Αναγνώστες

Σάββατο, 1 Αυγούστου 2009

Νεαρός, ψήλος, όμορφος, έξυπνος με επίπεδο ψάχνει…

Περπατούσα με την γριά στο μονοπάτι το πονηρό και το ημιφωτισμενο. Ο χρόνος δεν περνά απ’ το δασουδι, παραμένει στάσιμος, και πέρσι έτσι καιρό εδώ ήμουν κι’ έπνιγα το δράμα μου στους θάμνους και τις αμμουδιές.
Φέτος τα ίδια. Δεν λέω αν το δράμα συνεχίζεται. Θα τα πω άλλη ώρα. Ένα είναι σίγουρο: τα δράματα είναι πολυπρόσωπα…

Ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση. Είχε παράστημα ο άτιμος, ήταν λεπτός, με μουσάκι γκοουτι (πως το λένε αυτό στα ελληνιστι;), πυκνό μαλλί και αντράκι. Άφησα την γριά σύξυλη και τον ακολουθησα εντελώς απροσποίητα και αδιάκριτα. Περπάτησε δήθεν αδιάφορα το δρόμο του μέχρι που έφτασε σ’ ένα κομμάτι σκοτεινό, σταμάτησε για λίγο, έκανε στροφή και ερχόταν προς την κατεύθυνση μου. Ενστικτωδώς έστριψα δεξιά το ανήφορο πάνω προς τον λόφο των περιπτύξεων. Και εντελώς, μα εντελώς τυχαία με ακλούθησε σαν να είχαμε τον ίδιο σκοπό: τον Γολγοθά του Σεξ!

Έκανε πως προχωρούσε μα κοντοστάθηκε. Εγώ προχώρησα κανονικά στον επόμενο κορμό. Πέρασε έμενα και τον κορμό και στάθηκε στον επόμενο κορμό, που ήταν λυγισμένος σαν σαιζ λονγκ και άπλωσε την κορμάρα του στην κλίση του κορμού με το ένα γόνατο λυγισμένο. Τα τριχωτά πόδια του ήταν για τα μάτια μου πολύ ερεθιστικά. Εγκατέλειψα τον κορμό μου και κατευθύνθηκα στον κορμό του, έκανα να τον περάσω μα στάθηκα πίσω του. Γύρισε αμήχανα, με κοίταξε, μόλις συνάντησε το βλέμμα μου γύρισε φοβισμένος από την άλλη. Έμεινα εκεί σταθερός, ξαναγύρισε, με κοίταξε πιο σταθερά αυτή την φορά και μου χαμογέλασε.

Του χαμογέλασα πίσω, δυο λαμπερές οδοντοστοιχίες συναντούσε η μια την άλλη. Κάτι μου ψιθύρισε, δεν κατάλαβα, το έκανα μέθοδο μου να μην μιλώ στα σκοτεινά του δασουδιου, ακολουθω την γερμανική μέθοδο: χαμογελώ, καθηλώνω το θήραμα με το βλέμμα μου και όπου το βλέπω προχωρω και το χουφτώνω ανάμεσα στα σκέλια. Οι πιθανότητες επιτυχίας της μεθόδου αιφνιδιασμού είναι σχεδόν εκατό τα εκατό. Οι άλλες συνήθως επιτυχαίνουν. Αρχίζουν συνήθως με ένα θρυλικό «νταμπο», η ένα «νταμπου κάμνεις» η ένα ακόμα πιο ξενέρωτο «είσαι καλααα;» η το χειρότερο ακόμα «τι κάμνεις εδώ;». Εδώ προσέχουμε το μίγμα διαλέκτων: τι (ουδέτερο) κάμνεις (κυπριακοκαλαμαριστικο μιξάζ) εδώ (ουδέτερο). Δηλαδή ο τύπος έχει μάλλον τατς από τα ακάμωτα. Και βασικά όλοι οι μέθοδοι είναι για κλάματα. Ενώ αν δεν λες τίποτε και προχωρήσεις με το χούφτωμα το αιφνιδιαστικό ο μέσος κύπριος πέφτει ξερός και παραδίδει τα όπλα.

Προχώρησα κι’ εγώ λοιπόν με την επιτυχημένη μου μέθοδο και τον χούφτωσα. Μου χαμογέλασε αμήχανα και δεν αντίδρασε. Ακλούθησε η στάνταρντ η ερώτηση τι κάμνω εδώ. Τι θες να κάνω ρε φιλέ εδώ και τέτοια ώρα; Απλώνω τραχανά.

Δεν άφησα όμως το επίπεδο ακόμα να πέσει. Μπήκα κατευθείαν στο ψητό για να επακολουθήσει η ερώτηση από αυτόν αν έχω δικό μου χώρο. Όχι δεν είχα δικό μου χώρο, αυτό ήταν δυστυχώς ένα μειονέκτημα όταν μένεις με μαμά και αδελφό. Να τους πάρω τον άγνωστο βραδιάτικα στο σπίτι και αν αρχίσουμε τα βογγητά δεν έλεγε. Να μην αναπτύξω το γιατί τώρα.

Δεν είχε ούτε αυτός δικό του χώρο. Καλά, δεν γνώρισα και κανέναν στο δασουδι που να έχει δικό του χερούκλα εγώ δεν έχω γιατί με έφαγαν οι Ναζί. Αυτοί αφού τόσο πολύ ποθούν τους δικούς του χώρους γιατί δεν αποκτούν έναν; Αλλά που να αφήσουμε το πλύσιμο, το σιδέρωμα, το χάιδεμα και το φαγητό της μαμάς; Δεν το κατακρίνω, κι’ εγώ έτσι θα έκανα για κάποιο διάστημα σίγουρα. Αλλά δεν θα απαιτούσα κι’ από τον μέλλον τυχόντα πηδακουλα μου να έχει δικό του χώρο. Στο κάτω κάτω έτσι θα έβγαινε το δασουδι σύνταξη. Και τι θα κάναμε χωρίς δασουδι;

Πιάσαμε την ψιλοκουβέντα με έναυσμα το θέμα του χώρου. Τον παρατηρούσα παράλληλα και μου άρεσε όλο και περισσότερο στο μισοφως του φεγγαριού. Είχα κάτι ο άτιμος, κάτι γοητευτικό, κάτι το άπιαστο που με εξίταρε. Προσπάθησα να αγγίξω τα χείλη μου στα δικά του και το απέφυγε. Φατο το μπουγελωμα Γκρηκστορης. Μου εξήγησε ότι είχε πολύ κόσμο και δεν ένιωθε άνετα. Άντε πάλι…
Και καλά ρε γαμωτο. Αφού ολοι έχετε πρόβλημα με τον πολύ κόσμο (που εγώ για να’ μια και ειλικρινής δεν τον είδα πουθενά) γιατί έρχεστε εδώ; Τι περιμένετε να βρείτε; Μοναστήρι και ασκητισμό;

- Ξέρεις δεν νιώθω άνετα εδώ με τόσους να κυκλοφορούν;
- Πουντους; (αλλά δεν το είπα δυνατά). Ναι σε καταλαβαίνω (παπαρια καταλάβαινα αλλά έπαιζα κι’ εγώ το θέατρο μου, θήραμα ήταν αυτό…)
- Ξέρεις εδώ δεν μπορώ να κάνω τίποτε. Έχω ένα επίπεδο, ένα στάνταρντ και δεν μπορώ να πέσω απ’ αυτό και να κάνω κάτι εδω. Καλυτέρα να μην κάνω. Το παν είναι να κρατάς το επίπεδο και τις αξιώσεις στην ποιότητα.
- (Ναι και να μένεις αγάμητος) Ναι έχεις δίκαιο…

Σιωπή ιχθύος. Έβλεπε στο άπειρο του ουρανού με τα’ άστρα. Τι έψαχνε εκεί να δει; Το επίπεδο που είχε;
Έμεινα κοντά του λίγα λεπτά. Η γριά πηγαινοερχόταν ανυπόμονα γιατί είχε ήδη καταλάβει ότι δεν θα πρόεκυπτε τίποτε. Μίλησα.

- Σε αφήνω μόνο να αποφασίσεις ποσό επίπεδο και ποιότητα θέλεις για απόψε και αν θέλεις μου ξαναμιλάς αργότερα.

Και τον άφησα πλαγιαστό στον κορμό του δέντρου να αναζητά το επίπεδο του Σαρτρ στο δασουδι της Λεμεσού.
…..

2 σχόλια:

psychia είπε...

Γκόουτι = Γιδέ

Αυτός που έχει γκόουτι = Γίδας

Μια ευγενική προσφορά λεξηπλασίας.

Greekstories είπε...

Κουκλαρα μου, νασαι καλα!