Αναγνώστες

Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

Στον ποταμο Λιφυ

Πέντε χρόνια μετά..εδώ..χάθηκε ο Γκρηκστόρης στο πεντάχρονο παρελθόν, σ έναν κυκεώνα βιωμάτων, σ’ ένα στρόβιλο εμπειριών, στα άλλα μονοπάτια που τον οδήγησε η ζωή του μετα την λύτρωση του, μετά που έσπασαν οι αλυσίδες που τον κρατούσαν έρμαιο σαν τον Προμηθέα στην σαρκοβόρα αιχμαλωσία του. Οχτώ χρονια πέρασαν συγκεκριμένα αλλα οι θύμησες του Γολγοθά δεν έχουν αβηστει ακόμα. Κι ούτε πρόκειται αν και δεν είναι πια αναμνήσεις που φθείρουν, είναι απλα πια μέρος του είναι του. Είναι εκεί κάπου στο πισω μέρος του μυαλού του, υπάρχουν, υφίστανται, σαν ενας απενεργοποιημένος πια ιος. Πεντε χρονια χαθηκε ο Γκρηκστορης σε ταξιδια ασυνειδητης αναζητησης.
Διαβαστε περισσοτερα Πέντε χρονια μετα τον βρισκει η ζωη του αυτο το βραδυ μόνο, σ ενα παγκακι στην οχθη του ποταμου Λιφυ, να τρωει απο ενα χαρτινο πακετο ψαρι με πατατες τηγανητες, ατενιζοντας τις νυχτερινες αντανακλασεις των φωτων της λεωφορου της απεναντη οχθης οπως τον οδηγουσε το βλεμμα του στην γεφυρα Ο Κοννελ, καθοριστικο ορόσημο της πόλης. Δεν ενιωθε καλα. Δεν ηταν ο εαυτος του. Καθοταν εκει μονος κι ενιωθε την μιζερια των σκεψεων του να τον κυριαρχει. Ηθελε να σπασει στο ξυλο τον ιδιο του τον εαυτο αλλα καπως δυσκολο. Εφτασε τον σκοπο του σχεδον, αυτο που ηθελε για δεκαετιες. Κι ομως οπως καθοταν μονος στο παγκακι της οχθης, ατενιζοντας στο πουθενα, τον ειχαν κυριαρχησει οι αμφιβολιες για την αποφαση του. Ενιωθε μονος, μοναχικος, με τον Μαξ να ειναι εκατονταδες χιλιομετρα μακρυα, ναι υπηρχε κι ενας Μαξ στην ζωή του Γκρηκστόρης, ένας ουτοπικά υπέροχος Μαξ που έδωσε ξανα νοημα σην ζωη του καταλαβωμενου Γκρηκστορης, καθοταν μονος στο παγκακι στην οχθη του Λιφυ κι αναρωτιοταν ξανα και ξανα και ξανα αν ηταν το σωστο βημα. Και δεν θα τον αδικουσε κανεις για τις αμφιβολιες που τον εζωναν και την μιζερια που τον επνιγε αν ηξερε καποιος τις συνεπειες ολων των αποφασεων που ειχε παρει στην ζωη του ο Γρηκστορης. Δεν ηταν ο τυπος που φημιζοταν για την ορθοτητα των αποφασεων του. Κι αυτος ειχε ζησει οσο κανενας αλλος ισως τις συνεπεις των λαθων του. Και ειχε πληγωθει. Και υποφερε. Και πεινασε. Και εμεινε σχεδον αστεγος. Και ανεργος. Και αφραγκος. Κι ολα αυτα σε μια ηλικια που επρεπε ισως να κοιταζει πισω του και να απαρυθμει επιτυχιες και αποταμιευσεις και ανεση υλιστικης ζωης και ασφαλεια. Ολα αυτα δεν ταχε. Τιποτα δεν ειχε ο Γκρηκστορης απο την απο ενα καταλογο ορθη ζωη καποιου ενηλικα που ειχε τις προυποθεσεις για μια τετοια ζωη. Τα γιατι πολλα, οι δικαιολογιες περισσοτερες, αλλα τιποτα δεν μπορουσε πια να αλλαξει την πραγματικοτητα του. Ενα ειχε κανει σωστο κι αυτο ηταν ο Μαξ.Που ηταν τωρα μακρυα ανυπομοντας το επανειδην. Ο Μαξ εκει κι ο Γκρηκστορης στον ποταμο Λιφυ με το ψαρι της λαδόκολλας στο χερι. Ηθελε χρονια τωρα να φυγει απο την Γερμανια. Απο την χωρα που εζησε την δυστυχια, την χωρα που τον εθαψε στην αφανεια της ζωης που του προσφερε γιατι δεν του εδωσε τις ευκαιριες να αναπτυχθει οπως το ονειρευτηκε. Αλλα δεν ήταν και σίγουρος για το τι ονειρεύτηκε. Δεν ηξερε τι επρεπε να ονειρευτει. Ονειρευτηκε και θελησε αυτο που ονειρευτηκαν αλλοι γι αυτον, ονειρα αλλων που του εμφυτεύτηκαν στην παιδικη του ηλικία, μετα στην εφηβική, μετα κατά την διαρκεια της ενηλικης του. Κι ο Γκρηκστορης σαν ενα καλοβολο πλάσμα που ήταν, αθώο και αγνο και ακόμη περισσότερο άβουλο, που προσπάθησε πάντα να ικανοποιησει των αλλων τις απαιτησεις κι οχι τις δικες του, γιατι δεν ειχε την πυγμη η το θαρρος να κοιταξει τι ήθελε ο ίδιος, ακολούθησε τα όνειρα των αλλων σαν δικα του. Κατι του φωναζε μεσα του οτι τα ονειρα του δεν ηταν δικα του αλλα δεν μπορούσε να καταλάβει τις φωνές που ακουγε. Εφυγε η μιση του ζωη να ακολουθει την πορεια μιας ξενης ζωης, αγνωστη του. Καθοταν στην οχθη του ποταμου, το ψαρι ειχε εκπληρωσει το σκοπο του, και αντιλαμβανοταν οτι ενιωθε μια νοσταλγια για την Γερμανια. Γελουσε με τον εαυτο του και γελουσε στην σκεψη της αντιδρασης οσων τον ηξεραν. Ειχε πρηξει ολο τον κοσμο με την αντιπαθεια του για τη Γερμανια. Η γκρινια και τα παραπονα του εγιναν θρυλος. Το ειχε αυτο ο Γκρηκστορης. Οταν ηθελε να πεισει καποιον για την δικη του αποψη τα επιχειρηματα του ηταν αδιαφιλονικητα. Δεν ειχε κανεις την δυνατοτητα να τον αντικοψει. Θα μπορουσε να ηταν δικηγορος, πολιτικος, πωλητης ολκης, συμβουλος για αλλους, δασκαλος, χιλια πραγματα θα μπορουσε να ηταν. Αλλα δεν ηταν τιποτα απο ολα αυτα. Ηταν απλα ο Γκρηκστορης. Ο Γκρηκστορης που του αρεσει να γραφει τα λογοτεχνικα του, που του αρεσει να τρεχει με την φωτογραφικη του τα βουνα και τα λαγκαδια, τις ακτες και τις θαλασσες, τα ηλιοβασιλεματα και τα συννεφα να αποθανατιζει τις στιγμες που τον συγκινουν, με ολες του τις δημιουργιες να μενουν μονον γι αυτον να τα θαυμαζει γιατι σταματησε χρονια να τον ενδιαφέρει αν κάποιος μπορούσε να εκτιμήσει την δουλειά του, τις δημιουργιες του. Σταματησε να πιστευει στην αξια του χρονια τωρα, ηταν πεπεισμενος οτι δεν ειχε καμμια, η αυτοπεποιθηση του στο ναδιρ, γιατι χρονια δεν ηθελε κανεις να τον δει διαφορετικα. Ακομα κι αυτος που εσωσε απο τον βεβαιο θανατο τον παραγνωρισε σαν αχρηστο, αν και αυτο ισως να ηταν και το μονο θετικο εκεινης της ιστοριας: η ελευθερια του. Επεισε τον εαυτό του ότι το πεπρωμένο του θα αλλαξει αν φυγει απο την χωρα που τον μεγάλωσε στο μεγαλύτερο μέρος της ζωης του. Αλλα δεν ηταν σιγουρος. Ποτε δεν ηταν σιγουρος. Ενα βημα μπροστα τρια πισω. Βολευτηκε στην αφανεια. Στην αφανεια δεν τον ενοχλουσε κανεις, δεν ειχε απαιτησεις γιατι δεν ειχε βαρος και αξια για κανενα. Ηταν το τιποτα. Καποιος που θα γελουσε μαζι του, καποιος που θα τον περιγελουσε πισωπλατα γιατι ηταν γκει, για τους καινουργιους συμπατριωτες του που προσπαθησε να στηριξει στα πρωτα βηματα της ξενητειας τους ηταν μια αναλαμπη κι ενα αστειο. Δεν τον ενοχλουσε ουτε κι αυτο, ηξερε να διαβαζει τον καθενα αστραπιαια και να αναγνωριζει την ποιοτητα του καθενος αλλα δεν εδινε βοηθεια για να αναγωριστει, την εδινε γιατι συμπασχε, ασχετα αν ολοι του στερησαν τον σεβασμο. Ετσι ηταν παντα ο Γκρηκστορης. Εδινε, εδινε σαν μαλακας για να μενει μαλακας. Καποτε ειχε την αναλαμπη και σταματησε να παιζει τον ρολο του μαλακα. Του βλακα της Γερμανιας, του ηλιθιου των συμπατριωτων του. Πηρε την αποφαση να φυγει, να κυνηγησει την τυχη του αλλου. Δεν πιστευε οτι θα ειχε τυχη αλλου αλλα τον ετρωγε το σαρακι της προσπαθειας. Σε αυτο ηταν καλος. Να προσπαθει. Να προσπαθει να φτασει οσα δεν μπορουσε. Να βρει δουλεια, να κανει λεφτα, να νικησει τς φοβιες του, τους πανικους του, ολα που τον πλακωναν. Δεν τα καταφερνε αλλα προσπαθουσε. Εκανε μεταπτυχιακο στην προσπαθεια. Αν εγγραφε εγχειριδιο για την προσπαθεια θα γινοταν ευαγγελιο, συγγραμα για ολες τις επομενες γενιες. Τον βοηθουσε η αισθηση της αυτοειρωνειας. Δεν του χαριζε καστανα. Τον εκανε να χορευει στο ταψι τον εαυτο του. Και συνεχισε να προσπαθει. Παραγνωρισε ομως το βολεμα. Η ζωη στην αφανεια, στην ανεργια, στο ζεστο του και ανετο σπιτικο τον βόλεψε. Η δουλεια στο μουχλιασμενο μπαρακι της Ποντστρασσε με τα κερδη τον βολεψε, Συχαινοταν μεν τους αλκοολικους της καθε νυχτας και η αφανεια της δουλειας, οι προσβολες και φωνες που επαιρνε απο το δηθεν αφεντικο του του καταρρακωναν την ψυχολογα καθε μερα απο την αρχη αλλα τα υπομενε γιατι ειχε να φροντισει τον εαυτο του και να στηρξει και καπως τον Μαξ, αλλα τον βολευε η μουχλα της αφανειας. Ειχε βρει μια δυσαναλογη ανεση στο να ειναι ενα τιποτα. Τωρα στην οχθη του ποταμου Λιφυ οι σκεψεις του και αισθηματα του ηταν πιο ανακατεμενα απο ποτε. Φοβοταν. Φοβοταν την αλλαγη σε ολα αυτα. Τωρα επρεπε να δουλεψει επισημα. Κανονικο ωραρριο. Απο το πρωι μεχρι το βραδυ κι οχι απο το βραδυ μεχρι το πρωι. Φοβόταν τα καινούργια αφεντικά, τις απαιτήσεις της καινουργιας δουλειας γιατι δεν ειχε την αυτοπεποιθηση για ολα αυτα. Στην αφανεια δεν ειχε τιποτα να χασει εκτος απο μια χαμενη αξιοπρεπεια. Τωρα δεν ηξερε τι εχει να χασει και φοβοταν το αγνωστο. Είχε ζήσει πολλά άγνωστα ο Γκρηκστόρης. Τόσα πολλά που τα συχαθηκε. Αλλά είχε την φαντασίωση της καινούργιας χωρας και της καινούργιας αρχής. Χρονια τώρα. Και έκανε τα όνειρα του με τον Μαξ. Ονειρεύτηκαν μαζί μια ζωή μακριά από το χωριό, σε μια άλλη χωρα με καινούργιες ευκαιρίες. Ποιος δεν τα ονειρεύεται αυτά. Όλα φαίνονται εύκολα στα όνειρα. Αλλά οι λεπτομέρειες στα όνειρα λείπουν. Λείπει το σπίτι με τις ανέσεις του, λείπουν οι γνωστοί που έστω κι αν τους έχει βαρεθεί είναι εκεί εφεδρικοί για έναν καφέ, μια άχρηστη κουβέντα, λείπει η ρουτίνα κι η συνήθεια. Αντιλαμβάνεται με την κάθε ωρα που περνά την δύναμη της συνήθειας συνειδητά. Και αντιλαμβάνεται ότι δεν είναι έτοιμος για άλλες θυσίες. Ότι δεν είναι έτοιμος για ηρωισμούς. Νιώθει ότι η εποχή των ηρωισμών πέρασε. Έκανε τις επαναστάσεις του, έζησε τους ηρωισμούς του, ακόμα έκανε κι αυτό που δεν πίστευε ποτέ ότι θα γινόταν δική του πραγματικότητα: παντρεύτηκε τον Μαξ, από τους πρώτους που έκαναν αυτό το βήμα. Ένιωθε πολύ περήφανος γι’ αυτό. Όχι για την γνώμη του κόσμου αλλά για τον Μαξ. Η αγάπη του. Ο Γερμανος του που ήταν σε όλα του ενας μεσογειακος χαρακτήρας, που τον περιέχυνε με αγάπη από τα πρωί μέχρι το βράδυ, με χάδια, με κολλιτσιδικα φιλιά, με αισθήματα ασυγκράτητα έστω κι αν έχουν περάσει πέντε χρονια που έσμιξαν. Ναι ήταν περήφανος για τον Μαξ του. Ο Μαξ δεν τον ήθελε να υποφέρει, γιατί δεν ήθελε κι ο ίδιος να υποφέρει από την γρίνια του. Αλλά δεν ήθελε κι ο ίδιος να βγει από την άνεση του. Την είχε βρει με τον Γκρηκστόρης. Επλασαν τον κόσμο τους σε μια αρμονία. Τους ήταν πολύ σημαντικο. Ούτε ο ίδιος ήξερε αν ήθελε να χάσει αυτή την ισορροπία για μια εμπειρία που ήταν γεμάτη ηρωισμούς. Αρα ο Μαξ δεν ήταν μεγάλη βοήθεια στην απόφαση του Γκρηκστόρης. Έπρεπε μονος του να βρει την άκρη. Έπεσε κρυο. Εκανε ένα γρήγορο τσιγάρο, σηκώθηκε και περπάτησε την άχθη του ποταμού Λιφυ. Θα έπαιρνε σε λίγο το λεωφορείο για την ξεθωριασμένη βίλλα που εμενε. Τα προβλήματα του Γκρηκστόρης είχαν πάντα μια αύρα ξεθωριασμένης πολυτέλειας. Κουράστηκε να σκέφτεται. Πήρε το δρόμο του γυρισμού και σκέφτηκε σαν τη Σκαρλετ Ο΄Χαρα ότι αύριο εινα μια καινούργια μέρα. Θα σκέφτοταν αύριο την συνέχεια του χάους. Ο Μαξ τον περίμενε στο Σκαιπ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: