Αναγνώστες

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2009

Ο αρσενικός Carrie Bradshaw

Η μανία για τα παπούτσια δεν είναι ένα καθαρά γυναικείο φαινόμενο, είναι και φαινόμενο γκέι, είναι και φαινόμενο μετροσεξιουαλ (γι’ αυτούς που πιστεύουν αυτές τις μαλακιές) είναι και γενικά φαινόμενο αντρικό. Σε τελευταία ανάλυση δεν κατάλαβα καλά δηλαδή: γιατί να είναι η μανία για ρούχα, παπούτσια, συλλογή εραστών και μεταφυσικών ανησυχιών, στην καθομιλουμένη γνωστές και σαν κουτσομπολιό, ένα καθαρά θέμα γυναικών και τουτέστιν κλισέ και ταμπού για μας τους άντρες. Εμείς δηλαδή δεν έχουμε ευαισθησίες του είδους; Ε λοιπόν έχω νέα γι’ αυτούς που αντιστέκονται σθεναρά σε αυτά τα κλισέ: τους εθισμούς του είδους τους έχουμε κι’ εμείς τα αρσενικά, ανεξάρτητα από τα είδος της στάσης που παίρνει ο καθένας και την είσοδο της ικανοποίησης του.

Αυτά για την εισαγωγή.

Τα απογεύματα της Άνοιξης και όταν έχω ελεύθερο χρόνο, δηλαδή περισσότερο τα σαββατοκύριακα τα παίρνουμε με τον Σσιατς σ’ ένα φοιτητικό καφέ, που υπάρχει και χαρακτηρίζει το κέντρο της φοιτητικής και μη ζωής του Άαχεν από τα τέλη της δεκαετία του εβδομήντα. Ελληνική βέβαια ιδιοκτησία, το καφέ έχει αλλάξει σχεδόν τόσες όψεις όσο και τα χρόνια της ύπαρξης του και παραμένει έτσι πάντα «ην» και αρχή και τέλος της καθημερινής εξόδου στο κωλοχωρι που ζούμε.

Ο Σσιατς απέκτησε καινούργιους φίλους (προσπαθώ ακόμα να ανακαλύψω το πρόβλημα τους, γιατί σίγουρα ένα πρόβλημα θα το έχουν αλλά επειδή ο ελεύθερος μου χρόνος είναι δυστυχώς, επαναλαμβάνομαι γαμωτο μου, πολύ ελάχιστος, δεν μπόρεσα να ασχοληθώ ακόμα εκτεταμένα μαζί τους και να κάνω ψυχανάλυση που θα με οδηγήσει σε πεφωτισμένα αποφθέγματα).



Κυριακή απόγευμα δυο εβδομάδες εγκοου καθόμασταν λοιπόν στους ραταν καναπέδες με τα άσπρα μαξιλάρια της Τανγκεντε (έτσι λέγεται το καφέ, μετάφραση «εφαπτόμενη», το όνομα είναι το μονό που δεν άλλαξε μέσα σε τρεισήμισι δεκαετίες) και απλά υπήρχαμε. Ο Σσιατς με τους φίλους του να χαριεντίζεται κι’ εγώ με βλέμμα απλανές προς το μαλακισμενο να προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου ότι περνάμε καλά.

Εκεί που το βλέμμα μυ πλανιόταν αδέσποτα εκεί κι’ εδώ χωρίς σκοπό τον είδα. Καθόταν στον λοξά απέναντι καναπέ διπλά σ’ ένα συμπαθητικό κορίτσι, και στα πόδια του βρισκόταν ένα πράγμα με τέσσερα πόδια και τριχωτό που θύμιζε είδος σκυλού. Έμεινα να παρακολουθώ το πρόσωπο του που ήταν σε γενικές γραμμές ότι μου άρεσε σ’ έναν άντρα: κοκκαλωτο, με γωνιες, χωρίς διπλοσάγονο και ξυρισμένο κεφάλι. Ήταν μια διαφορετική αλλά συνάμα και παρομοια έκδοση του Μαλκοβιτς στο πιο σεξουαλικό και νεαρό. Τον αισθάνθηκα πολύ ελκυστικό και έμεινα στυλωμένος εκεί να τον παρακολουθώ όταν αντιλήφτηκα ότι τα βλέμματα μας συναντήθηκαν.

Γυρνώντας λοιπόν στα κλισέ της μνήμης μου διάλεξα το πιο κλασσικό απ’ όλα για ξεφύγω από την αμηχανία της απρογραμμάτιστης συνάντησης αλλά και για να εκμεταλλευτώ την ευκαιρία μιας πρώτης επαφής και με το πιο μαγκέψαμε μ’ ένα γκέι τατς αντρουα ύφος μου είπα:

- Μα τι γλυκό σκυλάκι. Είναι υπέροχο.

Παράλληλα έλεγα από μέσα μου σε μένα «Γκρηκστορης, είσαι παραπάνω από ηλίθιος, δεν βρήκες χειρότερο να πεις απ’ αυτό;». Την έκανα όμως την κίνηση και ο Μαλκοβιτς δάγκωσε το δόλωμα και αρχίσαμε μια σκυλοαναλυτικη συζήτηση: ο σκύλος του, ο σκύλος μου, κάνουν αυτό, εκείνο, το άλλο, είναι οι πιο έξυπνοι το κόσμου, δεν υπάρχουν δεύτεροι κουλουπου.

Εκεί που ασχολούμασταν με, κυριολεκτικά, τρίχες, πρόσεξα τα παπούτσια του. Πριν συνεχίσω νιώθω ότι πρέπει να αναφέρω ότι έχω, πέραν από τις γνωστές, κάποιες ατυπικες λόξες η διαφορετικά, μανίες: παπούτσια, ρολόγια και γυαλιά του ήλιου. Θα μπορούσα, αν είχα την δυνατότητα, να ξοδεύω περιουσίες πάνω σε αυτά τα ασήμαντα ειδή, που με κάνουν να τρελαίνομαι και να συμπεριφέρομαι σαν μανιακός. Δυστυχώς δεν υπάρχουν τα μέσα να ικανοποιώ αυτές τις λόξες, το γούστο όμως παραμένει και είναι πολύ απαιτητικό.

Είναι βασικό στοιχειό στην σεξουαλική ακτινοβολία ενός άντρα το παπούτσι και η κάλτσα που φορά. Δεν πάει να ήταν ο Μαρλον Μπραντο μπροστά μου, αν φορούσε παπούτσι ακατονόμαστο, να πούμε από του Ττοφη της δεκαετίας του ογδόντα στην Λεμεσό, δεν θα μου επέτρεπα να γυρίζω να τον κοιτάξω. Είναι θέμα τιμής και αξιοπρεπείας: πως θα είναι αυτός ο σεξουαλας στο κρεβάτι αν δεν είναι ικανός να φορέσει ένα παπούτσι της προκοπής; Όλα έχουν μια διασύνδεση μεταξύ τους και η πιο βασική και σημαντική είναι το παπούτσι και η κάλτσα. Φαντάζεστε δηλαδή να φορά κάποιος ένα αντρικό ζευγάρι Μανολο Μπλανικ σε συνδυασμό με άσπρη κάλτσα από την ΕΣΕΛ; Ααααααα! Βοήθεια!

Κοιτάζοντας λοιπόν τα παπούτσια του μου κόπηκε η αναπνοή. Ο Σσιατς ντύνεται κοινώς ομολογουμένως παρά πολύ μοδατα, θα μπορούσαμε να είχαμε ανοίξει μπουτίκ και γκαλερί με τα ρούχα του. Τα παπούτσια είναι αποδεκτά αλλά μονό αυτό: αποδεκτά. Κοιτάζοντας τα παπούτσια του Μαλκοβιτς έμεινα ξερός. Δεν είχα ξαναδεί τα τελευταία χρόνια πιο δημιουργικό και εκφραστικό σχέδιο σε παπούτσι αντρικό λεζερ απ αυτά που φορούσε ο σεξουαλικός Μαλκοβιτς. Το στόμα μου έμεινε σε μισάνοικτη θέση, σαν την Βουγιουκλάκη στην ταινίες της που όταν ήθελε να το παίξει ηδυπαθής μισάνοιγε τα χείλη της και τρεμόπαιζε το από πάνω. Εμένα η διάφορα ήταν ότι δεν τρεμόπαιζε αλλά έμεινε αποσβολωμένο.

Ο Σσιατς που ήδη άρχισε να παρατηρεί τις ασυνήθιστες μου αντιδράσεις άρχισε να βγάζει σπυριά. Φυσικά για μένα δεν υπήρχε πια Σσιατς εκείνη την στιγμή και στο ένα εκατομμύριο στιγμές που ακλούθησαν.
Ο Μαλκοβιτς πρόσεξε την αποσβολωμαρα μου και παρακολακευτηκε κι’ εγώ τον άφησα να κολακεύεται κάνοντας του τα θετικότατα σχόλια μου για τα παπούτσια του. Καβαλώντας το καλάμι ο Μαλκοβιτς μου ανάφερε ότι ήταν της μάρκας ΝτιΣκουεαρ και ότι τα πηρέ από το Μόναχο αλλά τώρα μπορεί κάποιος να τα αγοράσει και το Τζεηντς στο Ντίσελντορφ. Εγώ έκανα ότι εκπλάγηκα γι’ αυτή την πληροφορία της ντεκατανς της Ντισκουεαρ σαν να ήξερα τι ήταν το ΝτιΣκουεαρ και το Τζεηντς στο Ντίσελντορφ. «Γκρηκστορης σκάσε και κάνε ότι ξέρεις για πιο πράγμα μιλά». Ένιωσα όμως μέσα μου κάπως μειονεκτικά. Υπήρξαν εποχές που ήμουν μες τα πράγματα. Που παραήμουν μες τα πράγματα. Τώρα ένιωθα σαν την Ινγκριντ Μπερκμαν στον ρολό της Γκραντ Ντατσσιες Αναστασια μετά που εκκαθάρισαν τους δικούς της οι Μπολσεβίκοι: Εκτός τόπου και χρόνου. «Γκρηκστορης στηθου, άρχισε να το παίζεις, μεν σε πάρει που την Ντάλα της Πάφου».

Μου έδωσε ινσαιντ πληροφορίες για την Ντισκουεαρ (εγώ είχα ήδη χεστει) και μου αποκάλυψε εμμέσως την λοξά που είχε για την μόδα (λες και δεν το είχαμε καταλάβει μέχρι στιγμής). Κάποτε εξαντλήσαμε το θέμα και αφοσιωθήκαμε αναγκαστικά στους συνόδους μας: εκείνος στην κύπελλα δίπλα του και εγώ στον Σσιατς και για την ακρίβεια σε μένα και στην μόνιμη αίσθηση της μοναξιάς μου. Τα βλέμματα μας συνέχισαν όμως να διασταυρώνονται έντονα αλλά μόλις γινόταν η επαφή άλλαζαν αμέσως κατεύθυνση, σαν να μην θέλαμε να προδώσουμε αυτό το απροσδιόριστο κάτι.
Κάποιες μέρες πέρασαν και για να ‘μαι ειλικρινής, ξέχασα τον φαλακρό με τα παπούτσια. Ένα βραδύ ξαναπήγαμε στην Τανγκεντε (για αλλαγή). Ήταν γεμάτη πατείς με πατώ σε. Έχανε η μανά το παιδί και το παιδί την μανά, άρα πρέπει να ήταν Σάββατο βραδύ. Ο Σσιατς με τους καινούργιους του φίλους κι’ εγώ ξανά η ακόμα με το βλέμμα το απλανές να παίζω τον ρολό του ισορροπημένου, καλογαμημενου γκέι (δύσκολος ρόλος, πάει για Άσκρα). Εκεί που βαριοβαριομουν μέχρι αηδίας και άρχισα να σκάφτομαι να φύγω (έχω την εντύπωση ότι ο Σσιατς θυμήθηκε τα αποθέματα της ελαχίστης του τεστοστερόνης και έχει ένα αφφεαρ με έναν από τους καινούργιους του φίλους που ορκίζεται σε χριστούς και παναγιές ότι είναι στρεητ – εγώ το ψιλοαμφιβαλλω αλλά δεν είμαι και μες το βρακι του για να δω τι γίνεται) είδα κάποιες γνωστές μας και πιάσαμε κουβέντα: Υπάρχει κι’ ένας θηλυκός Γκρηκστορης, η Ινγκριντ, όχι η Μπεργκμαν, μια άλλη εδώ κοντά, που είναι κι’ αυτή με τον δικό της εδώ κι’ έντεκα χρόνια και ζει μια πανομοιότυπη ευτυχία σαν την δική μου, μονό που ο δικός της δεν είναι ΑΑ). Ψιλοκουβεντιάζαμε, έπρεπε να γίνω απντεητ όσο αφορούσε την παράνομη της σχέση μ’ έναν ιταλό πιλότο του ΝΑΤΟ και μιλούσαμε με κωδικούς γιατί το σαΐνι ο δικός της ήταν ακριβώς διπλά της, ώσπου ξαφνικά είδα την αρσενική Carrie Bradshaw, τον Μαλκοβιτς, να στέκεται ακριβώς δίπλα/πίσω μου, ντυμένος λεζερ στην τρίχα με γαματα παπούτσια, αυτή την φορά εξκλουσιβ της Ναικ. Οι ματιές ανταλλάσσονταν με χρόνο ντε τε και τα χαμόγελα το ίδιο. Δεν μπόρεσα όμως να τον πιάσω κουβέντα, αντ’ αυτού ομολόγησα στην Ένρινη την ας πούμε συμπάθεια μου για την αρσενική έκδοση του Sex and the City και τη υποψία μου η επιθυμία μου ότι η Carrie Bradshaw ήταν μάλλον γκέι.

- Μα ποιος καλέ μου, είπε Ινγριντ, ο Λαρς;
- Λαρς τον λένε;
- Ναι
- Εγώ νομίζω ότι είναι γκέι.
- Αποκλείεται, αφού ξέρω ότι είναι Στριτ.
- Και πως το ξέρεις; Πηδήχτηκες μαζί του; Έχει γκόμενα;
- Όχι και όχι.
- Άρα πως ξέρεις ότι είναι στρεητ. Τίποτε πάνω δεν θυμίζει Στριτ, απολύτως τίποτε. Ο τύπος είναι γκέι και μάλιστα κρυφός (έτσι λάλησε ο Γκρηκστορης και δεν σηκώνει αμφιβολία).
- Ατε ρε, μα νομίζεις;
- Εν νομίζω, είμαι σιγουρότατος!

Πέρασε η βραδιά άδοξα και ανιαρά, πήγα σπίτι, άρχισε η εβδομάδα και έφτασε η Τέταρτη το βραδύ που όλοι πάλι ξεμυτούν για την Ποντστρασσε. Κι’ εμείς το ίδιο. Να ξεκαθαρίσω ότι ο Σσιατς κι εγώ βγαίνουμε ξεχωριστά και βρισκόμαστε προγραμματισμένα τυχαία πάντα στο ίδιο μέρος. Έτσι κι’ αυτή την Τέταρτη το βραδύ. Πάλι στην ιδία θέση, πάλι τα ίδια πρόσωπα, γνωστά και μη, σαν μην έχει περάσει καθόλου ο χρόνος. Και στην γωνία η μονή διάφορα η Carrie Bradshaw Μαλκοβιτς. Πάλι ντυμένος στην τρίχα, πάλι άλλα παπούτσια, αυτή την φορά Ασικς Ταιγκερ εξκλουσιβ, όπως μου είπε από την Νέα Υόρκη.

Ένιωσα μια ελαφριά μορφή ζήλειας. Έχω να πάω Νέα Υόρκη εδώ και δεκατρία χρόνια. Ένιωσα μια τεράστια ποσότητα αυτολυπησης: Μπροστά μου στεκόταν ένας άντρας που εξωτερικά εκπλήρωνε πολλά από αυτά που επιθυμώ, σεξουαλικά με έλκυε αφάνταστα, ένιωθα ότι η έλξη είναι αμοιβαία αλλά κάτι με εμπόδιζε να κάνω το βήμα για να προσπαθήσω να μπω στον κόσμο του. Γύρισα και είδα για μια στιγμή τον Σσιατς που στεκόταν με του φίλους του στον κόσμο του και η αυτολυπηση αυξήθηκε αστραπιαία. Ο Μαλκοβιτς μου έριχνε χαμογελά γεμάτα νόημα, εγώ έβλεπα σαλιαρίζοντας τα παπούτσια του και αποφάσισα να φύγω και να δώσω τέλος στην αυτολυπηση. Ποιος ξέρει, αν είναι πεπρωμένο, κάποτε θα τον γνωρίσω, που θα μου πάει;

3 σχόλια:

apparos είπε...

Αμανα μου, εν για αυτό που εν είδα χαϊρι. Πρέπει να πετάξω τις άσπρες κλάτσες τζαι να πιάσω παπούτσια της προκοπής!

Ρε γρεεκστοριες, απαγοητεύκεις μας. Επέρασες τόσα τζαι τόσα, τζαι κωλώνεις να πάεις να τον πιάσεις κουβέντα στα πιο ίσσια;

Νεξτ τάημ κανόνισε!

ColourfulMind είπε...

Όντως μας απογοήτευσες. Εσύ δεν κωλώνεις σ' αυτά. Θέλει αρετή και τόλμη ο έρωτας! ;-)

ΥΓ: Χωρίς να κατακρίνω τίποτα από αυτά που έγραψες, διαφωνώ με τις εμμονές για τις μάρκες γιατί πάντα θα υπάρχει κάποιος με πιο ακριβά ρούχα/ παπούτσια/ σπίτι/ αυτοκίνητο και θα νιώθουμε μειονεκτικά.

Από τότε που χώνεψα ότι δεν είναι θέμα μάρκας αλλά καλού γούστου γενικότερα ένιωσα απελευθερωμένος.

Καλή βδομάδα

Greekstories είπε...

Συμφωνω μαζι σου απολυτα...αλλα καποιο φετιχ ολοι το 'χουμε..χεχεχε