Αναγνώστες

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2008

Η κάθοδος του Ορφέα (7) – ...και χείραν κείνει

Χρονική στιγμή: Καλοκαίρι 2007
Διάθεση τότε: Απόγνωση, θυμός, οργή, απελπισία.


Το σαρανταοκτάωρο το ακολούθησαν εβδομήντα δύο ώρες ηρεμίας, μιας ανήσυχης ηρεμίας χωρίς να έχω πιστέψει για μια στιγμή ότι στο μυαλό του αντιλήφθηκε τον κατήφορο που κατρακυλά. Ηρέμησε προσωρινά αφού επιβεβαιώθηκε ότι δεν θα τον πετάξω έξω απ’ την πόρτα, στο δρόμο μόνο του να τον εγκαταλείψω, χάρηκε ολόψυχα που ακόμα ο Σσιάτς του (σε αυτή την περίπτωση ο Σσιάτς είμαι εγώ…έτσι φωνάζουμε ο ένας τον άλλο τρομάρα μας) είναι ουσιαστικά δίπλα του (και που θα πήγαινα ήταν το ερώτημα; Βρισκόμουν σε απόγνωση και όλες οι λύσεις που περνούσαν αστραπιαία απ’ το μυαλό μου δεν ήταν παρά μόνο απελπιστικές λύσεις που θα με έριχναν, έτσι πίστευα, σε ένα βαθύτερο βούρκο).

Κοιμήθηκε ψόφιος εβδομήντα δυο ώρες ποτίζοντας το μεθυσμένο του σώμα μια χούφτα υπνωτικά, ηρεμιστικά και αντιψυχωτικά. Εβδομήντα δυο ώρες ανάσαινα κάπως ελεύθερος. Ξέβγαζα την απελπισία μου, την κυριαρχούσα θλίψη μου και τα πνιγμένα μου δάκρυα στο γυμναστήριο. Προσπάθησα να μιλήσω με διαφόρους αφού πρώτα με ρωτούσαν για την κατάσταση του έχοντας τον δει σε στιγμές εξαΰλωσης κάπου σε κάποιον δρόμο να παραπατά παραμιλώντας. Τελικά όλοι ήταν περίεργοι αλλά κανένας δεν μπορούσε ή καλύτερα δεν ήθελε να μου προσφέρει λίγη δύναμη, μια ανάσα, λίγη στήριξη. Όλοι ήταν ευτυχισμένοι που δεν ζούσαν αυτό το δράμα, ξεχνώντας για μια στιγμή το δικό τους δράμα. Αυτό με έκανε μαινόμενο ταύρο. Που ήταν οι φίλοι του; Οι γνωστοί του; Που ήταν η ανθρωπιά που περίμενα λανθασμένα να αντιμετωπίσω κι’ όπως θα ήταν σωστό στην ύπαρξη μιας ανθρώπινης τραγωδίας; Δεν ήταν πουθενά. Ανύπαρκτα όλα, τίποτα, μόνος ήμουν στον άνισο αγώνα.



Αυτό είναι που με κάνει να οργίζομαι και να μαίνομαι όταν σκέφτομαι ότι γίνονται αμέτρητες φιλανθρωπικές εκδηλώσεις για να μαζευτούν λεφτά για δήθεν ανθρωπιστική βοήθεια στον δήθεν τρίτο κόσμο. Εκδηλώσεις απλής επούλωσης τύψεων συνείδησης για τα πολιτικά παρελθόντα και στάχτη στα μάτια της ηλίθιας πληθυσμιακής μάζας για την ανελισσομένη παγκοσμιοποίηση, με άλλα λόγια για την εκμετάλλευση κόσμων και τάξεων που δεν ξέρουν να πουν «α». Τα προβλήματα τα κοινωνικά όμως που έχουν δημιουργηθεί στις κοινωνίες μας ακριβώς εξαιτίας αυτής της εξέλιξης, του μοντερνισμού δεν θέλει να τα δει κανένας. Όλοι κλείνουν τα μάτια στα δικά μας αληθινά προβλήματα γιατί ξέρουν ότι είναι πιο δυσκολόλυτα απ’ τα απλά προβλήματα επιβίωσης εκατό αφρικανών που ούτος η άλλως είναι καταδικασμένοι σε θάνατο απ’ το Aids.

Σε τέτοιες στιγμές οργής σκέφτομαι συχνά κι’ έντονα την φίλη μου την Elaine. Κολλητή φίλη απ’ τα παλιά ένιωσε πριν χρόνια την ανάγκη να προσφέρει ανθρωπιστική βοήθεια στην Αφρική. Άφησε δουλειά και σπίτι – αφού πρώτα βεβαία ενοικίασε το σπίτι της για ένα παχουλό ενοίκιο και αφού έκανε εράνους στο όνομα της ανθρωπιστικής βοήθειας – και έφυγε για την Κένυα για να βοηθήσει δήθεν τους ανήμπορους και φτωχούς. Αλλά το πρώτο της επίτευγμα ήταν να αποκτήσει ένα Pajero και να φροντίσει να το ανακοινώσει σε όλους εμάς τους φίλους της ανά τον κόσμο, η δεύτερη της έγνοια ήταν να ικανοποιήσει επιτέλους την πιο βασική της ανάγκη, δηλαδή να βρει σύντροφο Μασάΐ αφού στην Ιρλανδία όπου ζούσε δε κατάφερε να σταυρώσει σερνικό, κι’ όταν πια τα μέσα της ξεπλύθηκαν απ’ τα ζουμιά της και ήρθε στα συγκαλά της συνέχισε να κάνει εράνους μέσω ιντερνέτ και μάζευε λεφτά για να ζήσει και η ίδια αλλά και το χωριό των Μασάΐ του συντρόφου της. Αναμφισβήτητα έκανε μεγάλο έργο ανθρωπιστικό και το σέβομαι, αλλά η ερώτηση μου παραμένει: Αφού είσαι ρε φίλη τόσο ανθρωπίστρια και ανιδιοτελής και θες να βοηθήσεις μείνε στην χώρα σου και βοήθα εκεί να απαλύνεις τα κοινωνικά προβλήματα που είναι ανυπέρβλητα. Δεν είναι όλα για ένα πιάτο φαί. Οι αρρώστιες της δυτικής, βιομηχανικής κοινωνίας, οι πληγές της, σαν τις πληγές των Φαραώ είναι πιο οδυνηρές απ’ τις ανεξέλικτες κοινωνίες, είναι πιο σκληρές. Γιατί είναι η ψυχή του ανθρώπου που ζει σ’ αυτές τραυματοποιημένη, άβουλη, δεν μπορεί εύκολα να επιβιώσει. Πιο εύκολα σκοτώνει κάποιος μια γκαζέλλα ή μια κατσίκα και κάθεται στην φωτιά το βράδυ να την φάει παρά να αντεπεξέλθει στην κοινωνική αντιξοότητα της δικής μας κοινωνίας. Η Αφρική που πήρα για παράδειγμα είναι άλλο είδος προβλήματος και σίγουρα δεν χρειάζεται μια Ιρλανδέζα ή μια Κύπρια γιατρό η έναν Κύπριο Παπά για να σωθεί, γιατί αυτές οι υπάρξεις είναι αναγκαίες στην κοινωνία που δημιουργήθηκαν, αφού είναι τόσο ικανές, να λύσουν τα εκεί προβλήματα, σε κοινωνίες που δεν θα τις κάνουν αμέσως να νιώσουν Θεές έστω κι’ αν είναι αποβολές…

Που ήταν η φίλη μου η Ηλεην όταν της είπα με εμεηλ ότι δεν υπήρχε μία για φαγητό κι’ ότι ζούσα κάτω απ’ τα όρια της φτώχειας; Εκεί δεν υπήρχε πια ανθρωπιά και συμπόνια, εμείς οι άνθρωποι των εξελιγμένων κοινωνιών δεν έχουμε δικαίωμα στην ανθρωπιά γιατί είμαστε ικανοί μόνοι μας να βγάζουμε το ψωμί μας ενώ οι αφρικανοί δεν έχουν κατά πάσα πιθανότητα την νοημοσύνη να δημιουργήσουν οικονομίες και βάσεις παρά μόνο μυθικά πέη, άχρηστα και πρόωρης εκσπερμάτωσης…

Η συνειδητοποίηση της μοναξιάς μου και της ευθύνης της αρρώστιας του Σσιάτς μ’ έριχνε αλλά δεν ήθελα να παραδώσω τα όπλα, έβαζα πείσμα, δεν θα γίνω ακόμα ένας αδιάφορος μαλάκας, δεν θα γίνω ένα γαϊδούρι σαν όλους τους υπόλοιπους. Με παράδειγμα την μάνα μου, έμαθα ότι η αγάπη είναι ατελείωτη (τώρα αν αγαπάμε με ιδιοτέλεια ή όχι είναι άλλο θέμα, αλλά ακόμα κι 'αν είναι έτσι δεν αναγνωρίζω κάτι κακό σ’ αυτό εφόσον κάνεις δεν βλάπτεται), ότι η αγάπη είναι να ‘σαι παρόν ακόμα και στα πιο δύσκολα, η ζωή της ήταν το ζωντανό παράδειγμα άσχετο αν την κρίνω για την αδυναμία της να φύγει. Είναι το ζωντανό μου παράδειγμα, λάθος η σωστό, αυτή είναι στην ψυχή μου, ο φάρος της πορείας μου.

Πολεμούσα την δυστυχία που ένιωθα με την δημιουργία φερορμονών στο σώμα μου, ιδρώνοντας ανελέητα στο γυμναστήριο σαν να ήθελα έτσι να αποβάλω την αρρώστια του Σσιάτς απ’ το δικό μου σύστημα. Αυτό ήταν το καλό της ψυχασθένειας του Σσιάτς: μ’ έκανε να γυμνάζομαι ακατάπαυστα για να μπορώ να αντεπεξέρχομαι με δευτερεύον αποτέλεσμα να κάνω σωματάρα, πάντα με τα δικά μου δεδομένα κρίσεως. Τι την έκανα την σωματάρα ήταν άλλο ερώτημα αφού η όρεξη για τρέλες ήταν στο ναδίρ, αλλά βλέποντας με στο καθρέφτη ήταν το μοναδικό θετικό που μπορούσα να ζω εκείνο το διάστημα. Βλέποντας τον Σσιάτς εκείνο το διάστημα έβλεπα τι μπορούσε να πάθει η ανθρώπινη ομορφιά σε ελάχιστο χρονικό διάστημα. Προσπαθούσα στο γυμναστήριο να κρατήσω λίγη απ’ την ομορφιά του Σσιάτς που έφθινε ασταμάτητα μέρα με την μέρα με κάθε μπουκάλι μπύρας που έπινε.

Το γυμναστήριο με κρατούσε ήρεμο, σε μια λεπτή ισορροπία αφού τα νευρά μου ήταν κρεμασμένα από μια κλωστή (ήντα κλωστή δηλαδή που επαίζαν μαντολίνο αλλά άτε…). Για εβδομήντα δυο ώρες έμπαινα κι’ έβγαινα στο σπίτι, φρόντιζα και έδινα όλη την αγάπη μου στον Μπένυ, καθάριζα, συγύριζα και πήγαινα δουλειά κι’ έβλεπα λογω οικονομικών το όνειρο μου να πάω στην Κύπρο να εξανεμίζεται. Ήθελα να φύγω, να δραπετεύσω και τα γαμημένα τα λεφτά μ’ εμπόδιζαν. Αυτή ήταν μια κατάντια με την οποία δεν μπορούσα να συμφιλιωθώ. Όλες αυτές τις ώρες ο Σσιάτς ήταν ψόφιος, σηκωνόταν για λίγο, ικανοποιούσε τις βασικές του ανάγκες που είχαν μειωθεί στα πολύ βασικά και ξανάπεφτε στο ντελίριο των βενζοδιαζεπινών. Έβλεπα στιγμιαία την ανάσταση ενός ζωντανού νεκρού και μετά ξανάμπαινε στον Άδη.

Στις τρεις μέρες ξύπνησε συνειδητά. Ήταν ένα μάτσο χαλιά. Μαλλί κσιακσιούς, α λα απεριποίητης τραβέστω, μάτια πρησμένα απ’ τον ανθυγιεινό ύπνο, κοιλιά εγκυμονούσης απ’ τις μπύρες του εγγύς παρελθόντος. Ένας ζωντανός νεκρός. Ένιωθα οίκτο και απέχθεια και ήξερα παράλληλα ότι ήταν λάθος αυτά που ένιωθα, έτσι λέω τώρα, μετά την πείρα σχεδόν δυο χρόνων, τότε ακόμα ήμουν στην διαδικασία της μάθησης, δεν γνώριζα σε σχέση με αυτή την εξαθλίωση τι ήταν σωστό και τι λάθος. Δεν έδειξα την απέχθεια μου, τον αγκάλιασα θερμά και με την ψυχή μου και είχε ανάγκη αυτή την αγκαλιά. Με κοίταξε στα μάτια και μου ζήτησε συγγνώμη για όλη την φρικτή ταλαιπωρία και τον πίστεψα, ήμουν για τον Σσιάτς ένα δόγμα, με αγαπούσε χωρίς να το ψάχνει, ήμουν η αρχή και το τέλος, ανατολή και δύση της ζωής του. Οι πράξεις του στα μάτια ενός τρίτου έδειχναν πάντα κάτι άλλο αλλά εγώ ήξερα τον Σσιάτς και αυτός εμένα και οι φωνές μέσα μου, μου έλεγαν πάντα την αλήθεια, αλήθειες που συχνά δεν ήθελα να αντιμετωπίσω, ήταν όμως φωνές ειλικρινείς και πάντα μαζί μου φίλες πίστες.

Είχε ύφος βρεγμένης γάτας. Με έβλεπε αμίλητος και με εκλιπαρούσε να σβήσουμε τις μαύρες μέρες απ’ την θύμηση μας. Κι’ εγώ δεν είχα αντίρρηση. Μου υποσχέθηκε ότι δεν ξανάγγιζε το ποτό και τον πίστεψα. Τότε ήμουν άπειρος…Δεν είχα γνωρίσει ακόμα την δημιουργικότητα του εθισμένου, δεν ήξερα ότι ο Σσιάτς ήταν εθισμένος, ήταν αλκοολικός, νόμιζα ακόμα ότι ήταν μια παράξενη φάση που θα περνούσε…όπως κι’ άλλες πριν.

Το επαγγελματικό από δικής μου πλευράς είχε από καιρό μείνει στάσιμο. Βασικά στριφογύριζα γύρω απ’ τον άξονα μου χωρίς εξέλιξη. Αυτή η στασιμότητα με έπνιγε ενώ παράλληλα συνειδητοποιούσα ότι εγώ ήμουν τελικά ο μοναδικός ένοχος για την κατάσταση και την στασιμότητα. Ναι, υπήρξαν ατυχή γεγονότα του παρελθόντος που με καθήλωσαν αλλά μετά βολεύτηκα στην αφάνεια και στην μηδενικότητα. Είμαι άνθρωπος της συνήθειας, σαν σκύλος που μαθαίνει μια πορεία χωρίς να υπάρχει δεξιά κι’ αριστερά εκτός κι’ αν είναι ασυνήθιστες οι μυρωδιές…

Είχα αρχίσει να σκέφτομαι να σταματήσω τον ελευθεροεπαγγελματισμο και να επιστρέψω, αν το επέτρεπαν οι συνθήκες αγοράς εργασίας του Άαχεν, στο υπαλληλίκι. Σκεφτόμουν μόνο το Άαχεν σαν χώρο εργασίας γιατί είχα παραβολευτεί πολύ για να αρχίσω να σκέφτομαι μεγάλες μετακινήσεις, αν και αυτές ήταν πάντα οι διέξοδοι μου στο μυαλό μου σε περιόδους πολέμου με τον Σσιάτς. Αυτό είναι το καλό να ‘σαι ξένος και να ‘σαι μαζί με ξένο: Σκέφτεσαι σε περιόδους κρίσεων ότι υπάρχει πάντα και σχέδιο βήτα, δηλαδή το πατρικό σου, το μητρικό σου, το κάτι σου τέλος πάντων στην χώρα που σε γέννησε αν κάτι δεν πάει καλά στον χώρο που επέλεξες να ζήσεις. Ακόμα και οι άλλες χώρες των όποιων την γλώσσα γνωρίζεις εμφανίζονται εναλλακτικά στο μυαλό σου σαν σχέδιο γαμμα, δέλτα, έψιλον αν τάχεις βροντήξει με τα πατρικά σου. Βασική προϋπόθεση είναι νά 'σαι ξένος σε ξένη χώρα και τότε τα εναλλακτικά σχεδία δράσης στο μυαλό σου είναι πολλά.

Με αυτή την κατάσταση να κυριαρχεί το κάθε μέρα μου, εμφανίστηκε η φίλη του Σσιάτς που δούλευε σαν ένα είδος διευθύντριας σε μια μπουτίκ του Tommy Hilfiger να γυρεύει βοηθό. Εκείνη την νύχτα μετά τις σαράντα οκτώ ώρες μου έκανε αυθόρμητα την πρόταση να δουλέψω μια μέρα κοντά της δοκιμαστικά και αν ήταν σύμφωνος ο ιδιοκτήτης θα προσλάμβανε σίγουρα με τα υπερπροσοντα μου. Δεν το σκέφτηκα και πολύ. Αναζητούσα μια σιγουριά στην ζωή μου και αυτή ήταν μια καλή ευκαιρία. … Σκατά ευκαιρία δηλαδή αλλά τότε δεν σκεφτόμουν και πολύ, χρειαζόμουν το αίσθημα του σίγουρου εισοδήματος άσχετα αν αυτό ήταν χαμηλό και δεν έφτανε με τίποτα ούτε για τα βασικά. Ο Σσιάτς με προειδοποίησε να μην εμπιστευτώ την συγκεκριμένη φίλη του, ούτε και τις υποσχέσεις της, αλλά εγώ ακόμα μια φορά τον παραγνώρισα με το σκεπτικό ότι δεν ξέρει τι λέει. Άσχετο αν πάντα ήξερε τι έλεγε ακόμα και στο χειρότερο μεθύσι του.

Πέρασαν κάποιες μέρες και ο Σσιάτς άρχισε να συνέρχεται. Έκανε και μια ολόκληρη εβδομάδα να καταναλώσει μπύρες. Σταυροκοπιόμουν νοερά αλλά δεν το έδειχνα μην τον αποθαρρύνω. Η κατάσταση του δεν ήταν ρόδινη, παραπονιόταν για εσωτερική αναστάτωση και ανησυχία, για κρίσεις πανικού και φοβίες, για μένα όμως όλα ήταν καλύτερα από το ποτό. Κατανάλωνε τις βενζοδιαζεπίνες σαν καραμέλες για να μπορέσει να βρει ησυχία κι’ εγώ την δική μου. Τον παρακολουθούσα με ανησυχία. Δεν ήταν καθόλου αισιόδοξη η καινούργια κατεύθυνση. Πόσο καιρό θα πήγαινε καλά αυτή η κατάσταση; Σίγουρα όχι πολύ.

Ξαφνικά άρχισα να προσέχω ότι τα μάτια του λαμπύριζαν παράξενα. Ήξερα αυτό το βλέμμα και την έκφραση του αγγελικού του πρόσωπου που άρχισε σιγά και σταθερά να χάνει την απολλώνια λάμψη του και να παίρνει την ώχρα της φθοράς. Το αλκοόλ ξαναμπήκε στη ζωή μας. Προσπαθούσε να με πείσει ότι χρειαζόταν την δόση του γιατί δεν μπορούσε να βρει ηρεμία και βρίσκοντας την δήθεν ηρεμία του ο Σσιάτς έχανα εγώ την δική μου. Δεν ήταν οξύθυμος, δεν ήταν βίαιος, ήταν αυτή η ανθρώπινη εξαθλίωση που έκανε να τα παίρνω ανάποδα και να μην μπορώ να αντεπεξέλθω γιατί δεν έβρισκα τρόπο να τον φτάσω και να του δώσω όλη την βοήθεια που χρειαζόταν.

Προσπάθησα με την ειρηνική προσέγγιση μάταια. Προσπάθησα με την απειλή μάταια. Προσπάθησα με την στέρηση βασικών στοιχείων μάταια. Με καυγά, με φωνές, με στριγκλιές, όλες τις μεθόδους επιρροής τις προσπάθησα μάταια. Ήμουν μόνος, δεν είχα κανένα να με κάνει να νιώσω έστω και για λίγο κάποια ανακούφιση και ανέμενα παράλληλα μετά την επιτυχημένη δοκιμαστική, την απάντηση απ’ την φίλη του για την δουλειά.

Ήταν Κυριακή, ηλιόλουστη Κυριακή μες το κατακαλόκαιρο και ο Σσιάτς με το που ξύπνησε άρχισε να κτυπά μπύρες και κρασί. Το προηγούμενο βράδυ ήταν στους γονείς της συγκεκριμένης φίλης για επαγγελματικές υποχρεώσεις και ήρθε πίσω ξημερώματα σε κατάσταση αποσύνθεσης. Σε αποσύνθεση βρισκόμουν κι’ εγώ γιατί έβλεπα πια όλο το κοινωνικό σύνολο που τον περιέβαλλε σαν συνένοχο της χειροτερέψεις του. Και μέχρι ένα σημείο δεν είχα άδικο: ξέροντας ότι ο επισκέπτης σου, ο γνωστός σου είναι αλκοολικός χείριστου βαθμού δεν του προσφέρεις αλκοόλ για κέρασμα. Είναι βασική αρχή. Οι γονείς βεβαία της φίλης του, νεόπλουτοι, πνιγμένοι και οι ίδιοι στη επήρεια του αλκοόλ και των ναρκωτικών δεν είχαν παρά να τον ξελογιάσουν με μπύρα. Βρισκόμουν ήδη στους εκατόν ογδόντα και μη ξέροντας κάτι άλλο αποφάσισα να πάρω την φίλη στο τηλέφωνο και να την ξεχέσω για τους γονείς της. Στο τηλέφωνο πριν πω κουβέντα άρχισε να βρίζει τον αλκοολικό Σσιάτς λέγοντας μου ότι ήταν την προηγούμενη στην μπουτίκ μεθυσμένος και την παρακαλούσε να μιλήσουν. Γι’ αυτό τον λόγο αποφάσισε ότι δεν θα ήταν καλό για την μπουτίκ να με προσλάβει γιατί δεν ήθελε τον μεθυσμένο κάθε μέρα εκεί στα πόδια της.

Δεν σκέφτηκα και πολύ, δεν κατάλαβα καν τι μου είπε. Όλα θόλωσαν γύρω μου, όλα έγιναν σκοτεινά, δεν έβλεπα μπροστά μου τίποτα…μόνο τον αναμαλλιασμένο Σσιάτς και το χέρι μου να πέφτει με μανία στο κεφάλι του. Καθόταν εκεί και με άφηνε να τον χτυπώ βλέποντας με αποσβολωμένος κι’ εγώ απλά φώναζα ότι είναι ένας μαλάκας, ένα αρχίδι που δεν σκεφτόταν πια τίποτα άλλο εκτός απ’ τον εαυτό του. Κι’ όσο φώναζα τόσο τις έτρωγε. Ψέματα…έριξα πάνω του το χέρι μου με δύναμη τρεις φόρες…και μετά ένα αόρατο χέρι με κράτησε πίσω, βάζοντας μου ένα διαφανές φρένο στην ξέφρενη μανία μου. Εκείνη τη στιγμή αντιλήφτηκα τι έκανα…έκανα ακριβώς αυτό που δεν ήθελα με τίποτε να κληρονομήσω απ’ το πατρικό γονίδιο. Ήθελα εκείνη την στιγμή να ανοίξει η γη να με καταπιεί, ήθελα να πάρω μαχαίρι να σκοτωθω...εγώ; Εγώ άπλωσα χέρι σ’ έναν απροστάτευτο; Εγώ που καταδίκαζα απ’ τον καιρό που μπορώ να θυμηθώ τη βία; Εγώ;

Άνοιξα την πόρτα κι’ έφυγα τρέχοντας σχεδόν στο δρόμο…Η καρδιά μου κάλπαζε και το κεφάλι ήταν έτοιμο να εκραγεί. Άρχισα να γνωρίζω το αίσθημα του εγκεφαλικού επεισοδίου. Περπάτησα πάνω κάτω και δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω σε ποια κατάσταση έφτασα, σε ποιό επίπεδο είχαμε και οι δυό μας πέσει. «Όχι» φώναξα δυνατά σε μένα στη μέση του δρόμου. Όχι, δεν πρόκειται να το αφήσω αυτό το επεισόδιο να επαναληφτεί, δεν μπορώ να γίνω ένας βάρβαρος αγριάνθρωπος και επιτρέψω στους εθισμούς να ελέγχουν την ζωή μας.

Πήρα βαθειά αναπνοές και ξανανέβηκα στο διαμέρισμα. Ο Σσιάτς καθόταν εκεί ακόμα αποσβολωμένος, με είδε να μπαίνω μέσα και μου είπε: «Με κτύπησες;» Σιγή. «Με κτύπησες;» Σιγή. «Το ‘κανε η κάρδια σου να με κτυπήσεις;». Παύση. Κατέβασα δυο ζάναξ. Περίμενα λίγο να επιδράσουν. Γονάτισα διπλά του, του χάιδεψα το πονεμένο απ’ όλη του τη ζωή κεφάλι και ζήτησα ένα απ’ τα πιο ειλικρινά συγγνώμη της ζωής μου. Χίλιες φόρες συγγνώμη και χίλιες φόρες με συγχώρεσε. Εγώ όμως ποτέ τον εαυτό μου. Μέρες μετά ξεπέρασα τον εαυτό μου και το είπα στον αδελφό μου τηλεφωνικά και ακόμη και τότε ξέσπασα σε λυγμούς. Δεν μπόρεσα ποτέ να συμφιλιωθώ με τούτο το άγριο γεγονός. Ο Σσιάτς με συγχώρεσε και μου εξήγησε με όλη του την ειλικρίνεια ότι πήγε στο μαγαζί της Τανιας αλλά δεν ήταν μεθυσμένος, απλά της είπε για κάποια αλλαγή ραντεβού. Αυτή όμως ακόμα από την επήρεια των ναρκωτικών της προηγούμενης μέρας τα έβλεπε όλα ανάποδα και ο διάολος πηρέ τον Σσιάτς.

Αυτό ήταν και το τελευταίο επεισόδιο της καθόδου του Σσιάτς σ’ έναν κόσμο σκοτεινό, σ’ έναν λαβύρινθο, στον σκοτεινό του αγώνα με τις άγνωστες δυνάμεις του μυαλού και της ψυχής του.
Λεξεις-Κλειδια: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

1 σχόλιο:

rose είπε...

ακριβα διδακτρα πληρωσες στην ζωή greekstories
πολλά μαθηματα!
σε φιλώ