Αναγνώστες

Κυριακή, 8 Μαρτίου 2009

Splash!

Η αλήθεια είναι ότι το νερό, μιλώ για το φυσικό στοιχείο «νερό», αποτέλεσε πάντα πηγή δύναμης και ενέργειας της ζωής μου. Ίσως να υπήρξα σαν ψάρι σε μια άλλη ζωή, να πούμε ένα γοητευτικότατο δελφίνι, μια θεόκομψη όρκα, μια γλυκιά φώκια, καρχαρίας μάλλον όχι γιατί έχω και κάποιο επίπεδο, κάποια γούστα, μην ξεπέσω εντελώς…

Δεν μπορώ να το εξηγήσω παρά μόνο μεταφυσικά…έχοντας νερό κοντά μου, σε απόσταση χρήσεως εννοώ, με κάνει νιώθω ζωντανός, ξαναγεννημένος. Από τότε που μπορώ να θυμηθώ το νερό με μάγευε, με μεθούσε, μ’ έκανε να νιώθω αήττητος, ακατανίκητος, θεός! (θεά;!). Η θάλασσα ήταν πάντα φίλη μου, δεν τη φοβήθηκα ποτέ, ούτε ακόμα σε καιρούς τρικυμιών, ούτε όταν την γνώρισα σαν ωκεανό αγριεμένο. Μεγαλώνοντας εκμεταλλεύτηκα αυτή την μαγεία της θάλασσας, του νερού και συνδυάζοντας το φυσικό και άγνωστο μέχρι τότες ταλέντο έγινα κολυμβητής και μάλιστα πρωταθλητής (ναι, μη με βλέπετε τώρα που έγινα πρωταθλητής ψυχασθένειας, παλιά ήμουν και κανονικός πρωταθλητής).




Μεγαλώνοντας ακόμα περισσότερο τελείωσε το άστρο του πρωταθλητισμού και άρχισε η περίοδος της μαστούρας της φοιτητικής, με όλα τα κακά που την συνοδεύουν όπως περιττά κιλά, πλαδαρότητα, κάπνισμα, ψυχοψάξιμο, δημιουργία ντουλάπας, έξοδος απ’ την ντουλάπα, τρέξιμο σε διαιτολόγους για να κάνουν μάγια να επιστρέψει η σωματάρα η παλιά που έφυγε ανεπίστρεπτη, κόψιμο του τσιγάρου, φίτνες στούντιο, ιδρώτας και τέλος, ως εκ θαύματος η επανακάλυψη του νερού…τα πάντα ρει.

Πριν από δεκαπέντε μήνες ακριβώς έκοψα το τσιγάρο, τα χάπια να ‘ναι καλά (Ψυχία: όταν ψοφήσω να μου κάνετε νεκροψία, να βγάλετε όσα χάπια έμειναν αχώνευτα και να ανοίξετε φαρμακείο σέκοντ χαντ με το όνομα μου οκ;) και θυμήθηκα την παλιά μου τέχνη κόσκινο…και βρήκα ξανά το δρόμο προς την πισίνα με σκοπό να ανακαλύψω το θαμμένο μου ταλέντο για να ξανακάνω σωματάρα (ναι την έκανα, θενκ γκοτ).

Το καλοκαίρι σταμάτησα την προπόνηση λόγω διακοπών. Με την επιστροφή μου από τις διακοπές άρχισε η δουλειά, η καθημερινότητα, οι δυνάμεις μου άρχισαν να με εγκαταλείπουν γενικώς μετά από είκοσι ένα μήνες καθήκον σωτηρίας για τον Σσιάτς μέχρι που έπεσα ολοκληρωτικά στην μαύρη τρύπα της κατάθλιψης. Και πριν μια εβδομάδα θυμήθηκα σαν τελευταία ελπίδα σωτηρίας το νερό. Και ξαναβρήκα με το ζόρι το δρόμο προς την πισίνα και την σωτηρία μου με σκοπό κρυφό μια ελπίδα να νιώσω καλύτερα με κάτι που κάνω καλά, με μια επιτυχία έστω και στο νερό έστω κι’ αν την ξέρω μόνο εγώ και κανένας άλλος, χρειαζόμουν μια επιτυχία για το εγώ μου. Και άρχισα ξανά την προπόνηση.

Δεκαπέντε μήνες μετά το τσιγάρο έμεινα εκπληκτος απο την επιστροφή της αντοχής των εφηβικών μου χρόνων, το νερό ενέργησε σαν ελιξίριο ζωής. Βούτηξα μέσα στο νερό κουρασμένος και διψασμένος συνάμα, διψασμένος πραγματικά για ενέργεια, για ζωή, για δύναμη, και κουρασμένος απ’ όλα όσα έγιναν τα τελευταία χρόνια. Άρχισα να κολυμπώ με μανία σαν να ήθελα να ξεφύγω από όλους και όλα, να αφήσω το Άαχεν πίσω μου χωρίς μια τελευταία ματιά, τον Σσιάτς, τον Μπεννυ, τους Σκατογερμανους και την κοινωνία τους, άρχισα να κολυμπώ σαν να ‘χα σκοπό να φτάσω στην Ουτοπία μέσα από μια εικοσιπενταρα πισίνα. Έτρωγα τα μέτρα το ένα μετά το άλλο, και στα πρώτα πεντακόσια μετρά άρχισε το γαλακτικό οξύ που μαζεύτηκε στις μυϊκές ίνες των ώμων μου να μου προκαλεί πονάκια, ασήμαντα σε σύγκριση με αυτά που πονούσαν πραγματικά αλλά δεν το έβαλα κάτω, ήξερα τις τεχνικές αυτές, εγώ θα ξεγελούσα τους μυς μου και θα συνέχιζα και έτσι έγινε, συνέχισα και τα πονάκια εξαφανίστηκαν και συνέχισα να καταβροχθίζω τα μετρά αχόρταγα, ξαναβρήκα την πηγή της ζωής, την δύναμη που μου έλειπε τόσες εβδομάδες, αυτήν ακριβώς αναζητούσα, γιατί ήμουν τόσο βλάκας και την ξέχασα τόσο καιρό, αυτή ήταν η ενέργεια που με γιάτρευε, γιατί την είχα παραγνωρίσει μέσα στο σκοτάδι που έπεσα; Άσχετο πια, την βρήκα κι’ αυτό ήταν σημαντικό.

Παλιά όταν κολυμπούσα μεταξύ των σαράντα τσιγάρων που κάπνιζα τέλειωνα με το ζόρι ενάμιση μέχρι και δυο χιλιόμετρα με το ζόρι μέσα σε μια ώρα και έβγαινα έξω από την πισίνα με ρυμουλκό. Τώρα γλιστρούσα με ελαφρότητα αφάνταστη, την ελαφρότητα που θα ήθελα το είναι μου να είχε, την ελαφρότητα που είχα πάντα και κάπου τελευταία την έχασα, μια ελαφρότητα δελφινιού που βρήκα απρόσμενα στα πρώτα τρία χιλιόμετρα της ελπίζω καινούργιας μου φάσης. Γλιστρούσα μέσα στο νερό κολυμπώντας πεταλούδα, έβλεπα τις παλάμες μου να σχάζουν την επιφάνεια του νερού και να κατευθύνονται από τα χέρια μου δυναμικά και σίγουρα στο βάθος και παράλληλα με το κορμί μου που σπαρτάριζε ταυτόχρονα και μετά έβγαιναν σαν φτερά στο αέρα για να ξανακάνουν την ιδία διαδρομή, το ίδιο δυναμικά, το ίδιο δυνατά, ακούραστα, δεν ήμουν εγώ αυτός που κολυμπούσε, ήταν ξανά ο έφηβος που αναζωογονήθηκε, ο κοιμισμένος έφηβος που ξύπνησε παραμερίζοντας τον κουρασμένο ενήλικα, έβλεπα καθώς άφηνα τα μετρά πίσω μου σκηνές της εφηβείας μου, τα έπαθλα, τα βάθρα, τα αισθήματα και τις σκηνές του θριάμβου και κολυμπούσα με τον ίδιο ρυθμό σαν να ‘μουνα στο τότε.

Έφτανα στο τέλος της διαδρομής και γύριζα στο ύπτιο και σε κάθε πλάγια στροφή του κεφαλιού μου έβλεπα το αφρό του νερού καθώς το κορμί μου το ξέσκιζε με μια ερεθιστική σχεδόν ταχύτητα, γύριζα ξανά σε πρόσθιο χαλαρώνοντας ελάχιστο παρακολουθώντας τους υπόλοιπους που κολυμπούσαν στην πισινά επιβεβαιώνοντας την υπεροχή μου και ακολούθως έκανα στροφή για ελεύθερο αφήνοντας τους περισσότερους για τέταρτη φορά πίσω μου. Ναι ήμουν γαματα κάλος και το απολάμβανα, το νερό ήταν το στοιχείο μου, η ζωή μου.
Κολύμπησα με σύστημα τρία χιλιόμετρα σε μια ώρα και όταν το αντιλήφτηκα με κατάκλυσε ένα αίσθημα ικανοποίησης και περηφάνιας για την απροσδόκητη επιτυχία.

Βγήκα ανάλαφρος απ’ το νερό και πήγα στα ντους νιώθοντας όπως τότε πρωταθλητής, αυτή την φορά χωρίς κοινό.
Πάτησα το ζεστό νερό, γδύθηκα μένοντας γυμνός κάτω απ’ το δυνατό νερό κι’ άρχισα να σαπουνίζω το κορμί μου χωρίς αρχικά να αισθάνομαι το περιβάλλον γύρω μου, μόνο τον θόρυβο του νερού που έβγαινε δυνατά από το ντους, συγκεντρωμένος στις αμέτρητες σκέψεις μου. Γυρίζοντας από κει κι από δω παρατήρησα επιτέλους ότι ο μόνος αδιάφορος στα ντους ήμουν εγώ, τρία πουλάκια κάθονται. Όλων των αντρών τα μάτια έπαιζαν ένα παιγνίδι ερωτικό, αναζητούσαν την περιπέτεια διακριτικά κι’ εγώ στον κόσμο μου δεν πήρα τα πρώτα λεπτά χαμπάρι σαν ως κοινό γνωστό βλήμα που είμαι.
- «Ωπα, Γκρηκστορης, κάτσε δαμε που είσαι τζιαι μεν ταράξεις» σκέφτηκα, «εδώ είσαι στο σωστό μέρος».
Ξανασαππουνιστηκα, αυτή την φορά πιο αργά, πολύ πιο αργά, σκύβοντας επιτηδευμένα, τεντώνοντας μετά τα χεριά προς τα πάνω σαν την διαφήμιση του Παλμολιβ χαϊδεύοντας πηγαίνοντας προς τα κάτω τις μασχάλες μου σαγηνευτικά, γυρίζοντας το κεφάλι λοξά και διακριτικά να δω ποιος με κοιτάζει, παρακολουθώντας παράλληλα τις ασυνείδητες αντιδράσεις των υπολοίπων παρόντων. Εγώ που πίστευα ότι ήμουν ντροπαλός και χέστρα έβλεπα τους άλλους να κάνουν ακόμα πιο προκλητικές κινήσεις, τι γίνετε ρε παιδιά, θα πηδηχτούμε εδώ και τώρα στα ντους; Τα πέη των εμπλεκόμενων άρχισαν να ψιλοφουσκωνουν, να γίνονται έτοιμα για δράση. Εκτός από ένα δυο ηλικιωμένους, ρυτιδιασμένους, πλαδαρομένους και ετοιμοθάνατους οι υπόλοιποι ήταν από νεαροί μέχρι μεσήλικες, όχι όλοι ελκυστικοί αλλά πάντως όχι και αδιάφοροι. Μελέτησα τις ανατομίες τους καλά και συγκεντρώθηκα σε μόνο τέσσερις (σε πόσους έπρεπε δηλαδή να συγκεντρωθώ για να είμαι πρέπων κι’ όχι κατά το κοινό χουβερ;) Εκεί που ήταν όλα έτοιμα για δράση μπήκε μέσα ένα τσούρμο σκατομπάσταρδοι του δημοτικού και μας έκαναν την φάση σκατα. Αχ Ηρώδη που είσαι;

Πήγα στην καμπίνα μου και πρόσεξα οτι με ακολουθησαν διακριτικά δυο. Έριξα βλέμμα Άβα Γκαρνερ στην Ξυπόλητη Κόμισσα και κλειδώθηκα για να ντυθώ. Βγαίνοντας πρόσεξα μπροστά μου τον ένα από τους τέσσερις, τον λιγότερο ελκυστικό αλλά όχι κι’ εντελώς αδιάφορο. Έξω άρχισε να βρέχει χιονόνερο και έκανε κρύο. Ήμουν στο έτσι κι’ έτσι να τον ακολουθήσω, πήγα στο αυτοκίνητο και τον είδα να με κοιτάζει έντονα και να προχωρεί το δρόμο του. Υπολογισα ότι θα έμενε κάπου εκεί κοντά κι’ αφού πήρα τον ανάλογο εξοπλισμό από το αυτοκίνητο τον ακλούθησα. Το χιονόνερο έπεφτε ελαφρά αλλά ήταν αισθητά κρύο, πίστευα όμως ότι θα έμενε εκεί κοντά κι’ έτσι κατάπια κι’ αυτή την δοκιμασία και τον ακλούθησα. Προχωρούσε γυρίζοντας κάθε λίγο πίσω κοιτάζοντας με κι’ εγώ τον ακολοθουσα σαν σκυλί που έτρεχε το κόκαλο του ξωπίσω. Προχωρούσε, προχωρούσε κι' αν συνέχισε κι’ άλλο θα περνούσαμε τα πάλε ποτέ ολλανδικά σύνορα όποτε συνειδητοποίησα ότι κανένα αγνώστου φύσεως πέος δεν αξίζει τόσο χιονόνερο μετά από τόσα υγρά χιλιόμετρα κι’ έτσι σταμάτησα για λίγο για να προσέξει ότι δεν τον ακόλουθο πια και πήρα τον δρόμο του γυρισμού για το αυτοκίνητο.

Το βλέμμα του όμως μ’ έκανε να καταλάβω ότι ήθελε να συνεχίσω να τον ακολουθω και μένα η περιέργεια μου και η νοσταλγία για μια περιπέτεια με ρίσκο με έπραξε να τον ακολουθησω ξανά. Ήταν πια φανερό ότι δεν έμενε εκεί κοντά και έψαχνε μια καλή κρυψώνα μέρα μεσημέρι για να μπορέσουμε να μπούμε στα καθέκαστα. Συνεχίσαμε το ψάξιμο μαζί δίπλα δίπλα, μου μίλησε με σπασμένα γερμανικά, με σπασμένα αγγλικά, με όλα τα σπασμένα και κατάλαβα ότι ήταν Γάλλος με τα σπασμένα μου γαλλικά.
Βρήκαμε ένα εγκαταλειμμένο γήπεδο τένις και σταθήκαμε σε μια γωνία με το χιονόνερο να πέφτει ακόμα ασταμάτητα. Κάτι μου είπε που το κατάλαβα σαν το κυπριακό «σασσιάρω». Δεν κατάλαβα την σημασία και την συνοχή του σασσιάρω ώσπου απελευθέρωσε το σκληρό του πια όργανο, το οποίο ήταν μετρίας φυσιολογίας, άρα καμία σχέση με το λιποθυμώ απ’ το δέος και συνέχισε να μου λέει να σασσιάρω. Τι να εννοούσε άραγε; Γιατί έπρεπε να σασσιάρω; Δεν μπορούσα να το καταλάβω αμέσως. Παρακολούθησα το μπόντυ λάνγκουητζ του και έκανα τικ: Σασσιάρω από το γαλλικό σεσσς (seche) σημαίνει με λίγα λόγια σκάσε και χωσ’ τον στο στόμα σου, a fucking blow job. Ε άτε, να του χαλάσω χατίρι; Το χιονόνερο το έφαγα που το έφαγα τώρα έμεινε το κύριος φαγητό. Άσχημα δεν μου έκατσε αλλά ο κύριος ήθελε και συνέχεια. Α όλα κι’ όλα φίλε μου αλλά άλλο χιονόνερο δεν ήθελα να φάω. Του εξήγησα και συμφώνησε δίνοντας ραντεβού για την ερχόμενη δευτέρα στην πισίνα, στα ντους και στα αποδυτήρια.

Ναι το νερό πάντα με αναζωογονούσε, μου έδινε ενέργεια ζωής και περιπέτειας. Δεν βγήκα ακόμη εντελώς απ’ το λούκι αλλά τουλάχιστον άρχισα να νιώθω ξανά το αίμα να κυλά στις φλέβες μου. Κάτι είναι κι’ αυτό.
Λεξεις-Κλειδια: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

6 σχόλια:

apparos είπε...

naughty boy!

χαίρομαι που ανακάλυψες ξανά το νερό! Μεν το εγκαταλείψεις τώρα που είδες πόσο καλό σου κάμνει.

Όσο για τα τέκνα που σε γλυκοχορουν, κάμε τους την ζωή κόλαση! Ευκαιρία να τους παιδέψεις λίο!

Καλή βδομάδα!

ColourfulMind είπε...

Καλησπέρα,

Σε διαβάζω εδώ και πάρα πολύ καιρό. Κάποιες, λίγες, φορές άφησα και σχόλιο αλλά ως ανώνυμος. Σήμερα καταθέτω και ταυτότητα :-)
Αυτά για τις συστάσεις.

Όσοι γεννήθηκαν ή έστω μεγάλωσαν σε παραλιακή πόλη ή σε πόλη με ποτάμι νιώθουν τη θετική ενέργεια του νερού. Βέβαια δεν ήξερα ότι ήταν και αφροδισιακή ;-p

Καλά να περνάς και καλή βδομάδα

Greekstories είπε...

Μου αρεσε πολυ το αφροδισιακη...

cotton είπε...

νομίζω οτι διάβασα όλο το μπλογκ σου.. Τελευταία το ανακάλυψα.. Και γω στην Αυστρία το ίδιο πρόβλημα είχα, Ροδιτισσα βλέπεις, Έβλεπα τον donau kai μαράζωνα.. Γκρι ξενερωτος παγωμένος και αδιάφορος. Νομίζω οτι δεν θα μπορούσα ποτέ να ζήσω κάπου χωρίς θάλασσα...Βρες χρονο για σενα, και το νερο ηταν μια καλή αρχή που πιστεύω οτι θα τονώσει την ψυχολογία σου.

KAMA-SHIAS είπε...

Γειά και από μένα. Όποτε φτάνω στα όρια μου για κάποιο λόγο το πρώτο πράγμα που μου έρχεται στο μυαλό είναι να πιάσω το αυτοκίνητο και να πάω κοντά της για να ηρεμήσω. Σε καταλαμβαίνω απόλυτα.

gay super hero είπε...

Σε ευχαριστώ.

Ξέρεις εσύ :-)