Αναγνώστες

Τρίτη, 6 Ιανουαρίου 2009

Η ζωή στον Άδη (3) – Η επιστροφή της Περσεφόνης (3)

Η δουλειά άρχισε καλά και απορροφήθηκα σ’ έναν καινούργιο κόσμο, μόνος, ανεξάρτητος και … ναι, ικανοποιημένος. Υπήρχε Θεός άραγε;
Ήταν καινούργια τοπία για μένα αυτά που εξερευνούσα αλλά δεν ένιωθα πια φόβο, δεν ένιωθα ανασφάλεια, αντίθετα ένιωθα για πρώτη φορά συνειδητά μετά από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα αυτοπεποίθηση και δύναμη. Τα βράδια πήγαινα στην Λεμεσό ενώ μπορούσα να μείνω στην Πάφο γιατί ήθελα να ζήσω την οικογένεια μου. Και μαζί της ζούσα και του φίλους μου με έναν άλλο αέρα. Μου έκανε καλό η Κύπρος όπως την ζούσα τώρα.

Και ήταν ο Σσιάτς μόνος του στην Γερμάνια. Τον άφησα σε κατάσταση πολέμου. Είχα ζήσει την δική μου μαύρη παρασκευή μια εβδομάδα πριν το ταξίδι μου στην Κύπρο: Ο Σσιάτς ξαναπέρασε τα όρια του αλκοολισμού του, τα νεύρα μου είχαν γίνει γιουβέτσι, ο Μπεννυ δεν μπορούσε να περπατήσει όποτε τον έστειλα με τον μεθυσμένο Σσιατς στον γιατρό αφού εγώ ήμουν στην δουλειά για να μας πουν δυο ώρες μετά ότι είχε καρκίνο στα κόκαλα και το ίδιο βράδυ μου έκλεψαν το καμπριολέ…Να αυτοκτονούσα τότε αμέσως η μετά την Κύπρο; Αυτή ήταν η μοναδική ερώτηση και λύση που μπορούσα να θέσω στον εαυτό μου…


Οι δυνάμεις μου με εγκατέλειπαν μέρα με τη μέρα περισσότερο, δεν ήξερα τι ήταν χειρότερο: θανατοποινίτης στο Άουσβιτς ή να ζει κάποιος μαζί με τον Σσιατς; Ακόμα καλύτερη είναι ερώτηση: Ή να ‘ναι κάποιος εγώ;
Ενώ τον σκεφτόμουν συνέχεια, κι’ αυτό είναι αλήθεια, δεν ήθελα καν να τον ακούσω στο τηλέφωνο. Παρ’ όλα αυτά αυτός έπαιρνε. Κι’ εγώ καθόμουν στωικά και άκουγα την μεθυσμένη, την πονεμένη του φωνή, την απελπισία του πνιγμένη στο αλκοόλ και τις παραισθήσεις του μισοπεθαμένου μυαλού του και του μιλούσα με αγάπη ενώ ταυτόχρονα ήθελα να πέσω από βράχο απόκρημνο και να πνιγώ. Ο πόνος ήταν πια ανυπόφορος, αναζητούσα κι’ εγώ πια συνειδητά τον θάνατο, το τέλος, γιατί δεν είχα άλλη δύναμη να ζήσω. Ποιον προστάτευα περισσότερο; Εμένα ή αυτόν; Τελικά κανέναν απ’ τους δυο μας. Είμαστε κι’ οι δυο έρμαια του συστήματος που μόνοι μας δημιουργήσαμε και κρατούσαμε με νύχια και με δόντια ζωντανό.

Ήμουν τρεις μέρες στο νησί, ημέρα κυρίου είκοσι οκτώ Οκτωβρίου. Ένιωθα καλά, μια παράξενη ξεγνοιασιά κυριαρχούσε πάνω απ’ το βάρος της ψυχής μου. Ήμουν αφοσιωμένος στην δουλεία μου, εθίστηκα γρήγορα στο καινούργιο περιβάλλον στις καινούργιες συνθήκες και στην καινούργια παροδική ζωή. Αυτή η παράξενη ξεγνοιασιά…

Ο Σσιάτς τηλεφωνούσε κάθε μέρα. Και κάθε μέρα ένιωθα την αιθανόλη απ’ το τηλέφωνο να μου τρυπά τα ρουθούνια, η παραίσθηση των βαρβιτουρικών παρέσερνε και μένα στον κόσμο των παραισθήσεων. Μου έλειπε, ένιωθα ότι τον αγαπούσα, μια αγάπη αρρωστημένη, εθιστική, τι στο διάολο αγάπησα κι’ εγώ; Συνάμα δεν ήθελα να επιστρέψω στον Αδη, σαν τον Ορφέα κατάφερα να ξεφύγω την τελευταία στιγμή, δεν ήθελα να ξανασυναντήσω την αυτοκρατορία του σκότους. Δεν ήθελα, δεν ήθελα…

Κι ο Σσιάτς τηλεφωνούσε…και ρωτούσε κάθε τόσο «θα μείνεις;» κι’ εγώ απαντούσα «τίποτε δεν είναι ακόμα οριστικό, μπορεί να μην τους κάνω» και αυτός ρωτούσε ξανά και ξανά καίγω απ’ την αρχή την ιδία ιστορία που ήταν η αλήθεια που δεν ήθελε να την πιστέψει γιατί φοβόταν την μόνιμη απουσία μου απ’ την ζωή του και το πάθος του.
Την μέρα του «ΟΧΙ» με πήρε όπως πάντα τηλέφωνο. Και η κουρασμένη του φωνή η εξαντλημένη μου είπε περήφανη «Σσιατς, έχω να πιω από χτες το βράδυ». Η κοροϊδία και το ψέμα με κούρασαν τόσο πολύ που δεν αντέδρασα καν στην πρόταση του, απλά είπα ένα «μπράβο» ξερό και ήξερα κι εγώ όπως κι’ αυτός ότι αφού δεν ήταν η πρώτη φορά δεν θα ήταν ούτε και η τελευταία. Πολλοί την δόξα εμίσησαν αλλά οι γκέι το πέος και οι αλκοολικοί το ποτό ποτέ… Είμαστε όλοι τελικά κυριαρχημένοι από έναν εθισμό. Ότι και να ‘ναι αυτός…Η ερώτηση είναι ποιος είναι ο καλύτερος εθισμός;

Τρεις μέρες μετά μίλησα με μια φίλη που ανάλαβε τον Μπεννυ γιατί δεν μπορούσα να τον αφήσω στο έλεος του Σσιάτς, που τον λάτρευε μεν αλλά τον παραμελούσε ακούσια δε. Παράλληλα μιλούσα με τον Σσιατς που εξακολουθούσε το ίδιο παραμύθι. Ήταν ικανός να σκεφτεί τα πάντα με σκοπό να τραβήξει πίσω στην Γερμάνια που θα πήγαινα ούτος η άλλως. Αλλά το βιολί βιολί. Δεν έπινε πια και υπόφερε φοβερά από την αποτοξίνωση. Θεωρητικά έλεγε την αλήθεια, η αλκοολική αποτοξίνωση είναι μια δραματική διαδικασία. Θεωρητικά ξέραμε κι’ οι δυο τι σημαίνει αποτοξίνωση και ήταν επόμενο ότι μου περιέγραφε τα συμπτώματα πολύ πειστικά. Αλλά εγώ ήμουν τέσσερις χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά και δεν είχα την θέληση να πιστέψω οτιδήποτε, δεν είχα και την δυνατότητα την ψυχική να πιστέψω η να ελπίσω οτιδήποτε, ήμουν απόλυτα συγκεντρωμένος στην δουλειά μου που ήταν για μένα πολύ σημαντική και ευχάριστη και έκανε κάπως τον Σσιατς να φαίνεται σαν ένας μακρινός εφιάλτης, καλά κρυμμένος στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Η φίλη όμως μου είπε άλλα από αυτά που περίμενα να ακούσω: ότι ο Σσιατς πραγματικά δεν πίνει εδώ και τρεις μέρες και ότι είναι πολύ άσχημα. Κι’ αυτό το θέατρο το ήξερα: ότι δεν μπορούσε ο Σσιατς να αποκτήσει με την παιδικότητα του το αποκτούσε με εικονικές αρρώστιες, αδιαθεσίες και ακινησίες στο κρεβάτι. Η φίλη μας ήταν το καινούργιο θύμα γιατί δεν ήξερε καλά. Την προειδοποίησα πριν φύγω αλλά μάταια. Είχε πέσει θύμα του. Την εκμεταλλευόταν στο έπακρο: Της έδινε τον Μπεννυ το πρωί, το μεσημέρι, το βράδυ κι’ ίδιος ψόφιος στο κρεβάτι. Ερχόταν η καημένη και καθάριζε όλο το διαμέρισμα από γωνίας, φρόντιζε τον Μπεννυ, έφερνε φαγητό του Σσιάτς κι’ έφευγε. Κι’ αυτό το παιγνίδι κάθε μέρα. Είχα αρχίσει να παίρνω ξανά μπουρλότο. Πόσο μαλάκα τον έκανε η αρρώστια του; Ποσά όρια υπήρχαν ακόμα;

Μπήκε η δεύτερη εβδομάδα στην Κύπρο και ξαφνικά παρατήρησα ότι ο Σσιάτς σταμάτησε τα τηλεφωνά. Δεν παραξενεύτηκα, το περίμενα αντιθέτως. Ήταν φυσιολογική εξέλιξη, παραδόθηκε ξανά και άβουλα ολοκληρωτικά στο ποτό και έχασε την επαφή με την πραγματικότητα. Δεν ανησύχησα ουσιαστικά, περίμενα ότι σε μια δυο μέρες θα κτυπούσε το κινητό με την σπαραγμένη φωνή του Σσιατς να μου μιλά. Αλλά δεν… Πέρασε μια μέρα, πέρασε δεύτερη μετά το διάστημα που έδωσα στον εαυτό μου αλλά Σσιατς δεν ακουγόταν. Λες; Με λυπήθηκε ο Θεός και τον οδήγησε σε μια πετυχημένη αυτοκτονία; Υπήρχε Θεός;

Ίσως και να υπήρχε… Με πήρε τηλέφωνο δυο μέρες πριν φύγω αφού κάναμε μια εβδομάδα να μιλήσουμε. Μόλις άκουσα την φωνή του τον έβρισα, μπαμ και κάτω. Μην συνηθίσουμε και σε καλές αντιδράσεις. Όταν τον άφησα επιτέλους να μιλήσει ακούστηκε η φωνή του διαφορετική: καθαρή, σταθερή κουρασμένη αλλά αληθινή. Καμπανάκια συναγερμού στο κεφάλι μου να κτυπούν. Τι έγινε;

Ο Σσιάτς δεν άντεξε τα συμπτώματα της δήθεν αποτοξίνωσης που αποφάσισε μόνος να αρχίσει, χωρίς ιατρική πίεση η απειλή από μένα. Κι’ επειδή πίστεψε ότι ήθελε να κάνει αποτοξίνωση αποφάσισε και κλείστηκε με ελεύθερη βούληση στην κλειστή ψυχιατρική πτέρυγα για μια εβδομάδα.

Πήγε εκεί ένα βράδυ παρασκευής και τους είπε ποιος ήταν. Ναι είχαμε γίνει πατέντα στο κλίνικουμ του Άαχεν όπως και σε ολόκληρη την πόλη, ένα σωστό trademark με προστατευμένα δικαιώματα χρήσης. Κι’ όταν έφτασε στο νοσοκομείο και τους έδειξε την ταυτότητα του το μόνο που δεν τον ρώτησαν ήταν που ήμουν εγώ. Μάλλον πίστεψαν ότι τον εγκατέλειψα…

Τους εξήγησε σε ποια κατάσταση βρισκόταν. Είχα μια εβδομάδα να πιει, άρχισε να έχει σπασμούς (από το φκάλε σπάσμα), τρέμουλο συνεχές, κρύα εφίδρωση σε συνεχή βάση, κρίσεις αγωνίας και πανικού, βασικά όλο το πακέτο Wash and Go!
Ο εφημερεύων γιατρός του είπε ότι δεν είχε διαθέσιμα κρεβάτια μέχρι την επόμενη δευτέρα και τον έστειλε από κει που ήρθε. Αλλά ο Σσιατς δεν το κουνούσε. Ο γιατρός δεν το κουνούσε, ο Σσιατς δεν το κουνούσε, μέχρι που ο γιατρός του είπε οργισμένα να φύγει, να αρχίσει ξανά να πίνει μέχρι την δευτέρα και την δευτέρα να ξαναπάει στο νοσοκομείο εσώκλειστος στην ψυχιατρική για να ξαναρχίσει την αποτοξίνωση. Κάνεις όμως δεν κατάλαβε ποτέ τι εστί Σσιάτς. Όπως ήταν εκεί πρόσωπο με πρόσωπο με τον γιατρό σε εφημερία στην κατάσταση του ο Σσιάτς ανακοίνωσε δυνατά και καθαρά ότι αν δεν τον εισάγουν μέσα εδώ και τώρα θα φύγει όπως του είπαν και θα πάει να πέσει στις γραμμές του τραίνου να σκοτωθεί και να δώσει ένα τέλος στο μαρτύριο του. Υπήρχε Θεός που τον φώτισε επιτέλους;

Αμέσως έπεσε συναγερμός στο νοσοκομείο, κατέβηκαν οι ζουρλομανδακηδες και τον πήραν σηκωτό στην εσώκλειστη. Εκεί έμεινε μια εβδομάδα. (συνεχίζεται)
Λεξεις-Κλειδια: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

1 σχόλιο:

apparos είπε...

Μένω με το στόμα ανοιχτό!

Για να δούμε αν είχαν θετική κατάληξη τα πράγματα αυτή την φορά!

Αν μου επιτρέπεις να σε κρίνω, θα σε κρίνω για τις σκέψεις αυτοκτονίας!

Άνθρωπε μου, έχεις περάσει τόσα και τόσα στην ζωή σου, τώρα σκέφτεσαι να εγκαταλείψεις, για μερικές μαζεμένες ατυχίες;
Αν υπολογίζω σωστά από τα γραφόμενα σου, η σκέψη αυτοκτονίας την αναφέρεις ως μια λύση για το μαρτύριο και ποτέ δεν πέρασε από στην σφαίρα του πειρασμού για υλοποίηση.

Επίσης δεν μπορώ να φανταστώ σε τι απόγνωση έφτασες με τον άνθρωπο σου για να κάμνεις τέτοιες σκέψεις για την λύτρωση του. Μπορώ όμως να σε θαυμάσω για το θάρρος σου και το κουράγιο σου και να αναγνωρίσω την αγάπη σου για αυτό τον άνθρωπο!!

Ίσος υπάρχει Θεός, ίσος σε έστειλεν στην ζωή του!

Φιλιά ρε πελλό τζαι να μου προσέχεις τον greekstories!