Αναγνώστες

Σάββατο, 26 Ιουλίου 2008

Της παραλίας τα όνειρα και των θάμνων τα περεταίρω…(2)

Συνεχίζεται απο το "Της παραλίας τα όνειρα και των θάμνων τα περεταίρω..(1)"

Όπως έκανα την περιδιάβαση μου ξανάπεσα πάνω στο κτιστοειδές. Κοντοστάθηκα, κοιταχτήκαμε στα μάτια κάτω απ’ το φως της φεγγαράδας και πήρα κατά παράδοξο τρόπο την πρωτοβουλία του χουφτώματος. Όπως χούφτωνα η παλάμη μου έμεινε ανοικτή, διάπλατη, δεν μπορούσε να κλείσει. Σαν να ειχα πιασει στα χερια μου τα υψωματα Γκολαν (τωρα πως μου ‘ρθε να ανακατέψω τους Ισραηλινούς δεν έχω ιδέα, γάμησε τα μιλάμε, χάος το μυαλό του γκέι).
Το στο καλό ήταν αυτό; Μήπως έπιασα κατά λάθος το κλαδί κανενός δέντρου; Τον κοίταξα ξανά στα μάτια και τότε κατάλαβα ότι το μόνο που χούφτωνα και δεν έκλεινε η παλάμη ήταν το δικό του κλαδί. Αυτό δεν ήταν κλαδί, ήταν κορμός δέντρου και μάλιστα κυπριακού αιωνόβιου. ! Τι τύχη ήταν αυτή, τι λαχνός. Αλλά μικρής διάρκειας. Αντί να με χουφτώσει από πίσω με χούφτωσε από μπροστά. Ίσως να ‘κανε λάθος. Του άνοιξα το παντελόνι για να τον απελευθερώσω από την καταπίεση και ξεπετάχτηκε μια πυρκαγιά μαινόμενη. Προσπάθησα να την σβήσω με τα υγρά της προφορικής μου επικοινωνίας αλλά το κτιστοειδες χρειαζόταν κι’ αυτό σωλήνα πυροσβεστικής όπως κι’ εγώ. Τι κρίμα, τι σπατάλη υλικού!




Αργότερα ικανοποιήθηκα μ’ έναν ανορεξικό ο οποίος δεν ήταν και άσχετος σε αυτό που έκανε αλλά όχι και ηφαίστειο. Αλλά…φακκούν του παπά με τα πρόσφορα?

Ήταν λοιπόν ακόμα μια και ίσως η πιο σημαντική πρώτη επίσημη των διακοπών μου. Οι νύχτες που ακολούθησαν ήταν θεαματικές για τα δασουδικά δεδομένα. Δεν υπήρχε μόνο κίνηση εκεί, γινόταν σε κάποιες βραδιές διαδήλωση.

Εκείνο που με καθήλωνε κάθε βραδιά όμως ήταν οι εικόνες που έβλεπα και που βλέπω βέβαια. Κάθε φορά που αρχίζω την περιδιάβαση περνώ από κάποιες ιστιοσανίδες εγκαταλειμμένες δίπλα στο περίπτερο για τα θαλασσινά σπορτς. Και βλέπω κάθε βράδυ τρεις γάτες απλωμένες νωχελικά να κοιτάζουν τον κάθε διαβάτη, να μην ενοχλούνται και να συνεχίζουν ατάραχες την ξάπλα και τον ύπνο τους. Τώρα αυτό είναι μια εικόνα που δεν την βλέπω κάθε μέρα. Μπανάλ εικόνα ίσως ναι, αλλά μια όμορφη πεζή εικόνα συμβολική του χώρου πο�F� κινούμαι – νωχελικότητα, τεμπελιά, βαριεστιμάρα, μη μου τους κύκλους τάραττε, η νοοτροπία του τόπου μας, πόσο μου έχουν λείψει αυτά τα χαρακτηριστικά. Τα δίποδα να ξεσκίζονται μέσα στις φυλλωσιές και τα τετράποδα ανενόχλητα να παίρνουν μάτι. Σε ποια άλλη χώρα το συναντά κάποιος αυ�84ό;

Συνεχίζω τον νωχελικό περίπατο μου και τα μάτια μου παίζουν σαν νυχτόβιο που ψάχνει τα λεία του στο σκοτάδι αλλά δεν μπορώ να συγκεντρωθώ ολοκληρωτικά στο κυνήγι γιατί με συνεπαίρνει το σκηνικό του θεατρικού στο οποίο είμαι πρωταγωνιστής: Ο ήχος του κύματος που σπάει χαλαρά στην άμμο της ακτής, η τρεμουλιαστή αντανάκλαση της φεγγαράδας στο νερό της λεμεσιανής μεσογείου, το φεγγάρι που μόλις και ξεπετάχτηκε απ’ τον ορίζοντα κι’ είναι γεμάτο, όμορφα χλωμό και το αλαφρύ θρόισμα των φύλλων με κάνει να ξεχνιέμαι, να ξεχνώ την ορμονική μου ανάγκη και να φεύγω στις σκέψεις μου. Η μυρωδιά της αρμύρας με παραισθησιάζει και αναπνέω βαθειά να μην χάσω κανένα ίχνος της και ολόκληρη η ψυχή μου η ταλαιπωρημένη κατακλύζεται από μια ρομαντική, αόριστη νοσταλγία και μια πικράδα συνάμα. Θέλω δεν θέλω, σκέφτομαι τον Σσιατς, τον Μπένυ, οι εικόνες του παρελθόντος μου πλημμυρούν την ανάμνηση και κάπου κάπου πέφτει έτσι αδέσποτα ένα μικρό δακρυ. Τους πεθυμώ; Μου λείπουν; Αναρρώνω από την κραιπάλη των πεντακόσιων και πλέον ημερών; Η φάουσα του Gypsy’s και ο άντρας της θα μου έλεγε αυτή την στιγμή „είσαι μαλάκας“ και μπορεί να ‘χει και δίκιο αλλά την ανάμνηση δεν μπορεί να την χαλιναγωγήσεις (ποια είναι αυτή η μέγαιρα η άλλως φαουσα του Gypsy’s ακολουθεί ανάρτηση λίαν συντόμως).

Διώχνω τις σκέψεις γρήγορα και γυρνώ στο τώρα και στο κυνήγι της νύχτας με φόντο το ειδυλλιακό τοπίο. Και να μην βρω κάποιον να με ευχαριστήσει δεν δίνω δεκάρα. Οι εικόνες που με συνοδεύουν στο κάθε μου βήμα είναι μοναδικές, είναι όμορφες και με τον τρόπο τους ηδονικές, δεν χρειάζομαι οπωσδήποτε το αίσθημα ενός οργάνου να με κάνει να ηρεμήσω. Κι’ αυτό που βλέπω και με κάνει να νιώθω είναι παραπάνω από αρκετό…

Τώρα το κλείνω το βιβλίο. Είναι βράδυ ξανά και το ειδύλλιο με φωνάζει…Και οι κρυμμένοι των θάμνων το ίδιο. Πως μπορώ να τους χαλάσω χατίρι; Πολλοί την δόξα μίσησαν αλλά τους θάμνους ουδείς. Καληνύχτα.
Λεξεις-Κλειδια: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Δεν υπάρχουν σχόλια: