Αναγνώστες

Παρασκευή, 1 Μαΐου 2009

Πρωτομαγιάτικα κυνηγητά…

Δεν ξέρω τι γίνεται στις υπόλοιπες χώρες του κόσμου και για να ‘μια ειλικρινής δεν με ενδιαφέρει γιατί δεν είχα ποτέ καμιά ιδιαίτερη σχέση με την πρωτομαγιά. Δεν είμαι ούτε παγανιστής (αν και ταυτίζομαι πολύ με πολλά σύμβολα του παγανισμού), δεν είμαι κομμουνιστής (αν και η πρωτομαγιά από το Σικάγο ξεκίνησε, άρα καθ’ αυτόν καθαρή αμερικανική επέτειος) και δεν είμαι ευτυχώς Γερμανός.

Οι Γερμανοί συνέχισαν το παγανιστικό συνήθειο κάπως μεταλλαγμένο και στις τριάντα Απριλίου, παραμονή της πρωτομαγιάς τρέχουν από το απόγευμα σαν υστερικοί να βρουν κλαδιά δέντρων τόσο μεγάλα όσο ένα νεαρό δέντρο, να τα κόψουν, να τα στολίσουν με γιρλάντες πολύχρωμες και να τα στήσουν το βράδυ κάτω από το παράθυρο της αγαπημένης τους για της δείξουν ότι την θέλουν στ’ αλήθεια και να πάει καλά η σχέση τους όλο το χρόνο. Κάτι δηλαδή σαν πρωτοχρονιά, ανάσταση, καρναβάλι και οποιαδήποτε άλλη γιορτή που γίνεται το έλα αφορμή βοήθα με για να τα σπάσουμε στο ποτό και στο μεθύσι. Ο Γερμανός χρειάζεται πάντα μια αφορμή για να πιει, για να ‘ρθει στο κέφι τσακίρ και συνεπώς για να του σηκωθεί, διαφορετικά δεν…



Όταν ήμουν φοιτητής η γιορτή της πρωτομαγιάς δεν ήταν τόοοοσο μεγάλη υπόθεση. Γίνονταν αυτά που γίνονταν αλλά σε περιορισμένο βαθμό. Την τελευταία πενταετία όμως μετά από συντονισμένες στρατηγικές μάρκετινγκ όλων νυκτερινών γίνεται στις τριάντα Απριλίου το έλα να δεις. Και αυτό γιατί δίπλα μας, στην Ολλανδία έχουν την τριακοστή Απριλίου σαν μέρα της βασίλισσας οπού κάθε χρόνο μαζεύονται περισσότεροι από μισό εκατομμύριο επισκέπτες για να γιουχαΐσουν την Βεατρικη (άλλη λόξα κι’ αυτή). Ο Γερμανός λοιπόν που δεν χωνεύει ιδιαιτέρα τον Ολλανδό σκέφτηκε τι να κάνω για να τους την σπάσω και αναβάθμισε την γιορτή της πρωτομαγιάς.

Εγώ πάντα απών απ’ αυτά τα ποταπά. Ήθελα πάντα την ησυχία μου. Ειδικά τώρα με την καινούργια μου δουλειά που με πηδά κανονικά που να βρω όρεξη και διάθεση για έξω. Αρχή είναι πρέπει να συνηθίσω.
Χτες το βραδύ με ρώτησε ο Σσιατς αν ήθελα να βγω μαζί του και με τους καινούργιους του φίλους. Τα περί Σσιάτς τα γραφώ στο παρασκήνιο και σε μια στιγμή θα δημοσιευτούν κι’ αυτά.

Η νύχτα ήταν πολύ γλυκιά, η δεύτερη γλυκιά νύχτα της Άνοιξης φέτος, είχε καλή θερμοκρασία, και οι μυρωδιές του αέρα ξυπνούσαν βαθειά κοιμισμένες επιθυμίες. Δέχτηκα να πάω να τους συναντηθώ με υστεροβουλία, γιατί μετά ήθελα να βγω στο κυνήγι για καθυσηχασμό τεστοστερονούχων δυσκολιών. Είχα μόλις επιστρέψει από το Παλατινάτο της Ρηνανίας οπού είχα την ευκαιρία παράλληλα με την δουλειά να απολαύσω τις εξωπραγματικές εικόνες των οχθών του Μοζελ και ήμουν κάπως κουρασμένος αφού έκανα και ενδιάμεσο σταθμό στο γυμναστήριο, ήταν όμως κρίμα να αφήσω τέτοια νύκτα να φύγει χωρίς να την νιώσω στο ελάχιστο της.

Τον άφησα να ετοιμαστεί, πάντα τοπ ντυμένος ο Σσιατς, και να προπορευθεί. Έκανα κάποια τηλεφωνήματα, ντύθηκα κάτι σαν λετσος αφού δεν είχα όρεξη να μπω στα εικοστεσσερα μου που ούτως η άλλως δεν είχα για να πάω στην φοιτητική περιοχή και ξεκίνησα απ’ το σπίτι με κατεύθυνση την Ποντστρασσε οπού βρίσκονται όλα τα μπαρ, μπυραρίες και εστιατόρια του κέντρου, όχι όλα αλλά τα περισσότερα.

Η νύχτα μύριζε στ’ αλήθεια άνοιξη. Γνώριμο συναίσθημα μετά από ένα χρόνο χειμερίας νάρκης. Το μισοφέγγαρο πάνω ψηλά στο αχανές σκοτάδι με συνόδευε στα λίγα μέτρα που είχα να διανύσω μέχρι την Ποντστρασσε όπως έκανε και πέρσι και προπερσι.

Με το που άφησα την τελευταία γωνιά του δρόμου πίσω μου και μπήκα στην Ποντστρασσε έπαθα αγοραφοβία: το «γεμάτη» δεν περιγράφει την κατασταση που επικρατούσε. Ο κόσμος πατεις με πατώ σε, σαν μην είχε μια ζωή ξαναβγεί απ’ το σπίτι του, ήταν εμφανείς οι κλεισούρες ενός ολοκλήρου χειμώνα.

Κάτω από κανονικές συνθήκες θα μου άρεσε. Αλλά μόλις αντίκρισα την εικόνα της πολυκοσμίας και χωρίς να προηγηθεί τίποτε συγκεκριμένο και άσχημο, ούτε το ίδιο βράδι αλλά ούτε και τις προηγούμενες μέρες άρχισαν τα δάκρυα να τρέχουν απ’ τα μάτια μου ποτάμι. «Ρε Γκρηκστορης σταμάτα γιε μου, τι έπαθες στα καλά καθούμενα;» Τίποτε εγώ, να εκεί το δάκρυ βροχή. Άλλαξα κατεύθυνση και στράφηκα πρόσω ολοταχώς στο πάρκο της αμαρτίας να ηρεμήσω και να καταλάβω τι μου συνεβαινε. Μα έτσι ξαφνικά κλάμα γοερό; Άρχισα να πελλοδειχνω παραπάνω απ’ ότι επελλοδειχνα μέχρι τώρα;

Κάθισα σ’ ένα παγκάκι να ηρεμήσω. Έπαιξα το επόμενα δάκρυα γιατί δεν ήξερα για ποιο λόγο τα έχυνα. Κάθισα και σκέφτηκα…

Το υποσυνείδητο μας είναι τελικά ο τελειότερος αποθηκευτής αναμνήσεων και εικόνων, όχι RAM και gigabytes και παπαριες. Υποσυνείδητο για όλες τις εκδόσεις Windows. Ήταν ακριβώς η ίδια εικόνα που έζησα όλες τις σαιζόν των τελευταίων δυόμιση χρονών, καθώς έβγαινα τα ανοιξιάτικα και τα καλοκαιρινά βράδια στην αναζήτηση του πτώματος του Σσιατς, στη αναζήτηση της πλανεμένης του ψυχής και του θολού του μυαλού που τελικά θόλωσε και το δικό μου κατά τα φαινόμενα. Η ίδια εικόνα που δεν σβήστηκε από την μνήμη μου αλλά μπήκε κάπου εκεί βαθειά στο υποσυνείδητο δεν έγινε formated όπως τα δεδομένα του υπολογιστή αλλά μένει εκεί σαν φάκελος ρίζας.

Εικόνες που τελικά θα με κατατρέχουν, που δεν θα σβήσουν ποτέ μάλλον, άραγε θα τα καταφέρω ποτέ να συνυπάρξω μαζί τους;

2 σχόλια:

Salonika3 είπε...

Παει μας χαλασες και εσυ!!ΤΟ εξωτερικο φταιει....Ελα κυπρο να φας καμια φλαουνα να στανιαρεις:PP

btw τα περιγραφεις τελεια!!!Γερμανια ειναι εκει τι περιμενεις???ΠΟσα εκαταομυρια πληθυσμος, ερε πως φαινεται το χωριο!!χαχα!!Πλακιτσα!!!!
Καλα να περνας και παλι!!

apparos είπε...

Άμμα κάτι πονά, πονά, όσο τζαι αν θέλουμε να παίξουμε πελλό. Θα συνυπάρξεις μαζι τους μια χαρά! Προσαρμοζόμαστε εύκολα!

Καλό μήνα τζαι να παν ούλα καλά με την δουλεία σου αλλά τζαι στα προσωπικά!