτηρισμένα γραφόμενα του αναδυόταν έντονα η νοσταλγία για την ζωή που δεν έζησε καθώς δεν είχε το θάρρος να εναντιωθεί στην κοινωνία που τον ανάθρεψε. Περιόρισε τις αναμνήσεις του στο απαγορευμένο και βασικά έμεινε σε μια εθελοντική μελαγχολία κι απομόνωση όλη την ζωή του.
Μελαγχόλησα όταν τελείωσα τα λίγα άρθρα του. Ξύπνησαν μέσα μου οι φόβοι της μοναξιάς, άρχισα να βλέπω πιο ξεκάθαρα που οδηγεί η ηλικιακή φθορά: στην διατήρηση της ζωής μας μέσα από μακρινές αναμνήσεις, στην πικρά της πραγματικότητας του να γερνάς (Τανια Τσανακλιδου Μαμά Γερνάω, προφητικό), στον θάνατο της ομορφιάς, της έλξης, στην μοναξιά, στο τέλος.
Οου φακ, εισήλθα σε πανικό. Η φωνή μέσα μου έλεγε ότι έτσι θα καταντούσα κι εγώ, με έβλεπα αλήθεια να γίνομαι ένας γέρος παράξενος κι ανήμπορος να ζω μοναχός με τις αναμνήσεις μου, να μη θέλει πια να μ αγγίξει κανείς (κλασσική η σκηνή με την Μπάρμπαρα Στάνγουικ στα “Πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας” να φωνάζει στον Ρίτσαρντ Τσάμπερλεν – δεν ήξερε στο έργο ότι στην πραγματικότητα ήταν κι αυτός καραδελφη – ότι ακόμα ποθεί κι ότι είναι φυλακισμένη στο γερασμένο σώμα της), φτωχός και στερημένος να περιμένω να πεθάνω κάπου ξεχασμένος. Σε ένα από τα γραφόμενα μου είχα αναρωτηθεί: ποιος είναι ο σκοπός της ζωής μου τελικά; Να περάσω ασήμαντος ένα μονοπάτι για να πεθάνω σαν ανύπαρκτος χωρίς μια σημασία; Κι όμως αυτή είναι μια συνειδητοποιημένη πραγματικότητα.
Η επόμενη συνειδητοποίηση είναι η επαγγελματική πραγματικότητα. Διαβάζοντας ένα άρθρο στην New York Times και συζητώντας το τελευταίο διάστημα με γνωστούς ένιωσα τις εμπειρίες μου να δικαιώνονται ως προς την φύση τους. Η επαγγελματική μου ιστορία είναι μια από τις αμέτρητες ατομικές επαγγελματικές εμπειρίες και ακόμα μια πραγματικότητα που δυστυχώς δεν αφορά μια μειονότητα αλλά το μεγαλύτερο μέρος των ακαδημαϊκών απόφοιτων του σήμερα: Χημικός μηχανικός εξασκεί το επάγγελμα του μπάρμαν, θεωρητικός δουλεύει σε τηλεφωνικό κέντρο και φιλόλογος ιταλικών σπρώχνει καλαθάκια σε σουπερμάρκετ. Αυτή είναι δυστυχώς η πραγματικότητα του σήμερα Τα ποσοστά εργοδότησης πέφτουν κατακόρυφα την τελευταία δεκαετία μαζί με τους αρχικούς μισθούς και το χειρότερο είναι ότι οι μισές από τις διαθέσιμες θέσεις εργασίας δεν απαιτούν καν ακαδημαϊκό πτυχίο. Φαινόμενα που μέχρι τώρα πίστευα ότι γίνονται μόνο στην Κύπρο η στις μικρές κωμοπόλεις στην Γερμανία που κάνω εγώ τις εμπειρίες μου ξαφνικά είναι φαινόμενα παγκόσμια: απόφοιτοι λιγότερων ελίτ σχολίων με λιγότερα προσόντα και πτυχία βρίσκουν καλύτερες θέσεις εργασίας από τους αντίθετους τους, είτε γιατί ήταν τυχεροί είτε γιατί είχαν κάποια γνωριμία (συνήθως το δεύτερο).
Ο έλικας της πτώσης συνεχίζεται γιατί οι ακαδημαϊκοί κατέχουν σταδιακά τις θέσεις που θα έπαιρναν οι μη προσοντούχοι όποτε δημιουργείται μια συνεχής μετατόπιση την ανεργίας παράλληλα με την αύξηση της. Από την μια πλευρά, κάνοντας δουλειές του ποδαριού δεν υποβοηθάει καθόλου την ποιότητα του βιογραφικού, από την άλλη η ποιότητα του βιογραφικού σαν σκοπός και ελπίδα μόνο για μια καλύτερη εργοδοτική δεν πληρώνουν τα καθημερινά και βασικά έξοδα. Με λίγα λόγια, τώρα ξέρω γιατί την έχω βάψει ολοκληρωτικά! Ακόμα και οι εμπειρικές έρευνες δείχνουν ότι αν μέσα σε πέντε χρόνια δεν κάνεις το μεγάλο βήμα, το βάψιμο είναι γεγονός. Αρα Γκρήκστορης....σκάσε και κολύμπα!
Είναι βασικό τα μάθει κάποιος να αφήνει τα όνειρα του να ναι αυτό που είναι: όνειρα. Να ξέρει πότε να σταματήσει να ονειρεύεται, να μάθει πότε να σταματήσει να ελπίζει, ο Kαντ (γυναικείο αιδοίο ήταν ο άτιμος;) δεν ήταν αυτός που είχε γράψει ότι η θρησκεία και η ελπίδα είναι το όπιο του κοσμάκη?
Άδικο δεν είχε πάντως χοντρά χοντρά. Το να δεχτείς πραγματικότητες δεν είναι τόσο άσχημο όσο νόμιζα. Σίγουρα δεν είναι και μέθη από νέκταρ, αλλά είναι οπωσδήποτε ένα βήμα προς την ισορροπία, όχι βέβαια η ισορροπία καθ αυτή. Πριν από δυόμιση μήνες έκανα μεγάλα κατς (σταματήματα, σταθμούς, κλεισίματα) μετά από πολλά χρόνια: άρχισα να αρχίζω να αφήνω τον Σσιάτς να φεύγει σιγά σιγά για κάποια λεπτά η ώρες της μέρας απ το μυαλό μου. Συνειδητοποίησα ότι δεν είμαι κάτι ξεχωριστό κι ότι η κοινωνία δεν πρόκειται χωρίς τίμημα να μου δώσει τις προοπτικές να ζήσω μεγάλες κι απερίγραπτες επιτυχίες, γιατί εξ άλλου; Επειδή τον παίρνω; Κανένας δεν αμείφθηκε ειλικρινά γι αυτό..
Ακόμα καλύτερα (χειρότερα) συνειδητοποίησα αυτό που έγραφαν οι New York Times: σπουδασεις δεν σπουδασεις, αν δεν έχεις τον Θεό μπάρμπα, εβίλλισες την. Έτσι έκατσα κι εγώ στο μυαλό μου την μάππα χαμέ και μου έδωσα το στάτους του λούζερ. Και ιδού: από κείνη τη χρονική στιγμή νιώθω καλύτερα. Δεν έχω αξιώσεις απέναντι στον εαυτό μου η από τη ζωή μου. Ζω. Είμαι βασικά αναγκασμένος να ζω, δεν ήταν δίκη μου επιλογή. Είναι βέβαια δίκη μου επιλογή να τελειώσω την ζωή μου, αλλά προς το παρόν δεν έχω τ αρχίδια και είμαι κάπου κι εθισμένος λίγο στο όπιο. Είναι όμως μια επιλογή. Σίγουρα όταν σταματήσει να υπάρχει η οικογένεια μου βιολογικά. Αλλά προς το παρόν είμαι δειλός (εκτός από μαλάκας). Παρεμπιπτόντως σήμερα 20 Μαΐου είναι τα γενέθλια της Αννη Σμιτ, μια Ολλανδής συγγραφέα παιδικών βιβλίων, από τις μεγάλες προσωπικότητες της μεταπολεμικής Ολλανδίας, που παράλληλα έγινε σύμβολο της ευθανασίας καθώς μια μέρα μετά τα γενέθλια της σε ηλικία ογδόντα τεσσάρων χρόνων έθεσε τέρμα στην ζωή της στην παρουσία των πιο στενών της φίλων καταναλώνοντας αρκετή ποσότητα αλκοόλ και υπνωτικών. Αυτό λέω αρχίδια.
Σσιαπώ! Διαβάστε παρακάτω...>>
Labels:
Δοκίμια - Αναλύσεις,
Η ζωή μ.Σ.,
Κρισεις
| Reactions: |
Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011
Κλ(ε)ισ(ί)ματα (2)
Είπα ελευθερία… ναι, μια ανεξήγητη ελευθερία. Μέχρι τώρα δεν ήμουν και πολύ πεπεισμένος ότι ήξερα τι είναι ελευθερία. Ζεις, επιζείς, αναπνέεις και δρας σε μια κοινωνία και θεωρείς την ελευθερία δεδομένη, υπαρκτή, περιορίζεσαι στο βλέπεις τον όρο ελευθερία μόνο σαν θεωρία και δεδομένο συνάμα. Δεν κάνεις σκέψεις αν είσαι πραγματικά ελεύθερος. Από τα δέσμια που δημιουργούνται καθώς βαδίζεις τον δρόμο της ζωής. Δέσμια από την διαπαιδαγώγηση απ’ το σπίτι μέχρι τους ηθικούς, κοινωνικούς και θρησκευτικούς φραγμούς που σου εμφυτεύουν όλοι οι παράγοντες που είναι υπεύθυνοι για την αγωγή σου, δέσμια που δημιουργούν οι προσωπικές σου σχέσεις, οι φόβοι σου, οι ανασφάλειες σου, με λίγα λόγια η φυσική σου ατέλεια. Ίσως φτάσεις σε κάποια φάση στη ζωή σου που θα αναγνωρίσεις τα δεσμά σου και θα προσπαθήσεις να αποτινάξεις όσα μπορείς από αυτά, ίσως να μην αναγνωρίσεις ποτέ ότι δεν είσαι ελεύθερος κι ίσως να το δεις αλλά να μην θέλεις να το αλλάξεις, γιατί ως γνωστό, τι πιο δυνατό από μια γαμημένη συνήθεια και ρουτίνα και τι πιο φοβερό απ το άγνωστο.
Είναι άγνωστο σε πιο βαθμό μπορεί να αναγνωρίσεις το επίπεδο της ελευθερίας που θα ήθελες να κινηθείς. Αλλά και τα απλά πράγματα είναι σημαντικά. Οι καθημερινές συνήθειες υποσυνείδητα σε καταπιέζουν γιατί δεν είναι τίποτε άλλο από εξαναγκασμοί, συνήθειες που δεν ξέρεις γιατί τις έχεις υιοθετήσει. Άρχισα να προσπαθώ να μην επιστρέφω στο σπίτι πάντα σε συγκεκριμένη ώρα γιατί δεν είναι αναγκαίο. Δεν υπάρχει σκυλί, δεν υπάρχει άνθρωπος να περιμένει. Αλλά και να υπήρχε αναρωτιέμαι αν αντιλαμβανόμαστε τι εξαναγκασμούς μας δημιουργεί αυτή η ανείπωτη υποχρέωση να επιστρέψω στο σπίτι γιατί είναι κι ο άλλος εκεί. Και τι έγινε; Ας είναι. Όταν μου σηκωθεί θα επιστρέψω.
Οι πάντα συγκεκριμένες ώρες που πάω γυμναστήριο αντιλήφθηκα ότι με πίεζαν. Γιατί να πάω δηλαδή στις δυο το απόγευμα και να μην πάω στις οκτώ το βράδυ; Γιατί να μην βγαίνω οικειοθελώς από την ρουτίνα μου, γιατί να φοβίζει και να με απωθεί το άγνωστο; Που μένει το αίσθημα της περιπέτειας, η γοητεία του αγνώστου; Γιατί το μόνο γοητευτικό άγνωστο να είναι ο επόμενος εραστής κι όχι η αλλαγή στην ρουτίνα; Άρχισα να την αλλάζω αυτή την ρουτίνα. Αναμένω να δω αν είναι επιτυχημένη η αλλαγή. Είναι ένα είδος ελευθερίας, να μπορείς να εξουσιάζεις τον χρόνο σου, τον χώρο σου, να μπορείς να κάνεις ότι θέλεις χωρίς αυτούς τους εξαναγκασμούς που δημιουργούνται σαν συνέπειες τόσων πολλών παραγόντων.
Είμαι τόσα χρόνια στην Γερμανία και δεν έζησα πότε μόνος κι ούτε υπήρξα ελεύθερος. Ζούσα σαν ένας κλέφτης στα ερωτικά μου, σαν ένας καταπιεσμένος σύντροφος στα προσωπικά μου και σαν υπεύθυνος ιδιοκτήτης σκύλου και πότε μα πότε ελεύθερος σαν Γκρηκστόρης. Δεν είναι ότι δεν νοσταλγώ τον Σσιατς ή ότι δεν μου λείπει το σκυλί. Ο πόνος που ζω γι αυτή την καινούργια κατάσταση είναι ακόμα μεγάλος και πότε πότε ανυπόφορος. Δεν θα φύγει επίσης ποτέ. Θα μάθω απλά με τον χρόνο να ζω με τον πόνο μέχρι να τον θεωρώ αυτονόητο, μέχρι που δεν θα ξέρω πια πως είναι να ζω ανώδυνα. Παράλληλα όμως μέσα απ’ το αρνητικό βγαίνει και το θετικό: μαθαίνω να γίνομαι ελεύθερος. Αν θα γίνω ποτέ είναι κάπως αδύνατο να ξέρω τώρα. Αλλά το γεγονός ότι γεύομαι ένα είδος ελευθερίας είναι πολύτιμο. Καινούργιο άνοιγμα.
Συνειδητοποιώ ότι μετά από τόσα χρόνια σ’ αυτή την χώρα δεν υπάρχει τίποτε μετά τον Σσιάτς που να με κράτα δέσμιο εδώ. Στα αλήθεια ίσως με την πάροδο του χρόνου ο μοναδικός εμφανής λόγος που έμενα εδώ ήταν ο Σσιάτς και οι αφανείς λόγοι ήταν οι δικές μου αδυναμίες. Τώρα ο Σσιάτς δεν υπάρχει να με κρατά πάρα μόνο οι δικές μου αδυναμίες που ακόμα με διέπουν σαν αθάνατες Ερινύες. Με την διαφορά ότι έχουν κάπως αρχίσει να γίνονται μικρότερες, πιο αδύναμες από πριν.
Η διαδικασία της συνειδητοποίησης είναι μια μεγάλη και χρονοβόρος διαδικασία που προκαλεί πολύ πόνο και πολλά δάκρυα. Δεν ξέρω πότε θα τελειώσει. Μα κατάλαβα ξανά και ίσως πιο συνειδητά ότι δεν ανήκω πια εδώ ή ότι δεν έχω τίποτε πια να με κρατά εδώ. Αναγνώρισα ότι ουσιαστικά με κρατώ δέσμιο κάπου που ήρθα ελευθερόβουλα και έμεινα επίσης ουσιαστικά εκούσια. Και τώρα ήρθε η στιγμή εκούσια να αποφασίσω να φύγω από αυτή την χώρα. Εγώ αποφασίζω ξανά για ένα καινούργιο άνοιγμα. Πότε και που θα δείξει. Νομίζω ότι βρήκα την κατεύθυνση. Το απόβλητο αυτής της σκέψης είναι ο φόβος που έχει ριζώσει μέσα μου: φοβάμαι την αλλαγή, φοβάμαι το καινούργιο, φοβάμαι την περιπέτεια χωρίς δεκάρα στην τσέπη που θα με έκανε πιο αισιόδοξο ίσως και φοβάμαι την καινούργια ίσως αποτυχία που κακά τα ψέματα, είναι το ίδιο πιθανή όπως και μια πιθανή επιτυχία. Αλλά και να αποτύχω σ' ένα πιθανό καινούργιο ξεκίνημα, τι χειρότερο μπορεί να γίνει που να ναι χειρότερο από το τώρα; άντε θα χάσω κάποιους γνωστούς, άντε θα χάσω μια καθημερινότητα που μου σπάει τ' αρχίδια άντε να χάσω και τους σχετικά μεγαλόπεους Γερμανούς.. Ε και; Πιο μπατίρης δεν πρόκειται να βγω γιατί δεν υπάρχει πιο μπατίρης από μένα. Άρα θα μου μείνει η καινούργια μοναξιά σε μια καινούργια χώρα που τουλάχιστον θα ήθελα να είμαι. Ναι, νομίζω ότι θα πραγματοποιήσω ένα όνειρο κάποτε στο μέλλον και θα πάω σε μια μεγάλη χώρα με τεράστια έρημο, με τεράστιους ωκεανούς με τεράστια φύση και με μια άλλη, τεράστια, καινούργια, γαμάτη ζωή. Ποιος ξέρει; ίσως εκεί να ανακαλύψω κι άλλα στοιχεία από μένα που είμαι ανήμπορος να βρω τώρα κι εδώ.
Αυτά περί ανοιγμάτων και κλυσμάτων. Προς το παρόν ασχολούμαι με την ανεργία και την απενταρία. Και με την προσπάθεια ακόμα να αποδυναμώσω τον Σσιάτς και τις συνέπειες από τις πληγές που άφησε στην ψυχή μου.
Διαβάστε παρακάτω...>>
Είναι άγνωστο σε πιο βαθμό μπορεί να αναγνωρίσεις το επίπεδο της ελευθερίας που θα ήθελες να κινηθείς. Αλλά και τα απλά πράγματα είναι σημαντικά. Οι καθημερινές συνήθειες υποσυνείδητα σε καταπιέζουν γιατί δεν είναι τίποτε άλλο από εξαναγκασμοί, συνήθειες που δεν ξέρεις γιατί τις έχεις υιοθετήσει. Άρχισα να προσπαθώ να μην επιστρέφω στο σπίτι πάντα σε συγκεκριμένη ώρα γιατί δεν είναι αναγκαίο. Δεν υπάρχει σκυλί, δεν υπάρχει άνθρωπος να περιμένει. Αλλά και να υπήρχε αναρωτιέμαι αν αντιλαμβανόμαστε τι εξαναγκασμούς μας δημιουργεί αυτή η ανείπωτη υποχρέωση να επιστρέψω στο σπίτι γιατί είναι κι ο άλλος εκεί. Και τι έγινε; Ας είναι. Όταν μου σηκωθεί θα επιστρέψω.
Οι πάντα συγκεκριμένες ώρες που πάω γυμναστήριο αντιλήφθηκα ότι με πίεζαν. Γιατί να πάω δηλαδή στις δυο το απόγευμα και να μην πάω στις οκτώ το βράδυ; Γιατί να μην βγαίνω οικειοθελώς από την ρουτίνα μου, γιατί να φοβίζει και να με απωθεί το άγνωστο; Που μένει το αίσθημα της περιπέτειας, η γοητεία του αγνώστου; Γιατί το μόνο γοητευτικό άγνωστο να είναι ο επόμενος εραστής κι όχι η αλλαγή στην ρουτίνα; Άρχισα να την αλλάζω αυτή την ρουτίνα. Αναμένω να δω αν είναι επιτυχημένη η αλλαγή. Είναι ένα είδος ελευθερίας, να μπορείς να εξουσιάζεις τον χρόνο σου, τον χώρο σου, να μπορείς να κάνεις ότι θέλεις χωρίς αυτούς τους εξαναγκασμούς που δημιουργούνται σαν συνέπειες τόσων πολλών παραγόντων.
Είμαι τόσα χρόνια στην Γερμανία και δεν έζησα πότε μόνος κι ούτε υπήρξα ελεύθερος. Ζούσα σαν ένας κλέφτης στα ερωτικά μου, σαν ένας καταπιεσμένος σύντροφος στα προσωπικά μου και σαν υπεύθυνος ιδιοκτήτης σκύλου και πότε μα πότε ελεύθερος σαν Γκρηκστόρης. Δεν είναι ότι δεν νοσταλγώ τον Σσιατς ή ότι δεν μου λείπει το σκυλί. Ο πόνος που ζω γι αυτή την καινούργια κατάσταση είναι ακόμα μεγάλος και πότε πότε ανυπόφορος. Δεν θα φύγει επίσης ποτέ. Θα μάθω απλά με τον χρόνο να ζω με τον πόνο μέχρι να τον θεωρώ αυτονόητο, μέχρι που δεν θα ξέρω πια πως είναι να ζω ανώδυνα. Παράλληλα όμως μέσα απ’ το αρνητικό βγαίνει και το θετικό: μαθαίνω να γίνομαι ελεύθερος. Αν θα γίνω ποτέ είναι κάπως αδύνατο να ξέρω τώρα. Αλλά το γεγονός ότι γεύομαι ένα είδος ελευθερίας είναι πολύτιμο. Καινούργιο άνοιγμα.
Συνειδητοποιώ ότι μετά από τόσα χρόνια σ’ αυτή την χώρα δεν υπάρχει τίποτε μετά τον Σσιάτς που να με κράτα δέσμιο εδώ. Στα αλήθεια ίσως με την πάροδο του χρόνου ο μοναδικός εμφανής λόγος που έμενα εδώ ήταν ο Σσιάτς και οι αφανείς λόγοι ήταν οι δικές μου αδυναμίες. Τώρα ο Σσιάτς δεν υπάρχει να με κρατά πάρα μόνο οι δικές μου αδυναμίες που ακόμα με διέπουν σαν αθάνατες Ερινύες. Με την διαφορά ότι έχουν κάπως αρχίσει να γίνονται μικρότερες, πιο αδύναμες από πριν.
Η διαδικασία της συνειδητοποίησης είναι μια μεγάλη και χρονοβόρος διαδικασία που προκαλεί πολύ πόνο και πολλά δάκρυα. Δεν ξέρω πότε θα τελειώσει. Μα κατάλαβα ξανά και ίσως πιο συνειδητά ότι δεν ανήκω πια εδώ ή ότι δεν έχω τίποτε πια να με κρατά εδώ. Αναγνώρισα ότι ουσιαστικά με κρατώ δέσμιο κάπου που ήρθα ελευθερόβουλα και έμεινα επίσης ουσιαστικά εκούσια. Και τώρα ήρθε η στιγμή εκούσια να αποφασίσω να φύγω από αυτή την χώρα. Εγώ αποφασίζω ξανά για ένα καινούργιο άνοιγμα. Πότε και που θα δείξει. Νομίζω ότι βρήκα την κατεύθυνση. Το απόβλητο αυτής της σκέψης είναι ο φόβος που έχει ριζώσει μέσα μου: φοβάμαι την αλλαγή, φοβάμαι το καινούργιο, φοβάμαι την περιπέτεια χωρίς δεκάρα στην τσέπη που θα με έκανε πιο αισιόδοξο ίσως και φοβάμαι την καινούργια ίσως αποτυχία που κακά τα ψέματα, είναι το ίδιο πιθανή όπως και μια πιθανή επιτυχία. Αλλά και να αποτύχω σ' ένα πιθανό καινούργιο ξεκίνημα, τι χειρότερο μπορεί να γίνει που να ναι χειρότερο από το τώρα; άντε θα χάσω κάποιους γνωστούς, άντε θα χάσω μια καθημερινότητα που μου σπάει τ' αρχίδια άντε να χάσω και τους σχετικά μεγαλόπεους Γερμανούς.. Ε και; Πιο μπατίρης δεν πρόκειται να βγω γιατί δεν υπάρχει πιο μπατίρης από μένα. Άρα θα μου μείνει η καινούργια μοναξιά σε μια καινούργια χώρα που τουλάχιστον θα ήθελα να είμαι. Ναι, νομίζω ότι θα πραγματοποιήσω ένα όνειρο κάποτε στο μέλλον και θα πάω σε μια μεγάλη χώρα με τεράστια έρημο, με τεράστιους ωκεανούς με τεράστια φύση και με μια άλλη, τεράστια, καινούργια, γαμάτη ζωή. Ποιος ξέρει; ίσως εκεί να ανακαλύψω κι άλλα στοιχεία από μένα που είμαι ανήμπορος να βρω τώρα κι εδώ.
Αυτά περί ανοιγμάτων και κλυσμάτων. Προς το παρόν ασχολούμαι με την ανεργία και την απενταρία. Και με την προσπάθεια ακόμα να αποδυναμώσω τον Σσιάτς και τις συνέπειες από τις πληγές που άφησε στην ψυχή μου.
Διαβάστε παρακάτω...>>
Τρίτη, 15 Μαρτίου 2011
Κλ(ε)ισ(ί)ματα (1)
(Revised)
Από πού τόχω δεν θυμάμαι και πάσχω να βρω την προέλευση της γνώμης μα στέκεται αδύνατο. Όπως και να χει μου 'μεινε το νόημα χαραγμένο στην μνήμη: πως για να ελευθερωθείς ολοκληρωτικά από τους ζυγούς μιας ζωής που σε βασανίζει, για να αποτινάξεις τα δεσμά και τις αλυσίδες που είτε μόνος σου θελητα κι αθέλητα έβαλες είτε έμμεσα επιτρέποντας σε εξωγενείς παράγοντες να σε σκλαβώσουν, πρέπει να φτάσεις στον πυθμένα της απελπισίας, της κατάνυξης, να σ΄ έχει πνίξει η θλίψη και να σ΄ έχει καταβάλει η προοπτική του αδιέξοδου τόσο πολύ που να έχεις φτάσει με τα πάντα στο αμήν, να μην σ ενδιαφέρει πια αν ζεις η αν πεθαίνεις γιατί είναι και τα δυο τα ίδια. Τότε έχοντας ζήσει για κάποιο χρόνο στο μηδέν και σαν μηδέν, γίνεται στο μυαλό σου ένα κλικ σαν να ανοίγει μια πόρτα η να κλείνουν πολλές ανοικτές μαζί και ακούς τη φωνή σου να λέει «ε και τι εγινε;…δεν πα να πηδηχτούν ολοι;…χεστηκα και για τα δήθεν και τις προσδοκίες και τα προδομένα όνειρα και τις ελπίδες και τα πρέπει, άμα δεν μπορώ δεν μπορώ, τέλειωσε. Δεν υπάρχει βαθύτερος πυθμένας, δεν υπάρχει μεγαλύτερο άγχος δεν έχει εντονότερο φόβο. Τα χειρότερα τα ζεις. Αρά βαλε λοιπόν σε όλα ένα τέλος.»
Τότε αρχίζεις να βάζεις ένα τέλος. Τέλος στα πράγματα που σε πιέζουν, στις καταστάσεις που σε καταβάλλουν, στα όνειρα που δεν σε βγάζουν πουθενά, στην ελπίδα για κάτι καλύτερο που δεν έρχεται ποτέ, στις διαδικασίες επιβίωσης με τα πρέπει μιας καθωσπρέπει πορείας, στον αγώνα της καθημερινότητας που δεν σε βγάζει πουθενά, στα πάντα, στα πάντα εκείνα που σου πνιγούν τη ζωή και σε σένα μαζί. Τα κάνεις όλα στάχτη, τα εξαϋλώνεις, τα αφανίζεις από την ζωή που σου έμεινε και κάνεις μια τελευταία προσπάθεια να την πάρεις και να κάνετε μαζί μια καινούργια αρχή, από ένα καινούργιο, καθαρό, παρθένο μηδέν. Κάνεις τα απαραίτητα κλεισίματα και βρίσκεις μια άλλη αρχή.
Βρίσκομαι (νομίζω) σ΄ αυτή την φάση. Τονίζω το νομίζω. Γιατί οι πλάνες μου ήταν μέχρι τώρα τόσες πολλές που δεν τολμώ να ξαναπώ τίποτε με σιγουριά. Προς το παρόν βρίσκομαι σ΄ αυτή την φάση. Κάνω κλεισιματα… και ανοίγματα. Γιατί το κάθε κλείσιμο ακόλουθη απαραίτητα ένα άνοιγμα και αντίστροφα.
Κλείνω τις ανούσιες επαναλήψεις με εραστές της δεκάρας: Ξυλάγγουρο: τέλος. Δεκαέξι εκατοστά: τέλος. Λοιποί άλλοι ανάξιοι αναφοράς: επίσης τέλος. Τέλος στις επαναλήψεις. Αναζητούσα μέσα από τις επαναλήψεις την συνέχεια του πρώτου ενθουσιασμού και καλλιεργούσα υποσυνείδητα μια αδαή ελπίδα αποδοχής, αναζητούσα ίσως να βρω ένα ίχνος αποδοχής και αγάπης όπως αυτά τα είχα πλάσει στο μυαλό μου η όπως έμαθα καλώς η κακώς ότι έπρεπε να είναι. Το αποτέλεσμα ήταν ψυχοφθόρο και αναλώσιμο. Έκανα να δω το Ξυλάγγουρο καιρό, μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες που το συνάντησα τυχαία σένα πάρτη. Τον είδα και αναρωτήθηκα: «Γκρηκστόρης, το στο καλό του έβρισκες; Χειρότερα δεν γινόταν;». Βεβαία γινόταν και χειρότερα αλλά για τον τότε καιρό ήταν το χειρότερο που μου κάτσε. Όπως παροδικοί είμαστε από την ζωή έτσι παροδικοί είναι και οι ενθουσιασμοί και οι έρωτες. Όταν έτρωγα ξυλάγγουρο ήταν για μένα το μάννα απ τον ουρανό. Απ' τον κορεσμό και μετά… ξύδι. Όλα είναι θέμα σκέψης και κορεσμού. Το τέλειο της αρχής είναι η φρίκη του τέλους.
Προχθές το βράδυ ήρθε για δεύτερη φορά μετά από τρεις μήνες ο Φουτη2000. Έτσι διάλεξε να τον λένε. Δικό του θέμα. Συμπαθητικούλης αλλά μέχρι εκεί. Ούτε και στο κρεβάτι είναι για να κτυπιέσαι. Δεν έχει και το εργαλείο των δέκα μέτρων. Ένα πουλάκι όπως όλα τ΄ αλλα. Αλλά συμπαθητικούλης… την πρώτη φορά. Την δεύτερη φορά… τάκανε σκατά. Είμαστε σε φάση προπαιγνιακή κι΄οι δυο με τις ανάλογες εμφανείς στύσεις. Τονίζω: φάση προπαιγνιακή. Και με ρωτά κατά την διάρκεια αυτής της φάσης καθώς με φιλούσε και προσπαθούσε να εισχωρήσει: πως κάνεις στ΄αληθεια κλύσμα; … Στύση αντίο. Και μαζί της κι η όρεξη. Τον πέταξα δίπλα, του είπα να ντυθεί και τον έστειλα στην μαμά του. Τέλος.
Η πρωτοχρονιά με βρήκε καβάλα πάνω σ’ έναν Ολλανδό. Το βράδυ νωρίτερα το είχα σχεδόν περάσει μόνος σ’ ένα μεταίχμιο μεταξύ αυτολύπησης και προσποιητής ψιλοδιασκέδασης με άσχετους γνωστούς σ’ ένα στρέητ μπαρ (είπαμε εγώ δεν πάω σχεδόν ποτέ σε γκέι μέρη). Είχα καταναλώσει αρκετά (το κοψα το ρημάδι το ποτό εδώ και δέκα εβδομάδες αφού το εξαφετο που είχα είχε γίνει εξάδιπλο – τώρα ξαναμπήκα στα καλά μου), γνωριζόμαστε εξ όψεως μήνες τώρα, δεν μιλήσαμε ποτέ. Ήταν μόνος του όπως κι εγώ και κάναμε μια αναγκαστική συμβίωση για το βράδυ στο μπαρ. Του πρόσφερα τον καναπέ μου για το βράδυ η ότι έμεινε απ’ αυτό, για μην οδηγήσει στην κατάσταση του. Πήγαμε μαζί λοιπόν στο σπίτι, δεν είμαστε τύφλα όμως, είπαμε κάτι ψιλά και άσχετα και μετά… μετά μου ρίχτηκε, δεν το αρνήθηκα, περάσαμε καλά. Κάθε τρία λεπτά βεβαία με επιβεβαίωνε ότι ήμουν ο πρώτος άντρας που πήγαινε μαζί του αλλά δεν ήταν πειστικός: ήταν προετοιμασμένος εκεί που έπρεπε να ήταν και οι χειρισμοί του κάθε άλλο από απειρία πρόδιδαν. Δεν με απασχόλησε όμως, δικό του θέμα. Δεν πήγαινα για γάμο. Όμως δεν ήθελε να το παίξουμε ξανά γνωστοί στο μπαράκι που συχνάζουμε, γιατί φοβόταν μην υποψιαστεί κάνεις κάτι. Δεν το συζήτησα. Καμία επανάληψη με τον Ολλανδό και… τέλος. Κλείσιμο κι αυτός.
Επαγγελματικά είναι χρόνια που δεν τα πάω καλά. Γιατί να το κρύψω ; Είναι μια έτσι και μια αλλιώς. Τις περισσότερες φόρες αλλιώς παρά έτσι. Οι λόγοι διάφοροι, ο κυριότερος είναι ότι ήμουν ελεύθερος επαγγελματίας σε μια χώρα που δεν στηρίζει χρηματοοικονομικά τον μικρό ελεύθερο επαγγελματία. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Ήταν και η κατάσταση του Σσιάτς που δεν μου άφηνε περιθώρια να σκεφτώ και να δράσω ανάλογα στον έντονα ανταγωνιστικό χώρο της εργασίας. Δεν ρίχνω την ευθύνη στον Σσιάτς, υπεύθυνη ήταν η εύθραυστη μου ψυχοσύνθεση, οι προσωπικές μου αδυναμίες και η μεγάλη μου ηττοπάθεια. Δεν κατάφερα ποτέ να κάνω καριέρα όπως προετοιμαζόμουν ακαδημαϊκά. Αλλά πάντα δούλευα, ποτέ δεν τα ΄ξυσα. Με την σκέψη ότι είναι καλύτερη η δουλεία παρά το τμήμα ευημερίας γαμήθηκα στην οποιαδήποτε φτηνοδουλειά που έβρισκα. Έζησα την ταπείνωση, την γελοιότητα, την αναξιοκρατία, όλα που θα μπορούσε να ζήσει κι ένας υπάλληλος με μια διαφορά: εγώ δεν είχα ποτέ ένα τμήμα προσωπικού για να αποταθώ σε τέτοιες περιπτώσεις με αποτέλεσμα η ψυχική μου φθορά να αυξάνεται. Σε τέτοιες φάσεις μπαίνεις αναγκαστικά σε έναν αναλογισμό του παρελθόντος, τι έκανες, τι επίτευξες και ανασκοπείς το παρόν και αντιλαμβάνεσαι κάθε μέρα ότι δεν έχει σημασία πόσο καλός ήσουν στο πανεπιστήμιο, πόσα πτυχία έχεις και τι τίτλους κουβαλάς, το μόνο που έχει σημασία είναι ποιον ξέρεις, ποιος σε ξέρει, και τι προσφέρεις εσύ με την μορφή του συμφέροντος και του κέρδους σε αυτόν που προτίθεται να σε ταΐσει. Αν το ωφέλιμο συμφέρον που προσφέρεις είναι βασικά ασήμαντο και μπορεί να βρεθεί σε κάθε γωνία τότε μάλλον θα πεινάσεις έκτος κι αν κάτσεις να σε πηδήξει ο άλλος που κι’ αυτό ακόμα δεν είναι εγγύηση ότι δεν θα πεινάσεις. Είδα στην σημερινή αγορά εργασίας ανείπωτες καταστάσεις. Δεν παραδόθηκα όμως στην απραξία γιατί έκτος από τα αναφερθέντα ντρεπόμουν κιόλας να αποταθώ κι εγώ στο τμήμα εργασίας για στήριξη σαν άνεργος, η περηφάνια μου ήταν μεγαλύτερη από τις επαγγελματικές κακουχίες που περνούσα.
Κάποτε η ψυχή φώναξε ένα δυνατό «στοπ». Πριν από δυο εβδομάδες παρέδωσα τα όπλα, έτσι κι αλλιώς δεν είχα άλλες προσφορές συμβολαίων, και αποτάθηκα στο γραφείο εργασίας σαν άνεργος. Για πρώτη φορά μετά από αμέτρητα χρόνια και αμέτρητες επαγγελματικές εμπειρίες. Έκλεισα το κεφάλαιο φτηνοδουλειές και είπα ενδόμυχα «στ’ αρχίδια μου» (αλήθεια γιατί δεν έχει αυτή την λέξη στο λεξικό του Word;), δεν πάει άλλο. Σταμάτησα να κρύβομαι πίσω απ’ το δάκτυλο μου, έκανα σκόνη και θρύψαλα τις επαγγελματικές ψευδαισθήσεις σύμφωνα με τις δίκες μου αξιώσεις και προσδοκίες και αποτάθηκα στο κράτος που το χρυσοπλήρωσα μέχρι τώρα. Δεν έχω ιδέα τι θα προκύψει και πως θα ζήσω από δω και μπρος. Αλλά σίγουρα δεν επιστρέφω στα κάτεργα. Όχι θεληματικά. Κλείσιμο και εδώ. Απόφαση που ενώ με φοβίζει με κάνει να νιώθω μια ανεξήγητη ελευθερία. (συνεχίζεται) Διαβάστε παρακάτω...>>
Από πού τόχω δεν θυμάμαι και πάσχω να βρω την προέλευση της γνώμης μα στέκεται αδύνατο. Όπως και να χει μου 'μεινε το νόημα χαραγμένο στην μνήμη: πως για να ελευθερωθείς ολοκληρωτικά από τους ζυγούς μιας ζωής που σε βασανίζει, για να αποτινάξεις τα δεσμά και τις αλυσίδες που είτε μόνος σου θελητα κι αθέλητα έβαλες είτε έμμεσα επιτρέποντας σε εξωγενείς παράγοντες να σε σκλαβώσουν, πρέπει να φτάσεις στον πυθμένα της απελπισίας, της κατάνυξης, να σ΄ έχει πνίξει η θλίψη και να σ΄ έχει καταβάλει η προοπτική του αδιέξοδου τόσο πολύ που να έχεις φτάσει με τα πάντα στο αμήν, να μην σ ενδιαφέρει πια αν ζεις η αν πεθαίνεις γιατί είναι και τα δυο τα ίδια. Τότε έχοντας ζήσει για κάποιο χρόνο στο μηδέν και σαν μηδέν, γίνεται στο μυαλό σου ένα κλικ σαν να ανοίγει μια πόρτα η να κλείνουν πολλές ανοικτές μαζί και ακούς τη φωνή σου να λέει «ε και τι εγινε;…δεν πα να πηδηχτούν ολοι;…χεστηκα και για τα δήθεν και τις προσδοκίες και τα προδομένα όνειρα και τις ελπίδες και τα πρέπει, άμα δεν μπορώ δεν μπορώ, τέλειωσε. Δεν υπάρχει βαθύτερος πυθμένας, δεν υπάρχει μεγαλύτερο άγχος δεν έχει εντονότερο φόβο. Τα χειρότερα τα ζεις. Αρά βαλε λοιπόν σε όλα ένα τέλος.»
Τότε αρχίζεις να βάζεις ένα τέλος. Τέλος στα πράγματα που σε πιέζουν, στις καταστάσεις που σε καταβάλλουν, στα όνειρα που δεν σε βγάζουν πουθενά, στην ελπίδα για κάτι καλύτερο που δεν έρχεται ποτέ, στις διαδικασίες επιβίωσης με τα πρέπει μιας καθωσπρέπει πορείας, στον αγώνα της καθημερινότητας που δεν σε βγάζει πουθενά, στα πάντα, στα πάντα εκείνα που σου πνιγούν τη ζωή και σε σένα μαζί. Τα κάνεις όλα στάχτη, τα εξαϋλώνεις, τα αφανίζεις από την ζωή που σου έμεινε και κάνεις μια τελευταία προσπάθεια να την πάρεις και να κάνετε μαζί μια καινούργια αρχή, από ένα καινούργιο, καθαρό, παρθένο μηδέν. Κάνεις τα απαραίτητα κλεισίματα και βρίσκεις μια άλλη αρχή.
Βρίσκομαι (νομίζω) σ΄ αυτή την φάση. Τονίζω το νομίζω. Γιατί οι πλάνες μου ήταν μέχρι τώρα τόσες πολλές που δεν τολμώ να ξαναπώ τίποτε με σιγουριά. Προς το παρόν βρίσκομαι σ΄ αυτή την φάση. Κάνω κλεισιματα… και ανοίγματα. Γιατί το κάθε κλείσιμο ακόλουθη απαραίτητα ένα άνοιγμα και αντίστροφα.
Κλείνω τις ανούσιες επαναλήψεις με εραστές της δεκάρας: Ξυλάγγουρο: τέλος. Δεκαέξι εκατοστά: τέλος. Λοιποί άλλοι ανάξιοι αναφοράς: επίσης τέλος. Τέλος στις επαναλήψεις. Αναζητούσα μέσα από τις επαναλήψεις την συνέχεια του πρώτου ενθουσιασμού και καλλιεργούσα υποσυνείδητα μια αδαή ελπίδα αποδοχής, αναζητούσα ίσως να βρω ένα ίχνος αποδοχής και αγάπης όπως αυτά τα είχα πλάσει στο μυαλό μου η όπως έμαθα καλώς η κακώς ότι έπρεπε να είναι. Το αποτέλεσμα ήταν ψυχοφθόρο και αναλώσιμο. Έκανα να δω το Ξυλάγγουρο καιρό, μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες που το συνάντησα τυχαία σένα πάρτη. Τον είδα και αναρωτήθηκα: «Γκρηκστόρης, το στο καλό του έβρισκες; Χειρότερα δεν γινόταν;». Βεβαία γινόταν και χειρότερα αλλά για τον τότε καιρό ήταν το χειρότερο που μου κάτσε. Όπως παροδικοί είμαστε από την ζωή έτσι παροδικοί είναι και οι ενθουσιασμοί και οι έρωτες. Όταν έτρωγα ξυλάγγουρο ήταν για μένα το μάννα απ τον ουρανό. Απ' τον κορεσμό και μετά… ξύδι. Όλα είναι θέμα σκέψης και κορεσμού. Το τέλειο της αρχής είναι η φρίκη του τέλους.
Προχθές το βράδυ ήρθε για δεύτερη φορά μετά από τρεις μήνες ο Φουτη2000. Έτσι διάλεξε να τον λένε. Δικό του θέμα. Συμπαθητικούλης αλλά μέχρι εκεί. Ούτε και στο κρεβάτι είναι για να κτυπιέσαι. Δεν έχει και το εργαλείο των δέκα μέτρων. Ένα πουλάκι όπως όλα τ΄ αλλα. Αλλά συμπαθητικούλης… την πρώτη φορά. Την δεύτερη φορά… τάκανε σκατά. Είμαστε σε φάση προπαιγνιακή κι΄οι δυο με τις ανάλογες εμφανείς στύσεις. Τονίζω: φάση προπαιγνιακή. Και με ρωτά κατά την διάρκεια αυτής της φάσης καθώς με φιλούσε και προσπαθούσε να εισχωρήσει: πως κάνεις στ΄αληθεια κλύσμα; … Στύση αντίο. Και μαζί της κι η όρεξη. Τον πέταξα δίπλα, του είπα να ντυθεί και τον έστειλα στην μαμά του. Τέλος.
Η πρωτοχρονιά με βρήκε καβάλα πάνω σ’ έναν Ολλανδό. Το βράδυ νωρίτερα το είχα σχεδόν περάσει μόνος σ’ ένα μεταίχμιο μεταξύ αυτολύπησης και προσποιητής ψιλοδιασκέδασης με άσχετους γνωστούς σ’ ένα στρέητ μπαρ (είπαμε εγώ δεν πάω σχεδόν ποτέ σε γκέι μέρη). Είχα καταναλώσει αρκετά (το κοψα το ρημάδι το ποτό εδώ και δέκα εβδομάδες αφού το εξαφετο που είχα είχε γίνει εξάδιπλο – τώρα ξαναμπήκα στα καλά μου), γνωριζόμαστε εξ όψεως μήνες τώρα, δεν μιλήσαμε ποτέ. Ήταν μόνος του όπως κι εγώ και κάναμε μια αναγκαστική συμβίωση για το βράδυ στο μπαρ. Του πρόσφερα τον καναπέ μου για το βράδυ η ότι έμεινε απ’ αυτό, για μην οδηγήσει στην κατάσταση του. Πήγαμε μαζί λοιπόν στο σπίτι, δεν είμαστε τύφλα όμως, είπαμε κάτι ψιλά και άσχετα και μετά… μετά μου ρίχτηκε, δεν το αρνήθηκα, περάσαμε καλά. Κάθε τρία λεπτά βεβαία με επιβεβαίωνε ότι ήμουν ο πρώτος άντρας που πήγαινε μαζί του αλλά δεν ήταν πειστικός: ήταν προετοιμασμένος εκεί που έπρεπε να ήταν και οι χειρισμοί του κάθε άλλο από απειρία πρόδιδαν. Δεν με απασχόλησε όμως, δικό του θέμα. Δεν πήγαινα για γάμο. Όμως δεν ήθελε να το παίξουμε ξανά γνωστοί στο μπαράκι που συχνάζουμε, γιατί φοβόταν μην υποψιαστεί κάνεις κάτι. Δεν το συζήτησα. Καμία επανάληψη με τον Ολλανδό και… τέλος. Κλείσιμο κι αυτός.
Επαγγελματικά είναι χρόνια που δεν τα πάω καλά. Γιατί να το κρύψω ; Είναι μια έτσι και μια αλλιώς. Τις περισσότερες φόρες αλλιώς παρά έτσι. Οι λόγοι διάφοροι, ο κυριότερος είναι ότι ήμουν ελεύθερος επαγγελματίας σε μια χώρα που δεν στηρίζει χρηματοοικονομικά τον μικρό ελεύθερο επαγγελματία. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Ήταν και η κατάσταση του Σσιάτς που δεν μου άφηνε περιθώρια να σκεφτώ και να δράσω ανάλογα στον έντονα ανταγωνιστικό χώρο της εργασίας. Δεν ρίχνω την ευθύνη στον Σσιάτς, υπεύθυνη ήταν η εύθραυστη μου ψυχοσύνθεση, οι προσωπικές μου αδυναμίες και η μεγάλη μου ηττοπάθεια. Δεν κατάφερα ποτέ να κάνω καριέρα όπως προετοιμαζόμουν ακαδημαϊκά. Αλλά πάντα δούλευα, ποτέ δεν τα ΄ξυσα. Με την σκέψη ότι είναι καλύτερη η δουλεία παρά το τμήμα ευημερίας γαμήθηκα στην οποιαδήποτε φτηνοδουλειά που έβρισκα. Έζησα την ταπείνωση, την γελοιότητα, την αναξιοκρατία, όλα που θα μπορούσε να ζήσει κι ένας υπάλληλος με μια διαφορά: εγώ δεν είχα ποτέ ένα τμήμα προσωπικού για να αποταθώ σε τέτοιες περιπτώσεις με αποτέλεσμα η ψυχική μου φθορά να αυξάνεται. Σε τέτοιες φάσεις μπαίνεις αναγκαστικά σε έναν αναλογισμό του παρελθόντος, τι έκανες, τι επίτευξες και ανασκοπείς το παρόν και αντιλαμβάνεσαι κάθε μέρα ότι δεν έχει σημασία πόσο καλός ήσουν στο πανεπιστήμιο, πόσα πτυχία έχεις και τι τίτλους κουβαλάς, το μόνο που έχει σημασία είναι ποιον ξέρεις, ποιος σε ξέρει, και τι προσφέρεις εσύ με την μορφή του συμφέροντος και του κέρδους σε αυτόν που προτίθεται να σε ταΐσει. Αν το ωφέλιμο συμφέρον που προσφέρεις είναι βασικά ασήμαντο και μπορεί να βρεθεί σε κάθε γωνία τότε μάλλον θα πεινάσεις έκτος κι αν κάτσεις να σε πηδήξει ο άλλος που κι’ αυτό ακόμα δεν είναι εγγύηση ότι δεν θα πεινάσεις. Είδα στην σημερινή αγορά εργασίας ανείπωτες καταστάσεις. Δεν παραδόθηκα όμως στην απραξία γιατί έκτος από τα αναφερθέντα ντρεπόμουν κιόλας να αποταθώ κι εγώ στο τμήμα εργασίας για στήριξη σαν άνεργος, η περηφάνια μου ήταν μεγαλύτερη από τις επαγγελματικές κακουχίες που περνούσα.
Όπως επίσης ότι οι φτηνοδουλειές ενεργούν σαν όπιο: έχεις ένα συμβόλαιο, το διεκπεραιώνεις, πέφτει το οποιοδήποτε χρήμα και έτσι καταφέρνεις ίσα ίσα να κρατηθείς στην επιφάνεια του νερού πληρώνοντας τα τρέχοντα έξοδα σου, το φαγητό σου και κανένα έξω. Τα υπόλοιπα στα δίνει η μάνα σου η ο αδελφός σου η και οι δυο. Έτσι έχεις την ψευδαίσθηση ότι κάνεις κάτι, και ναρκώνεσαι με την προσωρινότητα της απασχόλησης και ξεχνάς να ψάξεις για κάτι πιο μόνιμο, αφοί οι λογαριασμοί πληρώνονται και ζεις την ψευδαίσθηση ότι πας καλά. Ξέρεις ότι η δουλειά είναι σκατά άλλα είσαι ναρκωμένος από την προσωρινότητα και έτσι μπαίνεις στην αιωνιότητα του επαγγελματικού τίποτε που κάνει ο καθένας που δεν έχει εμπεδωθεί. Κι έτσι αρχίζει ο κατήφορος...
Κάποτε η ψυχή φώναξε ένα δυνατό «στοπ». Πριν από δυο εβδομάδες παρέδωσα τα όπλα, έτσι κι αλλιώς δεν είχα άλλες προσφορές συμβολαίων, και αποτάθηκα στο γραφείο εργασίας σαν άνεργος. Για πρώτη φορά μετά από αμέτρητα χρόνια και αμέτρητες επαγγελματικές εμπειρίες. Έκλεισα το κεφάλαιο φτηνοδουλειές και είπα ενδόμυχα «στ’ αρχίδια μου» (αλήθεια γιατί δεν έχει αυτή την λέξη στο λεξικό του Word;), δεν πάει άλλο. Σταμάτησα να κρύβομαι πίσω απ’ το δάκτυλο μου, έκανα σκόνη και θρύψαλα τις επαγγελματικές ψευδαισθήσεις σύμφωνα με τις δίκες μου αξιώσεις και προσδοκίες και αποτάθηκα στο κράτος που το χρυσοπλήρωσα μέχρι τώρα. Δεν έχω ιδέα τι θα προκύψει και πως θα ζήσω από δω και μπρος. Αλλά σίγουρα δεν επιστρέφω στα κάτεργα. Όχι θεληματικά. Κλείσιμο και εδώ. Απόφαση που ενώ με φοβίζει με κάνει να νιώθω μια ανεξήγητη ελευθερία. (συνεχίζεται) Διαβάστε παρακάτω...>>
Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011
Ιστορίες της Nύχτας
Τίποτε δεν άλλαξε στους μήνες που παρήρθαν. Ήρθαν, έφυγαν, ο χρόνος στάσιμος, άλλαζε μόνο το όνομα του μήνα. Η ζωή μου στάσιμη με τον χρόνο. Διάκρινα κάποιες ανεπαίσθητες ρυτίδες κάτω απ τα μάτια μου. Δεν ξέρω αν είναι της ηλικίας η απλά από την ψυχική εξάντληση. Απ ότι και νάνε το έλυσα προσωρινά το πρόβλημα μ' ενα καινούργιο κονσιλερ της Κλινικ. Και επισφραγιστική πούδρα. Μόνο μια φορά χρησιμοποίησα το καμουφλάζ σε κάποια γενέθλια που ήμουν καλεσμένος και οι φωτογραφίες έδειξαν ενθαρρυντικό αποτέλεσμα, άξιζαν τα λεφτά της επένδυσης για τις ώρες της νύχτας. Την μέρα πως λύνω το πρόβλημα; Κάτι θα σκεφτώ και γι' αυτο όταν κάποτε αρχίσει να παίρνει ξανά στροφές το μυαλό μου. Τώρα βρίσκομαι ακόμα και συνέχεια σε λήθαργο: λήθαργο ζωής, λήθαργο ψυχής, λήθαργο σκέψης.
Οι ώρες μου άρχισαν να ναι νυχτερινές και διαδικτυακές. Απ' την ώρα που ξυπνώ μέχρι την ώρα που θα παραδοθώ στο ζάναξ, αφαιρώντας τις ώρες στο κολυμβητήριο και μετά στο γυμναστήριο τρέχει το ίντερνετ με όλα τα δυνατά: Gay Social Networks και Facebook, ελληνικές εφημερίδες, ηλεκτρονικά ταχυδρομεία, Σκαϊπ, Οοβοο η πως διάολο το λένε, όλα που ξελογιάζουν την μοναξιά, την αυτολύπηση και την μελαγχολία.
Ναι αληθινή είναι η εντύπωση ότι η ζωή μου γυρίζει σ' έναν τροχό χωρίς ικανότητα αποκεντρωτικής δύναμης, ανίκανη εκτόξευσης σε κάτι άλλο από τον ίδιο πάλαι ποτέ ρυθμό στο ίδιο σημείο, μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει, στον ίδιο χώρο που λέω εδώ και χρόνια ότι θα εγκαταλείψω αλλά ακόμα δεν το έκανα, στον ίδιο κοινωνικό πολιτισμό που έχω σιχαθεί όσο δεν μπορεί άνθρωπος να σιχαθεί έναν μοντέρνο πολιτισμό, στην ιδία κοινωνική δομή που με αποκαθηλώνει ανίκανο να πράξω οτιδήποτε πραττόμενο, διατηρώντας ακόμα την έντονη γκρίνια και παράπονα που χαρακτηρίζουν έμενα τα τελευταία αμέτρητα χρόνια, την τελευταία ατελείωτη αιωνιότητα. Το μόνο καινούργιο είναι ένα ερώτημα, φρεσκοδημιοιυργημένο, ω! Έκπληξη, κάτι καινούργιο στο μουχλιασμένο σταματημένο μου μυαλό που τρέφεται μόνο από τις αναμνήσεις των νεκρών παρελθόντων μου: Ποιος είναι άραγε ο σκοπός της ζωής μου σαν ζωντανό παράδειγμα τρανταχτής αποτυχίας και μιζέριας; Κάποτε ίσως να ασχοληθώ να βρω την απάντηση, αν και οι κάποιες προσπάθειες μέχρι τώρα έπεσαν στο γνωστό κενό. Το ερώτημα αναλογεί βασικά εξίσωσης δευτεροβάθμιας γιατί έκτος απ' το δικό μου άγνωστο μπαίνει και η μεταβλητή του ποιος είναι γενικά ο σκοπός της ανθρώπινης ζωής. Αν αποκλείσω και το αποκλείω κατηγορηματικά σαν έκφραση υπερθετικής μαλάκυνσης εγκεφάλου, ότι σκοπός της ζωής για τον μέσο άνθρωπο είναι να βρει κάποτε τον Θεό μέσα του (ουαο για σκοπός κι αυτός) η να αναθρέψει τα παιδιά του, ο οποίος σκοπός είναι δεκτός γι αυτούς που έχουν κατασκευάσει αυτά τα τσιριχτά δείγματα ζωής που θα είναι μάλλον στο μελλοντικό τους πιθανά θύματα κατανάλωσης ναρκωτικών, χρεωπιστωτικών καρτών και πιθανότατα ανεργείας, για τους υπόλοιπους που είχαν την ελάχιστη λογική και ωριμότητα να ασχοληθούν με την δική τους εγωιστική επιβίωση, ποιος είναι ο υπέρτατος σκοπός της ζωής τους; Να πεθάνουν; Δηλαδή έχουμε γεννηθεί και φτύνουμε αίμα στην επιβίωση για να πεθάνουμε εξαντλημένοι από την αιώνια απογοήτευση, άγχος, αποτυχία και απόλυτη ανωνυμία, χωρίς καμιά ομάδα να επωφεληθεί και να αναγνωρίσει την συμμέτοχη μας σ' αυτή την ζωή, γιατί ήταν απλά αυτό; ακόμα μια βιολογική ζωή χωρίς κανένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Κι' αν είναι αυτό και μόνο που θα κάνει η ζωή σε μας, γιατί την ζούμε και δεν δίνουμε ένα τέλος όσο ακόμα μπορούμε συνειδητά να αποφασίσουμε;...Είμαι περίεργος να βιώσω τις απαντήσεις σ' αυτα τα ερωτηματικά.
Η νύχτα στον καναπέ μου με τον υπολογιστή στα γόνατα άρχισε να ναι μια αλλαγή. Χάνομαι στο ίντερνετ και γνωρίζω ακόμα πιο έντονα τις ψυχοπάθειες και κοινωνικοπάθειες των χρήστων που τις ζουν αχαλίνωτα μέσα από την ανωνυμία του μέσου. Γνωρίζω πολύ κόσμο, με τους μισούς καταλήγω για κάποιες στιγμές ανάπαυλας στο κρεβάτι, άλλους τους απορρίπτω όπως απορρίπτουν οι περισσότεροι έμενα κι αναρωτιέμαι αν αυτή η ακραία απόρριψη που ζούμε μέσα από τις πύλες της κοινωνικής δικτύωσης είναι τελικά καταστροφικοί καταλύτες της ψυχικής μας αντοχής που μας βάζει στο δρόμο του κοινωνικού εγκλήματος με την μορφή της πραγματικής βίας τις ώρες που βρισκόμαστε στην αντικειμενική ζωή. Είναι τόσο μεγάλη η μαζική απόρριψη που μπορεί να ζήσει κάποιος στα κέντρα κοινωνικής δικτύωσης που η ερώτηση τίθεται στ' αλήθεια για τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει στην ψυχική ισορροπία του χρήστη, ειδικά αν χρήστες ζουν την απόρριψη και στην πραγματική τους ζωή. Με παρακολουθώ όταν με πληγώνουν αφάνταστα οι απορρίψεις που τρώω στην μάπα καθημερινά στο ίντερνετ, κι ενώ προσπαθώ να κρατηθώ στα ίσια μου, στην οποιαδήποτε ισορροπία μου, δεν μπορώ να παραγνωρίσω την απογοήτευση που με το έτσι θέλω μου φυτεύει ο κάθε άγνωστος την ώρα που προσπαθώ να κάνω μια γνωριμία. Τυχαίνει κάποιες φορές και εντελώς τυχαία αργότερα μέσα από άλλες συγκυρίες να γνωρίσω αυτούς τους αγνώστους σκληρούς δήμιους στην πραγματική ζωή και ξαλαφραίνω γιατί βλέπω μπροστά μου αδύναμα ανθρωπάκια, μικρά, ελεεινά, μαλάκια που βγάζουν απλά και μόνο τα απωθημένα τους πίσω από την αυλαία της ανωνυμίας, αλλά ακριβώς αυτό είναι για τους ευάλωτους ένα σπρώξιμο προς την αλλοφροσύνη, όταν αυτοί είναι πλακωμένοι από την μοναξιά και την απελπισία. Γινόμαστε όλοι έμμεσοι εγκληματίες στην ηλεκτρονική κοινωνική διαδικτύωση αλλά συνάμα δεν μπορούμε πια να ζήσουμε χωρίς αυτή. Είναι αυτή η διαδικτύωση τελικά που μας αποξενώνει κοινωνικά, που μας κάνει κοινωνικά αναπήρους, γιατί μας αφαιρει την ικανότητα της πραγματική επικοινωνίας, την ικανότητα της πραγματικής, αρχέτυπης επιβίωσης στην έκτος υπολογιστή κοινωνία. Γινόμαστε ξανά τα κτήνη της προϊστορίας με μια μεταμοντέρνα προσωπίδα.
Κι όμως ακόμα κάθομαι μπροστά από τον υπολογιστή μη ξέροντας τι ακριβώς προσμένω, τι είναι αυτό που κρυφά ελπίζω ότι θα βρω. Ένας άγνωστος που κτύπησε την πόρτα μου και ήθελε κουβέντα και σύμπτυξη. Χωρίς πολλά πολλά μπήκα στο αυτοκίνητο και πήγα να τον βρω. Έκανε ψοφόκρυο πάλι ή ακόμα αλλά έπρεπε να βγω απ το σπίτι μετά από εικοσιτέσσερις ώρες κλεισούρας. Μου άνοιξε την πόρτα κι ενώ είχα δει την φωτογραφία του πριν στο ίντερνετ, η φωτογραφία δεν ακτινοβολούσε την θηλυπρέπεια του. Δεν εκνευρίστηκα κάτι που θα έκανα μέχρι πρόσφατα γιατί άρχισα να μαθαίνω να μην περιμένω τίποτε καλό. Τον χαιρέτισα ανταποκρινόμενος στον καλωσόρισμα του και τον ακολούθησα στο σαλόνι του. Δεν έφυγα αμέσως κάτι που θα έκανα μέχρι πρόσφατα γιατί είχε κάτι η έκφραση του που με έσπρωξε να μείνω έστω για λίγο γιατί δεν ήθελα να τον απογοητεύσω. Κάτσαμε δίπλα δίπλα στον καναπέ τα γόνατα μας να εφάπτονται μεταξύ τους το καθ ένα αλλά το κάθε ζευγάρι χωριά απ το άλλο, και το κάθε ζευγάρι χεριών σφραγισμένο μεταξύ τους στην οπή των γονάτων, σαν παρθένες μιας άλλης εποχής στο πρώτο ραντεβού τους και βλέπαμε στο άπειρο, κλέβοντας όμως ματιές με την άκρη των ματιών μας. Έκανε μια κίνηση μικροσάλτου μορτάλε και ήρθε πιο κοντά μου κάνοντας με να θέλω να πεταχτώ απ’ το παράθυρο. Πήρα βαθειά αναπνοή και βρήκα το θάρρος να ανοίξω το στόμα μου και να του πω ότι δεν ψήνεται τίποτε. Η έκφραση του έμεινε εκείνη μιας κυρίας με αξιοπρέπεια θέτοντας την ερώτηση απελπισίας με σκοπό μια απόκρυφη ελπίδα αναθεώρησης της απόρριψης, ρωτώντας με τι δεν μου ταιριάζει. Ήμουν βάσει εμπειρίας ετοιμόλογος δίνοντας την κλασσική απάντηση ότι δεν είχε σχέση με την εμφάνιση του αλλά ήταν απλά θέμα χημείας: ακόμα και στο σεξ υπάρχει μια σχετική διπλωματία αν θέλεις να σαι συμφιλιωμένος με την συνείδηση σου και περιμένεις τον ίδιο σεβασμό απέναντι σου σε άλλες παρόμοιες περιπτώσεις όταν το θύμα είσαι ο ίδιος. Με είδε κάπως απορημένος αλλά του έδωσα να αντιληφθεί ότι το θέμα έληξε εκεί. Κυριάρχησε μια σιγή για λίγες στιγμές που την έσπασε μια τσιριχτή φωνή λέγοντας μου καλημέρα στα γερμανικά. Τρόμαξα λίγο και χαμογέλασε δείχνοντας μου πίσω απ την πλάτη μου ένα ανοικτό κλουβί με έναν τεράστιο γκρι κόκκινο με τα πούπουλα στην όρθια παπαγάλο. Σηκώθηκα ενθουσιασμένος φιλόζωος ων. Πήγα κοντά του και τον θαύμασα από κοντά. Άρχισε να μου σφυρά και να μου λέει συνέχεια καλημέρα κι εγώ δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω του, ήταν μια φτερωτή γλύκα. Κοίταξα την οικοδέσποινα με αυθεντικό ενθουσιασμό.
Μου εξήγησε την προέλευση του εξωτικού φτερωτού. Ήταν δώρο από τον πρώην σύζυγο του: δώδεκα χρόνια γάμου εξανεμίστηκαν σ ένα θυελλώδες διαζύγιο με στόχο την περιουσία και μετά … μετά μοναξιά, ξεριζωμός, καινούργια αρχή, πελάγη θλίψης και μελαγχολίας.
Τον κοίταξα με αληθινά ζεστό βλέμμα, τον άγγιξα στον ώμο, τον έσφιξα με την παλάμη μου. Τον ένιωθα και του το έδειξα και του το είπα, τον ένιωθα ίσως πολύ περισσότερο απ όσο θα ήθελα γιατί έβλεπα τον Σσιάτς να φεύγει μακριά και ήξερα πως ήταν μένεις πίσω και να αρχίσεις να κουβαλάς όλο το βάρος της μοναξιάς χάνοντας την γη κάτω απ τα πόδια σου. Το ήξερα ακόμα έντονα δεκαεννέα μήνες μετά, ήταν σαν ένα χτες.
Του έδωσα το θάρρος να πάμε οπότε είχε χρόνο για καφέ γιατί ένιωσα ότι ήταν μονός. Ήξερα ότι δεν θα γινόταν καμιά φορά κι ούτε το θελα πραγματικά αλλά ένιωσα ότι έπρεπε να το πω, ίσως σαν ένα συγγνώμη που δεν καταλήξαμε στο κρεβάτι, ίσως και γιατί δεν είχα κανέναν να νιώσει την δική μου μοναξιά κι ήθελα έτσι να με συγχωρήσω που ζούσα τις δίκες μου κραιπάλες. Κι έφυγα άγνωστος όπως άγνωστος ήρθα.
Διαβάστε παρακάτω...>>
Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2010
Ο εραστής του έλληνα Αξιωματικού (2)
Ντυθήκαμε στο άψε σβήσε και βγήκαμε για ένα πότο. Είχε πάει ήδη έντεκα και δεν έλεγε να φύγει. Καταλήξαμε γι αλλαγή στην Τανγκεντε, στο μπαράκι που είμαι πια μόνιμος θαμώνας. Εκεί συνάντησα τον Πόπαϋ, ένα γνωστό μου γερμανό με το παρατσούκλι Πόπαϋ, όνομα και πράμα και την Ίνγκριντ, μια γερμανίδα γνωστή μου εδώ και μια δεκαετία. Η Ίνγκριντ ερχόταν στο σπίτι μας σαν πελάτισσα του Σσιατς και αναπτύξαμε μια σχετική αμοιβαία συμπάθεια. Ήταν μια όμορφη γυναίκα με έναν καρκίνο στο παρελθόν της που την χάραξε στην ζωη της. Ζούσε σε μια σχέση που δεν την γέμιζε αλλά αυτή η συνήθεια... Και πηδιόταν στα κρυφά με τον Πόπαϋ... Τώρα πόσο κρυφό μπορούσε να μείνει αυτό αφού συχνάζει κάποιος σ' αυτό το μπαράκι άλλο θέμα. Η διακριτικότητα εκείνο το βράδυ ήταν τόσο σημαντική γι αυτούς που τυχαία πήγαν κι οι δυο στην τουαλέτα ταυτόχρονα και τυχαία έμειναν κι οι δυο κάπου τρία τέταρτα εκεί μέσα. Ούτε δυσκοίλιοι να ήταν. Πριν εξαφανιστούν για τα δήθεν εντερικά τους γνώρισαν τον αξιωματικό και άρχισαν αυτόματα οι ερωτήσεις σωρηδόν, σ αυτόν στα σπασμένα αγγλικά και σε μένα στα γερμανικά: είμαστε μαζί, ζευγάρι, πόσο καιρό, είναι γοητευτικός και παρόμοια. Η Ίνγκριντ φανατική οπαδός του Σσιατς προσπαθούσε να με πείσει ότι ακόμα υπήρχε ελπίδα μεταξύ μας. Ένας κόμπος έκλεισε τον λαιμό μου, την κοίταξα με ένα απροσδιόριστο βλέμμα και άλλαξα θέμα. Σπάσαμε την πλάκα μας μαζί τους και με τον σύνοδο καμουφλάζ της Ίνγκριντ που ήταν πιο χαμηλών τόνων και κάπως φευγάτος από το ποτό.
Κατά τα μεσάνυχτα ο αξιωματικός αποφάσισε επιτέλους να φύγει. Ήταν ένα πολύ όμορφο βράδυ για να μαι ειλικρινής και παρόλο που ψιλογκρινιάζω ήταν μια πολύ καλή παρέα. Ήξερα σίγουρα ότι θα ξαναβρισκόμασταν και ήξερα επίσης σίγουρα ότι δεν θα ξανακάναμε σεξ.
Αποχαιρετιστήκαμε απλά προς απογοήτευση όλων των θαμώνων και έμεινα να τελειώσω το τρίτο ποτήρι κρασιού που έπινα για να την κάνω κι εγώ μετά. Εκεί ήταν ο Τούαν, βιετναμέζος με βουλγαρική υπηκοότητα κι άγνωστης φοιτητικής ταυτότητας με πρόσωπο τσιουάουα και κόμμωση ιροκί, πελάτης κι αυτός του Σσιατς, η Κάτια, μια σγουρή κοκκινομάλλα με σώμα μπαλαρίνας και πρόσωπο με φακίδες που της πρόσδιδαν ένα μαγνήτη έλξης βραζιλιάνικης καταγωγής που ξεχάστηκε να δουλεύει στην Τανγκεντε την τελευταία δεκαετία, η Νούλα, πρώην πελάτισσα του Σσιατς, ελληνίδα και ψιλογκρινιάρα, αιώνια ανικανοποίητη, ο Πούγια, ιρανός ή πέρσης, το ίδιο μου κάνει, αγνώστου ποιόντος αλλά ευχάριστος στην παρέα του, ήταν μια απαρτία ενός μεγάλου κύκλου στην Τανγκεντε εκείνο το βράδυ, αρκετά μεγάλη ώστε το πρακτορείο Ροϋτερ να ωχριά από ανικανότητα και ερασιτεχνία μπροστά τους.
Το μπαράκι είχε στιγμές που θα μπορούσα να το χαρακτηρίσω γοητευτικό. Κι αυτό το βράδυ ήταν γοητευτικό. Ο νέον φούξια φωτισμός του με τις αποχρώσεις του πορτοκαλιού, η ξάστερη νύκτα, τα γνωστά πρόσωπα διασπαρμένα σ' όλο το μπαρ, η κεφάτη μουσική ήταν στοιχεία που έκαναν το βράδυ γλυκό, ένιωσα κάπως ξέγνοιαστα, δεν το ένιωθα πολύ συχνά τελευταία αυτό το αίσθημα και κείνες τις ώρες ήμουν στ' αλήθεια ευγνώμων για κείνες τις στιγμές της χαλάρωσης και της αμνησίας.
Όταν έφυγε ο αεροπόρος, τράβηξε το παράνομο ζευγάρι στην τουαλέτα, τυχαία όπως είπαμε, κι έμεινα στη γωνιά του μπαρ μόνος μου με τον συνοδό καμουφλάζ. Στο τρίτο ποτήρι κρασί είμαι γενικώς άχρηστος, δεν μπορώ ούτε να κρίνω ούτε να αποφασίσω αλλά απ' ότι μπορούσα να δω ήταν ένας γοητευτικός τύπος. Μου χαμογέλασε διακριτικά, σήκωσα το ποτήρι μου προς το μέρος του, κι έκανε ένα σχόλιο για τους δυο που φύγαν στα υπόγεια. Με ρώτησε αν ο αεροπόρος ήταν στ' αλήθεια μόνο γνωστός μου και του απάντησα καταφατικά. Κάτι μου είπε και δεν τον άκουσα καλά, οι αισθήσεις μου ήταν περιορισμένες στο ελάχιστο κι έτσι έσκυψα προς το μέρος του να τον ακούσω καλύτερα. Όπως ήμουν σκυμμένος με το πρόσωπο στο αυτί του ένιωσα κάτι υγρό να με αγγίζει. Δεν αντιλήφθηκα τι ήταν και τραβήχτηκα κοιτάζοντας τον κατάματα. Με κοιταξε μ' ένα ύφος παιδικό, αθώο κι' ένοχο μαζί, με πήρε με τα δυο του χέρια και πέρασε την γλώσσα του σαν τρυπάνι στο στόμα μου και άρχισε να με φιλά με όλη εκείνη την αχαλίνωτη όρεξη που έλειπε από τον αξιωματικό, με πάθος ενός διψασμένου για έρωτα άντρα, με την δύναμη ενός άντρα, ενός άντρα που χρειαζόμουν εκείνη την στιγμή ξανά, εκείνο το βράδυ, στην ζωή μου εκείνη. Δεν αντιστάθηκα καθόλου (αυτό έλειπε κιόλας) ξεχνώντας ότι βρισκόμουν στην Τανγκεντε κι ότι η Τανγκεντε είναι ένα στρέητ μπαρ.
Τον άφησα να με παρασύρει στο πάθος του κι έγινα απλά ένα άβουλο κορμί στα χέρια του (και το απολάμβανα). Με φιλούσε ασταμάτητα όπου έβρισκε, ένιωθα τα χέρια του να ψαχουλεύουν το κορμί μου, να μπαίνουν παράνομα στο παντελόνι μου, μπροστά πίσω ψάχνοντας ότι υπήρχε για να ψάξει κι έπαιρνα κι εγώ θάρρος να κάνω το ίδιο, αψηφώντας τον χώρο που είμαστε. Ο Ποπαϋ και η Ίνγκριντ ήταν ακόμα στις τουαλέτες, εγώ κι ο άγνωστος σ' έναν χορό, μια λαίλαπα με τα κορμιά μας να εμποδίζονται μόνο απ τα ρούχα που τα κάλυπταν και... όλη η Τανγκεντε να παρακολουθεί το ζωντανό πορνό που εξελισσόταν παρουσία όλων των θαμώνων. Δεν είχα συνειδητοποιήσει τι κάναμε γιατί για μένα ήταν ο τρόπος ζωής μου, εκτός μόνο από το γεγονός ότι δεν είμαι δημόσιος τύπος, δεν υπήρξα πότε δημόσιος τύπος, μου άρεσε η ιδιωτική μου σφαίρα. Αλλά το έρημο το κρασί έφταιγε για όλα. Έφταιγε που ξεπαρθένεψα την Τανγκεντε, το μπαράκι από την παράδοση του στρεητιλικιού δεκαετιών και έζησε το πρώτο γκέι μπαλαμούτιασμα στην ύπαρξη της.
Γύρω στις μια το πρωί τελείωσε το πανηγύρι. Ο άγνωστος, Φλο τον έλεγαν (ίσως να πήγαζε απ το Φλώρος κάτι που δεν τον αντιπροσώπευε η απ το Φλιπ Φλοπ), με έκανε Θεό με τα λόγια του, μου έταξε τον κόσμο όλο, ήθελε να με έχει για πάντα δίπλα του αλλά... χρειαζόταν κάποιο λίγο διάστημα να επεξεργαστεί τον χωρισμό με...την γυναίκα του. Παρόλο το κρασί αυτό το είχα πιάσει: γυναίκα του. Ούτως και εστιν ότι δεν θα τον ξανάβλεπα έστω κι αν ορκιζόταν ότι δεν θα με έχανε γιατί ήμουν κάτι το ιδιαίτερο. Ήμουν απ αυτά τα ιδιαίτερα που την επόμενη θέλει ο άλλος να ξεχάσει γιατί βασικά είναι στρεητ. Έχω φάει εγώ τέτοιους με το κουταλάκι...
Το βράδυ ολόκληρο ήταν μια φανταστική εμπειρία: η γνωριμία με τον ελληνα αξιωματικό, η εμπειρία μου μαζί του, ο Φλο με το στόμα και τα χέρια του...
Την επόμενη όλη η Ποντστρασσε ήταν ενημερωμένη για το συμβάν. Δεν χρειάστηκε να πω τίποτε. Κατά το απόγευμα πέρασα μαζί του από κει με κατεύθυνση την πλατεία και ήταν όλοι εκεί και άλλοι μαζί και περίμεναν το θέαμα... Αυτή είναι η Τανγκεντε, αυτό είναι το χωριό που είμαι θάφτηκα για ένα μπουκάλι αδειανό, για έναν Σσιατς...(λίγο μελό χρειάζεται...)
Η εμπειρία μου ήταν ανεκτίμητη. Τον αξιωματικό τον ξανάδα λίγες φόρες, κάναμε αρκετά μαζί άλλα ποτέ ξανά σεξ. Λίγες μέρες αργότερα έφυγε για την Ελλάδα κι ο Φλο εξαφανίστηκε σαν να μην υπήρξε ποτέ.
Η ζωή στο Άαχεν πήρε ξανά τον κανονικό της ρυθμό. Και οι αναμνήσεις ξαναζωντάνεψαν σαν μην είχαν φύγει ποτέ...Τα πάντα ρει...
Διαβάστε παρακάτω...>>
Ο εραστής του έλληνα Αξιωματικού (1)
Κοίταξα την ημερομηνία της τελευταίας ανάρτησης και εκπλάγηκα από το χρονικό διάστημα που έχει περάσει από τότε.Ενώ το μπλοκ είναι αναπόσπαστο μέρος της σκέψης και της επικοινωνίας μου προς τα έξω κάτι άλλο πιο δυνατό απ την επιθυμία της επικοινωνίας με καθηλώνει ανήμπορο να συγκεντρωθώ να γράψω αυτά που ζω, αυτά που νιώθω δημιουργικά: η ενδογενής κατάθλιψη μου. Απ' την τελευταία μου ανάρτηση μέχρι σήμερα έζησα ξανά μια φάση ακινησιακής κατάθλιψης που με καθήλωσε με όλη την έννοια περίπου τρεις βδομάδες σαν κολόνα άλατος αδύναμος να καν να σκεφτώ και να δω εκτός απ' το σκοτάδι του μυαλού μου.
Μετά που έφυγε ο Σσιατς απ τη ζωή μου οι φάσεις της μανίας και της θλίψης έχουν πολλαπλασιαστεί. Είχα χρόνια να ζήσω τέτοια συχνότητα, ίσως και από τότε που πολεμούσα φανατικά σαν Ταλιμπάν την σεξουαλικότητα μου. Είναι εξαντλητικό όταν ζω αυτές τις περιόδους, σταμάτα η ζωή και παράλληλα φεύγει ο χρόνος αχαλίνωτα γερνώντας με, χάνοντας κάθε ευκαιρία να ανακτήσω έλεγχο της ζωής μου. Ακόμα και τώρα που γράφω αυτό το κείμενο, συνειδητοποιώ πόση δύναμη χρειάζομαι να συγκεντρωθώ και να βάλω τις σκέψεις και τις αναμνήσεις σε μια συνοχή γιατί βρίσκομαι πάλι σε παρόμοια φάση. Οι αναμνήσεις, οι εικόνες απ' τα περασμένα, καλά η κακά ξαναβγαίνουν πάλι στην επιφάνεια και με κυριαρχούν. Δεν με παραλύουν όπως πριν από μήνες η όπως την αρχή άλλα μου δημιουργούν μια μελαγχολία, μια πεθυμιά για τα περασμένα, για την μοναδική ζωή που είχα, καλή η κακή. Τελικά όλοι ζώα μιας συνήθειας είμαστε, και την λατρεύουμε την συνήθεια όσο κι αν μας γαμά αυτή...
Τα πάντα ρεί, τελείωσε και κείνη η φάση, άρχισε η άλλη, περνώ την επόμενη άλλα στέκομαι, είμαι όρθιος και περπατώ, είναι κάτι κι αυτό...
Τις μέρες της ανάρρωσης κάθισα σχεδόν αυτονόητα πια στο ίντερνετ και σκότωνα την ώρα μου έχοντας μη άλλο δημιουργικότερο να κάνω. Κι εκεί, στην αναζήτηση δολοφόνου της ανίας μου τον βρήκα, ένα προφίλ ελληνικό μη γερμανόφωνου εδώ στην περιοχή μου να αναζητά παρέα.
Κοίταξα το προφίλ, δεν είχε φωτογραφία προσώπου πάρα μόνο του μισού σώματος του και δεν ήταν ευκαταφρόνητο.
Αρχίσαμε συζήτηση, γενικά και χαλαρά, δεν έψαχνε σεξ, ούτε κι εγώ, κι έτσι η επικοινωνία μας δεν ήταν φορτισμένη από την πίεση της υπέρμετρης τεστοστερόνης που κάνει το αρσενικό ανίκανο να σκεφτεί ρεαλιστικά και αντικειμενικά.
Δεν λέγαμε και τίποτα ουσιώδες, ήταν μια ευχάριστη επαφή και χωρίς να το αντιληφθώ πέρασε αρκετή ώρα. Κλείσαμε την κουβέντα γιατί είχε ήδη πάει αργά και κάναμε ένα ραντεβού για την επόμενη το απόγευμα στο Άαχεν. Δεν είχα δει ακόμα την φωτογραφία του προσώπου του και σεβάστηκα την επιθυμία του να μείνει αρχικά άγνωστος γιατί η εργασία του στη στρατιωτική βάση του Νατο που είναι στην περιοχή μου δεν επέτρεπε τέτοιου είδους περιπέτειες. Αν και έχω ήδη ξεπεράσει την ηλικία και τον ενθουσιασμό που προκαλεί σε μας τους γκέι η στολή παντός είδους (τι φετίχ κι αυτό πια) δεν μπορώ να μην ομολογήσω ότι δεν μου κίνησε την περιέργεια και την φαντασία. Το 'χουμε αυτό εμείς: δος μας στολή και πάρε μας την ψυχή. Πρότυπο που δημιουργήθηκε όταν μεσουρανούσε η ντίσκο από τους Village People αλλά και τα πλέον γραφικά σκίτσα του Τομ οφ Φίνλαντ, όλοι από τότε κληρονομήσαμε ένα γονίδιο που μας κάνει φανταζόμαστε κάθε στολή σαν τον γαμίκουλα του αιώνα...
Επόμενη το απόγευμα. Πήρα μήνυμα του ότι πάρκαρε στο πάρκο δίπλα απ το διαμέρισμα μου. Ήταν ένα από τα ηλιόλουστα απογεύματα του ααχενέζικου φθινοπώρου κι' ένα από τα τελευταία ίσως γι αυτή την εποχή. Ήταν λίγο ψύχρα αλλά με ένα καλό μακρομάνικο, ένα σακάκι εποχής και γυαλί ηλίου ήμουν εξοπλισμένος για έναν καφέ στην κεντρική πλατεία του Άαχεν. Κατέβηκα απ' το σπίτι με τα πόδια προς το πάρκο. Δεν ήξερα πως να τον αναγνωρίσω άλλα έχοντας το κινητό μαζί μου δεν πανικοβλήθηκα. Όπως προχωρούσα τον δρόμο προς τα κάτω στο πάρκο είδα μια οπτασία να έρχεται από απέναντι μου, ο Τομ Κρουζ από σκηνή του Τοπ Γκαν, κατεβαίνοντας από το πολεμικό αεριωθούμενο φορώντας τα κλασσικά πια γυαλιά Ρέι Μπαν και το επίσης κλασσικό μπουφάν πιλότου. Για ακόμα μια φορά μου πιάστηκε η αναπνοή. Κτυπήσαμε εξάρι του λόττο Γκρηκστορης. Πήρα ύφος Κελλυ ΜακΓκιλλις, κουλαριστός, αυστηρός αλλά φιλικός και προχώρησα στον Τομ, περίεργος αν κι από κοντά ήταν τόσο εντυπωσιακός όσο απ την απόσταση. Φτάνοντας σε απόσταση αναπνοής μου άπλωσε το χέρι και με χαιρέτισε. Νοτ μπαντ, σκέφτηκα, καθόλου μπαντ μάλιστα. Είχε ένα ύποπτο χαμόγελο διάρκειας σχηματισμένο στο πρόσωπο του, τόσο συνεχόμενο και διαρκές που αναρωτήθηκα σε μια στιγμή αν είχε κάνει περισσότερο μπότοξ από το επιτρεπόμενο και του 'μεινε αήπην. Όμως καμμιά σχέση η σκέψη με την πραγματικότητα. Προχωρήσαμε μαζί προς την πλατεία, ένας περίπατος δέκα λεπτών. Σε αυτά τα δέκα λεπτά με κυριάρχησε μια διάροια λόγου από την αμηχανία και τον περιέλουσα με αναρίθμητες ερωτήσεις. Ένιωθα παράλληλα πολύ βλάκας που έκανα αυτόν τον σχεδόν μονόλογο με ρυθμό πολυβόλου αλλά είναι κάτι που με καταβάλει πάντα όταν νιώσω υπέρμετρη αμηχανία λόγω απίστευτης τύχης! Αυτός συνέχιζε στωικά να χαμογελά μέχρι που σκέφτηκα να τον χαστουκίσω για να του φύγει το διαρκές χαμόγελο αλλά παραμέρισα κι αυτή την σκέψη. Δεν ήταν ότι το χαμόγελο ήταν άσχημο, αντίθετα ήταν πολύ αρρενωπό και γοητευτικό αλλά πόση ώρα κι αυτό πια. Ήταν κλάσματα στιγμών που είχα την εντύπωση ότι μιλούσα σ' ένα κέρινο ομοίωμα της Τυσσώ αλλά μετά βλέποντας ότι τουλάχιστον τα δάκτυλα του αποδύκνειαν μια κίνηση που έφευγε ξανά αυτή η λανθασμένη εντύπωση.
Καθίσαμε στην πλατεία έξω, με το ήλιο να βρίσκεται στην δύση του και ήταν στα αλήθεια μια απ τις ωραίες στιγμές του Άαχεν σ' αυτήν την πλατεία κι αυτή την εποχή. Πλατειάζαμε κουβεντιάζοντας κι ανάμεσα στα' άλλα μου φανέρωσε ότι ήταν αξιωματικός της ελληνικής αεροπορίας και βρισκόταν εδώ σε μια εκπαίδευση. Επιβεβαιώνοντας την υποψία μου, ίσως και την κρυφή μου ελπίδα ότι ήταν στρατιωτικός και μάλιστα αξιωματικός ... ερεθίστηκα. Αμάν ρε Γκρηκστορης, αφού είπαμε ότι εσύ δεν ανήκεις στα κλισέ, ηρέμησε πια. Αλλά δεν καταλάβαινα τίποτα. Είχα να μπαλαμουτιαστώ με στολή από τον καιρό που την φορούσα εγώ, νομίζω τουλάχιστον, κι όσο να μην ανήκω στα κλισέ, ένα βαθμό ερεθισμού τον έφερνε μαζί της η στολή, ανάθεμα τα μου μου ε.
Έκανα φοβερή προσπάθεια να μην έρθει η συζήτηση στο θέμα σεξ. Ήταν κάτι διαφορετικό να κουβεντιάσω πρώτα με κάποιον πριν πηδηχτώ μαζί του. Στις πλείστες περιπτώσεις βρισκόμαστε, αρπαζόμαστε, πηδιόμαστε και μετά γίνεται η γνωριμία: αυτό δεν είναι κλισέ ούτε σκηνή από έργο άλλα μια πικρή η και πικρόγλυκη ακόμα πραγματικότητας της ζωής μας. Με έπιασα στα πράσα να απολαμβάνω την απλή συζήτηση γιατί κατά κύριο λόγο μου είχε λείψει εκείνη την εποχή κάπως μια επαφή με ελληνόφωνα γκέι, με κάποιον του ίδιου είδους ζωής που να μην είναι αμοιβάδα (άλλο κι αυτό τώρα) άλλα και μια κουβέντα χωρίς θεματοφυλάκιο. Αναζήτησε παρέα χωρίς θεματοφυλάκιο και την βρήκε μαζί μου και ήταν μια εμπειρία σχεδόν πρωτόγνωρη για τα δεδομένα μου. Τον παρατηρουσα ολη την ωρα διακριτικα και δεν μπορουσαν να αποφασισω αν μ' αρεσε η οχι. Ειχε κατι παιδικο στο προσωπο του, και στην εμφανιση του, του ελειπε η αντρικη αγριαδα του στρατιωτικου, η επιβλητικη παρουσια, η εντονη προσωπικοτητα. Τον εβρισκα γοητευτικο αλλα και αδιαφορο, ηταν ενδιαφερον αλλα και παλι ανιαρος, καπου χαιρομουν που βρεθηκαμε ετσι απλα χωρις το βαρος της ευθυνης ενος πηδηματος. Η περιεργεια υπηρχε βεβαια αλλα δεν ηταν κατευθυντηρια δυναμη. Ηταν απλα εκει και ουδετερη.
Καθίσαμε αρκετή ώρα, είχαμε ακόμη θερινό ωράριο και το απόγευμα της Ευρώπης είναι μεγάλο και φωτεινό (αν έχουμε τύχη της ηλιοφάνειας). Είχε πάει εννιά το βράδυ και έπρεπε να φύγω αλλά λυπόμουν να τον αφήσω μόνο του, δεν έδειχνε κιόλας σημάδι ανυπομονησίας να φύγει (γαμώτο – είναι κι αυτό ένα άλλο χαρακτηριστικό: γνωρίζω τον άλλο πλατωνικά και δεν με εξιτάρει μετά η οποιαδήποτε προοπτική να κάνω κάτι μαζί του γιατί γνώρισα πρώτα την ανθρώπινη του πλευρά κι 'όχι την ενστικτώδη συμπεριφορά του στην αναπαραγωγή. Τι λόξα κι αυτή...). Τον κάλεσα να 'ρθει μαζί στο σπίτι αφού έπρεπε να δουλέψω για κανένα μισάωρο με την προοπτική μετά να συνεχίσουμε για ένα πότο. Δεν αρνήθηκε (πάλι γαμώτο...ψιλοβαριόμουνα, πόση κουβέντα πια φτάνει) και με ακολούθησε στο σπίτι.
Ξάπλωσε στον τρίμετρο μου καναπέ, έβγαλε πρώτα τα παπούτσια, επιτέλους είχε βγάλει και το γυαλί και το διαρκές χαμόγελο κάπου έγινε μια σταθερά στο πρόσωπο του και τον άφησα να ακούει μουσική ενώ είχα πάει στο δωμάτιο δίπλα με τον υπολογιστή για να δώσω κάποια δεδομένα. Δεν ένιωθα πολύ άνετα, μου έβγαινε το φιλοξενικό μου και τον ρωτούσα κάθε τρία δευτερόλεπτα αν ήταν εντάξει, αν χρειαζόταν κάτι κου λου που αλλά δεν ήθελε τίποτε, ήταν πολύ ολιγαρκής. Άρχισε να με κυριαρχεί η περιέργεια πως θα ήταν στο κρεβάτι. Ήταν και κάπως παράξενο να μην ήθελε σεξ... του πούστη δηλαδή, υπάρχει γκέι που να μην θέλει πότε σεξ μ έναν άγνωστο; Αν υπάρχει θέλω να τον γνωρίσω...
Τελείωσα την δουλειά μου και πήγα στο σαλόνι, κάθισα δίπλα του και συνεχίσαμε την κουβέντα. Πόση κουβέντα πια. Έβγαλε μαλλί η γλώσσα μου. Πότε θα με πηδήξει επιτέλους; Κι επιτέλους με πλησίασε, μου χάιδεψε το κεφάλι και κόλλησε τα χείλη του στα δικά μου. .....Αυτό ήταν; Που ήταν το σκίρτημα που έπρεπε να νιώσω καθώς ο Τοπ Γκαν με χάιδευε και με φιλούσε; Που ήταν το πάθος του φιλήματος, η μανία, η αχαλίνωτη όρεξη; Όλα αυτά δεν ήταν εκεί, που ηταν δεν ξερω παντως εκει οχι. Το μόνο που ήταν εκεί ήταν ένα ξενέρωμα. Τι να έκανα; Ήταν φιλοξενούμενος μου κι έλληνας... δεν μπορούσα να του φερθώ όπως σ 'έναν Γερμανό. Θυσιάστηκα λοιπόν στον βωμό της φιλοξενίας και πηδήχτηκα μαζί του. Αν διάβαζα κατά την διάρκεια του πηδήματος Τολστόι θα ήταν πιο οργασμικό από το να τον αφήσω να με πηδήξει. Από την άλλη ήταν γλυκός, ήταν τρυφερός και η παρέα του ήταν πολύ ευχάριστη. Δεν ήταν ανάγκη να ήταν και το σεξ καλό (δεν αντιπροσωπεύω αυτή την πεποίθηση βέβαια φανατικά αλλά να λέμε). Τελειώσαμε με χίλια ζόρια (τι βάσανο) και τον επαίνεσα για την απόδοση του (εδώ έπρεπε να πέσει κεραυνός να με κάψει). Πάνω στον έπαινο παραδέκτηκε με μια αθωότητα ότι είναι γενικά γνωστό ότι είναι θερμόαιμος κι εκεί πια το βούλωσα γιατί δεν υπήρχε τίποτε άλλο να προσθέσω. Διαβάστε παρακάτω...>>
Δευτέρα, 9 Αυγούστου 2010
Κακό σεξ η καθόλου σεξ;
Δυο εβδομάδες τώρα άρχισε μια αποξυλαγγουροποίηση. Οι συγκυρίες είναι έτσι που προς το παρόν δεν μπορούμε να βρεθούμε. Κάτι οι εντάσεις που έχει με τον σύντροφο του, κάτι η καινούργια του δουλειά, κάτι ότι είναι και κάπως αργόστροφος να την η σαλάτα της αποξυλαγγουροποίησης.Γεγονός είναι ότι ακόμα δεν ξέρω κατά πόσο το Ξυλάγγουρο θέλει το ίδιο από μένα όπως εγώ από αυτόν, βασικά αν έχει την ίδια καύλα με μένα όπως εγώ γι αυτόν. Προσπαθώ να με πείσω πως έτσι είναι αλλά αν αληθεύει η όχι μόνο το Ξυλάγγουρο το ξέρει. Έτσι η απουσία του έκανε τον πόθο μου ακόμη μεγαλύτερο, δηλαδή η κατάσταση στο κεφάλι μου αλλά και στο κορμί μου έγινε αφόρητη.
Έχω πάθει εγκεφαλικό και σεξουαλικό τραλαλά γιατί από τον τότε που γεύτηκα ξυλάγγουρο δεν θέλω τίποτα η σχεδόν τίποτα άλλο στο διαιτολόγιο μου έκτος από το ζαρζαβατικό. Η απουσία του όμως με έχει στείλει, η αποτοξίνωση είναι πολύ άσχημη.
Έβαλα σε ισχύ το σχέδιο Β, δηλαδή ξέσκισμα με άλλους για να κατευνάσω τον εθισμό μου. Όταν όμως αναζητείς κάτι τόσο έντονα, τόσο παθιασμένα συνήθως πετυχαίνεις μόνο το αντίθετο αποτέλεσμα. Αυτή η άποψη είναι κάπως μοιρολατρική είναι όμως κι εμπειρικά αποδεδειγμένη. Μπήκα στην λαίλαπα της αναζήτησης προσωρινής ικανοποίησης για να ξεχάσω προσωρινά το Ξυλάγγουρο. Όσο αναζητούσα τόσο δεν έβρισκα. Μοιρολατρικό η όχι αυτό ήταν γεγονός.
Άρα μπρος στο ίντερνετ και στα πάρκα προς κατάσβεση πυρκαγιάς. Το ίντερνετ ήταν μάλλον αδιάφορο για τις ανάγκες μου. Ξαφνικά και χωρίς λόγο έγινα για τον καθένα αδιάφορος. Καθόμουν με τις ώρες μπροστά στην οθόνη και περίμενα μήνυμα πρώτα από το Ξυλάγγουρο, που μου απαντά κάθε πέντε ώρες μια φορά και μετά από τον οιονδήποτε που είχε υποθετικά τις ίδιες ανάγκες με έμενα. Αλλά προφανώς σε ολόκληρο τον διαδικτυακό κόσμο ήμουν ο μοναδικός που είχε καύλες.
Τις ώρες μπροστά από την οθόνη του υπολογιστή τις περνούσα για δυο λόγους: αφ ενός γιατί έγραφα αιτήσεις και έψαχνα για δουλειά λόγω του ότι είμαι ξαφνικά άνεργος άδω και μια εβδομάδα (το ένα καυλί μετά το άλλο στην ζωή μου) και αφ ετέρου γιατί τρωγόμουν λόγω του Ξυλάγγουρου. Κι όσο δεν απαντούσε το Ξυλάγγουρο τόσο έμενα εγώ κολλημένος μπροστά από την οθόνη περιμένοντας πηνελοπηκώς. Κάθε τρία λεπτά έκανα ανανέωση της σελίδας μήπως έχανα κάποιο μήνυμα του. Έφτασα στο σημείο να πηγαίνω για καφέ η για ποτό στην Τανγκέντε με το iPhone συνέχεια αναμμένο και με τον ίντερνετ να τρέχει μήπως μου στείλει κανένα μήνυμα και δεν ήμουν πάρων για την παραλαβή. Μου μιλούσαν οι φίλοι και γνωστοί με τους οποίους είχα κανονίσει να βρεθώ και κάθε τρία δευτερόλεπτα κοιτούσα το μαραφέτι για να ελέγξω αν είχα μήνυμα. Τόσο ακοινώνητος και χωριάτης είχα να γίνω από τον καιρό που έφτυνα αίμα για τον Σσιάτς. Δεν μπορούσα να αντέξω τον εαυτό μου άλλο πια. Έγινα αφόρητος, τόσο για μένα όσο και για τους άλλους που ήταν γύρω μου. Με απεχθανόμουν. Αλλά πάνω από όλα ίσχυε το Ξυλάγγουρο. Ξυλάγγουρο ούμπερ άλλες όπως και οι αγαμίες.
Αφού με το ζόρι κρατιόμουν πίσω να μην κάνω ιντερνετικές σκηνές ζηλοτυπίας, άφηνα το ίντερνετ να τρέχει να κόμβος του Σι Εν Εν και αμολήθηκα στα πάρκα, λάθος, στο πάρκο, γιατί ένα το έχουμε όλο κι όλο κι ένα νεκροταφείο είναι πιο ζωντανό απ αυτό το πάρκο. Αλλά καλοκαίρι εποχή ίσως κάποιος μεθυσμένος να παραπατήσει καθ οδών προς στο σπίτι του...
Ένα βράδι, μετά από μια σειρά βραδιών εντεταμένης ξηρασίας φάνηκε να μου χαμογέλα η τύχη. Εκεί στο περίφημο πάρκο, δίπλα απ το σπίτι μου (μετά τον χωρισμό κάποιους μήνες μετακόμισα στο διπλανό κτίριο κι αρά έμεινα στην ίδια περιοχή, κάτι όχι και τόσο σοφό) ξεχάστηκε μια σκιά, κι αυτή να περιμένει πηνελοπηκώς κάποιον σπαρκωμένον για να αποπιεστεί.
Έτριψα τα χέρια μου διαβολικά νοητικώς για το θήραμα κι αφού έβαλα ύφος κυνηγού και τα γνωστά που τα χουμε πει τόσες φόρες τώρα, πλησίασα την απελπισμένη σκιά. Μετά το αρχικό ψαχούλεμα, έπεσε στα γόνατα της και άρχισε εργολαβία. Αλλά ωιμέ! Τι την ήθελε την εργολαβία; Και ρωτώ: Αφού άνθρωπε μου δεν ξέρεις να χρησιμοποιείς το στόμα σου με τις γνωστές προδιαγραφές, γιατί το χρησιμοποιείς ολωσδιόλου; Γίνεσαι έτσι δημόσιος κίνδυνος, ευάλωτος για αγωγή λόγω επίθεσης και σωματικής βλάβης. Γιατί η σκιά δεν ήξερε να καλύψει τα δόντια της με τα χείλη της και κατά την διάρκεια της αφοσιωμένης της εργολαβίας μου έκανε το μόριο σαν κιμά από τις εκδορές. Του είπα λίγες φορές «όχι με τα δόντια» αλλά αυτός το βιολί του. Όταν έγινε η κατάσταση αφόρητη, τον άφησα κακήν κακώς, του είπα για την μάνα του στα ελληνικά για να μην κάνω βραδιάτικα καβγά και πήγα στο σπίτι εκνευρισμένος και προ πάντων σαν θύμα μάχης. Έπεσε μπετατίν καταρράκτης και κάθισα στον τρίμετρο μου καναπέ να ηρεμήσω από την πολύ άσχημη εμπειρία της νύκτας.
Με το ηθικό πεσμένο άρχισα την ίδια διαδικασία απ την αρχή λίγες μέρες μετά. Το ένα μπουκάλι μπετατιν είχε αδειάσει, η κατάσταση καλυτέρεψε, σχεδόν επήλθε ίαση, αγόρασα για ασφάλεια ένα δεύτερο μπουκάλι μπετατιν και βγήκα ξανά στην πιάτσα. Λίγο μετά την είσοδο μου στο παρκάκι της γειτονιάς είδα κάποιον να κοντοστέκεται κάτω απ το φως της λάμπας. Η εμφάνιση ανδροπρεπέστατη και σωματική του διάπλαση κάτω από το φως της λάμπας επίσης προκλητική. Με είδε, δηλαδή την σκιά μου κι ότι φαινόταν απ τις παρυφές του φωτός καθώς στεκόμουν μισός στο σκοτάδι και μισός στο φως, μου έκανε ανεπαίσθητο μήνυμα με τα μάτια να τον ακολουθήσω και ούτως έπραξα. Έπεσε πάλι το κλασσικό ψαχούλεμα. Άνοιξε το παντελόνι και μαζί του το κουτί της Πανδώρας. Τι καντεμιά ήταν αυτή; Ολόκληρος άντρακλας, σωματάρα σκέτη και με έναν εξοπλισμό κατάλληλο μόνο για παιγνίδι νηπιαγωγείου. Έδινε καινούργια σημασία στην λέξη φίφα: φιφάρα! Σαν να ήταν επιδημία αυτές τις μέρες το γονάτισμα άλλα σε αυτή την περίπτωση και λύτρωση από την αφή της φιφάρας, έπεσε αυτόματα στα γόνατα και άρχισε την επεξεργασία. Ξανά ωϊμέ! Αυτός ήταν χειρότερος από τον προηγούμενο τις προάλλες. Αυτός βρισκόταν στην φάση του μασήματος τσίχλας. Δέκα δευτερόλεπτα μετά κατάφερε να καταστρέψει ότι θεράπευσε το μπετατιν τις προηγούμενες μέρες. Του έπιασα το κεφάλι με τα δυο χέρια, σχεδόν οξύθυμα, τον απομάκρυνα με το ζόρι από κοντά μου. Κουμπώθηκα κι έφυγα έτοιμος να πλακώσω στο ξύλο τον επόμενο που θα βρισκόταν μπροστά μου. Η ατυχία μου δεν είχε όρια. Ξανά στο σπίτι, ξανά πλύσεις και επαλείψεις και ασυνουσίας συνέχεια.. Άρχισα να πετώ πέτρες. Αυτή δεν ήταν καντεμιά, ήταν πια ελληνική τραγωδία.
Δυο τρεις μέρες μετά κι αφού οι ορμόνες μου ήταν πολύ πιο πάνω από το ζενίθ, ήμουν ξανά και ακόμα στο ίντερνετ όταν κάποιος μπάϊ (από το bisexual) άρχισε συνδιαλλαγή μαζί μου. Για τον ορισμό και μόνο, οι σημερινοί μπάϊς δεν είναι η εικόνα του τριτοκοσμικού, οθωμανικού, λατινοαμερικάνου η και Αφρικανού γαμιά, άγριου χωριάτη, βουκόλου που επειδή τη συγκεκριμένη στιγμή δεν έχει γυναικείο όργανο στην διάθεση του, διαλέγει μοιρολατρικά τον αντρικό πρωκτό , που με άγριες ή και με άτσαλες κινήσεις σε βάζει κάτω και σου αλλάζει τα φώτα σε στυλ βιασμού. Αυτή η εικόνα είναι περισσότερο ένα μύθος, που ίσως να δημιουργήθηκε και εθελοντικά από εμάς τους γκέι με κάποιον ευθυποθισμό, σίγουρα βασισμένος σε κάποιες μεμονωμένες ιστορικές πραγματικότητες άλλα δεν είναι η γενική και η αντιπροσωπευτική εικόνα του μπάϊ. Ο σημερινός μπαϊ είναι δήθεν: καταπιεσμένος γκέι ή γκέι της ντουλάπας, που ακόμα έχει πάρε δώσε σεξουαλικό με γυναίκες γιατί είτε κρύβει εθελοντικά την σεξουαλικότητα του είτε ακόμα δεν την έχει δεκτή συνειδητά. Υπάρχει και η εκδοσή του μπάϊ που έχει ήδη παντρευτεί, έκανε παιδί βρίσκεται στον χωρισμό η μόλις έχει χωρίσει. Στο ψάξιμο του συμπεριλαμβάνει και τους γκέι αλλά περισσότερο με την μορφή του θηλυπρεπούς γκέι η ακόμα και τραβεστί, γιατί θέλει οπτικά ακόμα να ξεγελά τον εαυτό του ότι του αρέσουν οι γυναίκες. Το αποτέλεσμα είναι σε όλες τις μορφές το ίδιο: σε κάποια στιγμή δέχονται όλοι την σεξουαλικότητα τους. Η αμφισεξουαλικότητα στους άντρες είναι ένα παροδικό φαινόμενο, με την ομοφυλοφιλία να υπερισχύσει τις πλείστες φόρες την μεταβατική φάση. Ενώ στις γυναίκες είναι η αμφισεξουαλικότητα μια εντελώς διαφορετική άλλα αυτόφωτη φάση που μπορεί και να συνυπάρξει με την ετεροφυλόφιλη τους πλευρά.
Ένας τέτοιος μου μίλησε στο ίντερνετ. Αφήνω τα προκαταρκτικά ανείπωτα, γιατί είναι σχεδόν πάντα τα ίδια. Μέτα από μια σύντομη συνομιλία αποφασίστηκε συνάντηση. Για στατιστικούς λογούς αναφέρω ότι του συγκεκριμένου μπαϊ του μίλησα με το επίσημο μου προφίλ στο ίντερνετ και με απόρριψε λέγοντας μου ότι του είμαι πολύ αρρενωπός. Μου μίλησε ο ίδιος στο ας το πούμε fake προφίλ μου, που έχει πολύ πιο αρρενωπές και macho φωτογραφίες και αυτό δεν τον εμπόδισε από το να επιθυμεί συνάντηση. Άβυσσος οι καύλες του αρσενικού!
Ευτυχώς έμενε σε απόσταση δευτερόλεπτων από μένα έτσι βρέθηκα σε χρόνο ντε τε κοντά του. Μου άνοιξε την πόρτα και συνειδητοποίησα ακόμα μια φορά πως ζούμε όλοι μέσα στο ψέμα. Η σωματάρα της φωτογραφίας είχε ήδη χαλαρώσει και το ύψος είχε κάπως μειωθεί.
- Γκρηστόρης, σκέφτηκα, σκάσε και κολύμπα. Έχεις υπέρμετρες ανάγκες.
Με υποδέχτηκε φορώντας την ρόμπα του μπάνιου και κρατώντας μια μπίρα στο χέρι. Καθίσαμε στον καναπέ, άνοιξε την ρόμπα… και ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Ακόμα μια φιφαρα με περίμενε θριαμβευτικά γυμνή και φρεσκοπλυμένη. Δεν άντεχα άλλο πια αυτή την κατάρα που με κυνηγούσε. Γιατί εμένα; Γιατί;
Αντί να προσπαθήσει να μου προσφέρει τη φιφάρα του, ξάπλωσε χωρίς κουβέντα αφού προηγούμενα με έγδυσε και πρόσφερε το στόμα του για τα περαιτέρω. Έκλεισα τα μάτια και περίμενα ούτε κι εγώ ξέρω τι. Κι άρχισε ξανά το βασανιστήριο με τα δόντια. Δεν το πίστευα. Είχαν όλοι έξοδο απ τον ζωολογικό κήπο; Ήταν όλοι πεινασμένοι; Είχε στο Άαχεν επίσκεψη αντιπροσωπείας καννιβάλων και ζουλού; Τι στο καλό είχα πάνω μου σαν μαγνήτη και έλκυα όλους του άσχετους στα στοματικά; Δεν ήταν δυνατόν, άλλα όντως πραγματικό! Άγγιξα τα όρια της σχιζοφρένειας. Τον παράτησα κι αυτόν, κουμπώθηκα ξανά ακόμα μια φορά κι έκανα να φύγω. Εκεί με σταμάτησε και άρχισε να μου εξιστορεί ότι μόλις χώρισε απ την γυναίκα του, έχει ένα τετράχρονο παιδί κι ότι είμαστε και οι δυο ενεργητικοί και γι αυτό δεν ταιριάζουμε. Δεν ήμουν σίγουρος αν αυτό που άκουσα ήταν αποτέλεσμα της σχιζοφρενικής φάσης που μόλις μπήκα ή πραγματικότητα. Ότι και να ταν πάντως ήταν ότι χρειαζόμουν για να κλείσω την βραδιά με αξιοπρέπεια χωρίς οπωσδήποτε να προσβάλω τον απέναντι μου.
Πήγα σπίτι με απάθεια. Αντιλήφθηκα ότι αυτό ήταν. Δεν έχει πια κάλο σεξ, δεν έχει άλλο Ξυλάγγουρο, υπάρχει μόνο κακό σεξ. Μου ήταν ασαφές τι ήταν χειρότερο: κακό σεξ η καθόλου σεξ; Αναλογίζοντας τις ψυχοσυναισθηματικές μου αντιδράσεις ολόκληρης της βδομάδας που έζησα έφτασα στο συμπέρασμα ότι καθόλου σεξ είναι πιο υγιές τόσο από νευρολογικής όσο κι από σωματικής άποψης. Το κακό σεξ μπορεί να σπρώξει σε φόνο. Αν όχι φόνο σίγουρα να προκαλέσει σωματική βλάβη στον απέναντι. Άρα αποφασίστηκε αποχή. Αν όχι δια παντός τουλάχιστον μέχρι να βρεθεί ο κατάλληλος γαμιάς. Έχει γίνει κι αυτός σπάνιο είδος.
Ή έγινα εγώ απλά σκυλοπαράξενος.... ;
Διαβάστε παρακάτω...>>
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)








