Αναγνώστες

Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2009

Η δασκάλα

Είχα κατεβάσει δυο ποτήρια Cabernet Sauvignon κρύο και ήδη ψιλοεβλεπα καλύτερα τα αστέρια στον ουρανό. Καθόμαστε στο Surf and Sun απέναντι από το δασουδι και είμαστε οι μόνοι πελάτες: εγώ κι’ η γριά. Μισή ώρα μετά κατέβηκε κι’ ο ας τον πω Γιώργο.
Αφού στανιαραμε τραβήξαμε πρόσω ολοταχώς για το Όρος της αμαρτίας η μάλλον της σωτηρίας και της εξισορρόπησης, τουτέστιν δασουδι.

Η κίνηση ήταν ελάχιστη κι’ αυτή που ήταν καλύτερα να μην ήταν. Τι γίνεται ρε γαμωτο; Αντί οι νέοι να είναι μέσα στα γυμναστήρια όλη μέρα είναι πάνω απ’ το τηγάνι της μάνας τους και οι έξη τους κοιλιακοί γίνονται σταδιακά ένας και ξεχειλωμένος.
Η γριά κι’ ο Γιώργος έφυγαν σχετικά νωρίς, εγώ έμεινα να κλείσω το μαγαζί.


Πάνω κάτω πάνω κάτω. Ναι έψαχνα μεν για σεξ αλλά δεν με πείραζε αν δεν έβρισκα και τίποτε, απολαμβάνω αυτόν τον μικρό παράδεισο τις καλοκαιρινές νύχτες της Κύπρου.
Τα μάτι μου έκοψε την σκιά του. Φορούσε καπελάκι του μπέιζμπολ (τι λόξα κι’ αυτή) είχε βγάλει το μπλουζάκι του πάνω απ’ το κεφάλι και φαινόταν σαν να φορούσε στηθόδεσμο της πλάτης (άλλη λόξα κι’ αυτή: βγαλτο χριστιανέ μου το μπλουζάκι, κρέμασε το στην μέση και δείξε μας έτσι την κορμάρα την δολοφονική. Τι το μισοβγαζεις δηλαδή; Κόπος είναι να βγει ολόκληρο; Ή μάλλον μαγκιά νάναι μισιβγαλτο;).

Τον πλησίασα, τον ερεύνησα και στεκόταν παθητικά μια μου χαζοχαμογελουσε. Ε ρε αθάνατε Κύπριε. Το αναγνώρισα με την δεύτερη ματιά που του έριξα: Ήταν η δασκάλα από πέρσι.
Πέρσι έτσι καιρό τον είχα συναντήσει για πρώτη φορά. Μου έκανε για την ηλικία του εντύπωση το σώμα του: γυμνασμένος, σφικτός, δέλτα πλάτες, μέση δακτυλίδι και θα ήταν τουλάχιστον από το πρόσωπο γύρω στα τέλη σαράντα αρχές πενήντα. Ίσως να έκανα και λάθος αλλά συνήθως δεν πέφτω έξω. Πέρσι δεν ήταν δύσκολος. Με είδε, τον είδα, έμεινε σαν άγαλμα και ανέλαβα εργολαβία. Του άνοιξα το παντελόνι, έλεγξα τα στατιστικά του στοιχεία, ενέκρινα, έπεσα στα γόνατα και ακολούθως του πρόσφερα την πόρτα του παράδεισου. Αυτό επαναλήφτηκε τουλάχιστον τρεις φορές.

Μέσα σ’ αυτό το διάστημα έπεσαν και οι δραστηριότητες ΚΥΠ. Συνάντησα τον φίλο μου τον Γιουγκοσλάβο (καλά τώρα λέγονται Σέρβοι). Αυτός δεν μου έκατσε ποτέ. Στην αρχή το πήρα προσωπικά, υπέφερα. Αργότερα έμαθα ότι του άρεσαν τα πουρά. Άρα θα το θεωρούσα προσβολή να πήγαινε μαζί μου, ήταν όμως κούκλος ο άτιμος, είχε αυτό το τσιγγάνικο πάνω του. Κι’ αυτός της ίδιας παράταξης με την δασκάλα. Πάνω στην κουβέντα τον ρώτησα για τον τύπο με το καπελάκι. Έμαθα ότι ήταν δάσκαλος, στ’ αλήθεια γύρω στα πενήντα, καλοδιατηρημένος και παντρεμενος…με γυναίκα τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια. Κάποια βράδια της εβδομάδας ξεφεύγει από τον κέρβερο του και την βγάζει στο δασουδι ψάχνοντας τεκνά σαν κι’ έμενα ή χειρότερα για να ικανοποιήσει την καταπιεσμένη, φυλακισμένη του πλευρά. Ο καθένας τα δικά του.

Κι’ ο Γιουγκο μου αυτό ηταν ακριβώς: Κι’ αυτός παντρεμένος με γένος θηλυκό, που σχεδόν κάθε βράδυ το εγκατέλειπε μόνο του στο κρεβάτι κι’ έψαχνε αναντικατάστατα του πάτερα και του παππού του να εκσπερματώσει πάνω τους. Άβυσσος η ψυχή μας και δεν υπάρχει καμιά θεωρία να την εξηγήσει.

Ψες ξαναείδα την δασκάλα. Και προψές και το πρώτο βράδυ τιμητική μόλις έφτασα στα πάτρια εδάφη. Αλλά αυτή την φορά δεν με κατάλαβε η δεσποινίς και μου το έπαιζε ντίβα. Με παραγνώρισε. Περνούσε από δίπλα μου και δεν μου έδινε σημασία. Τι; Πως το εννόησε δηλαδή αυτό; Καμιά σημασία; Δεν θα το άφηνα να περάσει απαρατήρητο με τίποτε.

Τον πλησίασα κάτω στην παράλια, τον διάκρινα από τις αντανακλάσεις των φώτων του λιμανιού στα ήρεμα νερά της θάλασσας. Στεκόταν εκεί και χαζοχαμογελουσε. Τι χαμογελάς ρε μαλακα; Κάνε κάτι, τι ήρθες να κάνεις εδώ. Συνομιλίες με τον Ταλατ; Τον άγγιξα στο στήθος, αναστέναξε, σαν την Βουγιουκλάκη στις νερόβραστες της ταινίες. Το μπλουζάκι στηθόδεσμο, το καπελάκι καπελάκι. Του άνοιξα το παντελόνι και αυτό που απελευθερώθηκε ήταν η μοναδική δικαιολογία την ανοχής μου. Επικοινώνησα μαζί του προφορικά μέχρι βάθους, μέχρι τον πυθμένα της αχαλίνωτης δίψας μου. Αλλά παράλληλα τον υποτιμούσα εντελώς. Στεκόταν εκεί αναστέναζε παθητικά και δεν έκανε τίποτα. Τον προκάλεσα να προχωρήσει.
- Μα….
- Τι μα;
- Μα…εχει κόσμο και μπορεί να μας δει…
- Καλά πέρσι δεν είχε κόσμο; Ήταν όλοι φυλακή;
- …..
- Εεεε;
- Μα….

Μανατζι και πιτατζι.
Συνέχισα αυτό που άρχισα. Τελειώνοντας είπα:

- Παρά τίποτα καλό ήταν κι’ αυτό.
- Γιατί αυτό δεν σου άρεσε;
- Όχι
- Τι εννοείς;
- Ότι είσαι άσχετος, έχε χάρη που είχα εγώ ανάγκη αλλιώς δεν σου καθόμουν
- Μα αν δεν μου άρεσες δεν θα το κάναμε ούτε κι’ αυτό
- Α καλά, να είμαι κι’ ευγνώμων. Άκου ρε φιλέ. Τι πάει να πει έχει κόσμο; Τα αλλά βράδια που ξεσκίζεσαι πριν πας να κοιμηθείς με την γυναίκα σου ο κόσμος δεν υπάρχει; Μην χεσω. Δεν μπορώ αυτές τις αδελφίστικες υποκρισίες. Αν δεν σ’ άρεσε ο κόσμος, δεν θα ερχόσουν εδώ. Άσε, εμείς δεν κάνουμε. Βρες άλλους να κάνεις τις μαλακιες σου.
Κόκκαλο η δασκάλα. Τον ευχαρίστησα κι’ έφυγα. Τον ένιωθα να με βλέπει αποσβολωμένος.

Το χάρηκα όμως!

2 σχόλια:

rose είπε...

μπράβο ρε Greekstories γιατι οταν τα λεει γυναίκα αυτά την λένε πουτάνα!

το έχει γενιά ξερεις.. των 50άριδων έχει πολλούς τεμπέλιδες και νάρκισους εκτός από υποκριτές

gay super hero είπε...

@ rose

Nαι, ενώ στις άλλες ηλικίες....

Κι εγώ για Κύπρο φέυγω σε λίγες μερες :-)