Αναγνώστες

Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2010

Ο εραστής του έλληνα Αξιωματικού (2)

Ντυθήκαμε στο άψε σβήσε και βγήκαμε για ένα πότο. Είχε πάει ήδη έντεκα και δεν έλεγε να φύγει. Καταλήξαμε γι αλλαγή στην Τανγκεντε, στο μπαράκι που είμαι πια μόνιμος θαμώνας. Εκεί συνάντησα τον Πόπαϋ, ένα γνωστό μου γερμανό με το παρατσούκλι Πόπαϋ, όνομα και πράμα και την Ίνγκριντ, μια γερμανίδα γνωστή μου εδώ και μια δεκαετία. Η Ίνγκριντ ερχόταν στο σπίτι μας σαν πελάτισσα του Σσιατς και αναπτύξαμε μια σχετική αμοιβαία συμπάθεια. Ήταν μια όμορφη γυναίκα με έναν καρκίνο στο παρελθόν της που την χάραξε στην ζωη της. Ζούσε σε μια σχέση που δεν την γέμιζε αλλά αυτή η συνήθεια... Και πηδιόταν στα κρυφά με τον Πόπαϋ... Τώρα πόσο κρυφό μπορούσε να μείνει αυτό αφού συχνάζει κάποιος σ' αυτό το μπαράκι άλλο θέμα. Η διακριτικότητα εκείνο το βράδυ ήταν τόσο σημαντική γι αυτούς που τυχαία πήγαν κι οι δυο στην τουαλέτα ταυτόχρονα και τυχαία έμειναν κι οι δυο κάπου τρία τέταρτα εκεί μέσα. Ούτε δυσκοίλιοι να ήταν.


Πριν εξαφανιστούν για τα δήθεν εντερικά τους γνώρισαν τον αξιωματικό και άρχισαν αυτόματα οι ερωτήσεις σωρηδόν, σ αυτόν στα σπασμένα αγγλικά και σε μένα στα γερμανικά: είμαστε μαζί, ζευγάρι, πόσο καιρό, είναι γοητευτικός και παρόμοια. Η Ίνγκριντ φανατική οπαδός του Σσιατς προσπαθούσε να με πείσει ότι ακόμα υπήρχε ελπίδα μεταξύ μας. Ένας κόμπος έκλεισε τον λαιμό μου, την κοίταξα με ένα απροσδιόριστο βλέμμα και άλλαξα θέμα. Σπάσαμε την πλάκα μας μαζί τους και με τον σύνοδο καμουφλάζ της Ίνγκριντ που ήταν πιο χαμηλών τόνων και κάπως φευγάτος από το ποτό.

Κατά τα μεσάνυχτα ο αξιωματικός αποφάσισε επιτέλους να φύγει. Ήταν ένα πολύ όμορφο βράδυ για να μαι ειλικρινής και παρόλο που ψιλογκρινιάζω ήταν μια πολύ καλή παρέα. Ήξερα σίγουρα ότι θα ξαναβρισκόμασταν και ήξερα επίσης σίγουρα ότι δεν θα ξανακάναμε σεξ.

Αποχαιρετιστήκαμε απλά προς απογοήτευση όλων των θαμώνων και έμεινα να τελειώσω το τρίτο ποτήρι κρασιού που έπινα για να την κάνω κι εγώ μετά. Εκεί ήταν ο Τούαν, βιετναμέζος με βουλγαρική υπηκοότητα κι άγνωστης φοιτητικής ταυτότητας με πρόσωπο τσιουάουα και κόμμωση ιροκί, πελάτης κι αυτός του Σσιατς, η Κάτια, μια σγουρή κοκκινομάλλα με σώμα μπαλαρίνας και πρόσωπο με φακίδες που της πρόσδιδαν ένα μαγνήτη έλξης βραζιλιάνικης καταγωγής που ξεχάστηκε να δουλεύει στην Τανγκεντε την τελευταία δεκαετία, η Νούλα, πρώην πελάτισσα του Σσιατς, ελληνίδα και ψιλογκρινιάρα, αιώνια ανικανοποίητη, ο Πούγια, ιρανός ή πέρσης, το ίδιο μου κάνει, αγνώστου ποιόντος αλλά ευχάριστος στην παρέα του, ήταν μια απαρτία ενός μεγάλου κύκλου στην Τανγκεντε εκείνο το βράδυ, αρκετά μεγάλη ώστε το πρακτορείο Ροϋτερ να ωχριά από ανικανότητα και ερασιτεχνία μπροστά τους.

Το μπαράκι είχε στιγμές που θα μπορούσα να το χαρακτηρίσω γοητευτικό. Κι αυτό το βράδυ ήταν γοητευτικό. Ο νέον φούξια φωτισμός του με τις αποχρώσεις του πορτοκαλιού, η ξάστερη νύκτα, τα γνωστά πρόσωπα διασπαρμένα σ' όλο το μπαρ, η κεφάτη μουσική ήταν στοιχεία που έκαναν το βράδυ γλυκό, ένιωσα κάπως ξέγνοιαστα, δεν το ένιωθα πολύ συχνά τελευταία αυτό το αίσθημα και κείνες τις ώρες ήμουν στ' αλήθεια ευγνώμων για κείνες τις στιγμές της χαλάρωσης και της αμνησίας.

Όταν έφυγε ο αεροπόρος, τράβηξε το παράνομο ζευγάρι στην τουαλέτα, τυχαία όπως είπαμε, κι έμεινα στη γωνιά του μπαρ μόνος μου με τον συνοδό καμουφλάζ. Στο τρίτο ποτήρι κρασί είμαι γενικώς άχρηστος, δεν μπορώ ούτε να κρίνω ούτε να αποφασίσω αλλά απ' ότι μπορούσα να δω ήταν ένας γοητευτικός τύπος. Μου χαμογέλασε διακριτικά, σήκωσα το ποτήρι μου προς το μέρος του, κι έκανε ένα σχόλιο για τους δυο που φύγαν στα υπόγεια. Με ρώτησε αν ο αεροπόρος ήταν στ' αλήθεια μόνο γνωστός μου και του απάντησα καταφατικά. Κάτι μου είπε και δεν τον άκουσα καλά, οι αισθήσεις μου ήταν περιορισμένες στο ελάχιστο κι έτσι έσκυψα προς το μέρος του να τον ακούσω καλύτερα. Όπως ήμουν σκυμμένος με το πρόσωπο στο αυτί του ένιωσα κάτι υγρό να με αγγίζει. Δεν αντιλήφθηκα τι ήταν και τραβήχτηκα κοιτάζοντας τον κατάματα. Με κοιταξε μ' ένα ύφος παιδικό, αθώο κι' ένοχο μαζί, με πήρε με τα δυο του χέρια και πέρασε την γλώσσα του σαν τρυπάνι στο στόμα μου και άρχισε να με φιλά με όλη εκείνη την αχαλίνωτη όρεξη που έλειπε από τον αξιωματικό, με πάθος ενός διψασμένου για έρωτα άντρα, με την δύναμη ενός άντρα, ενός άντρα που χρειαζόμουν εκείνη την στιγμή ξανά, εκείνο το βράδυ, στην ζωή μου εκείνη. Δεν αντιστάθηκα καθόλου (αυτό έλειπε κιόλας) ξεχνώντας ότι βρισκόμουν στην Τανγκεντε κι ότι η Τανγκεντε είναι ένα στρέητ μπαρ.

Τον άφησα να με παρασύρει στο πάθος του κι έγινα απλά ένα άβουλο κορμί στα χέρια του (και το απολάμβανα). Με φιλούσε ασταμάτητα όπου έβρισκε, ένιωθα τα χέρια του να ψαχουλεύουν το κορμί μου, να μπαίνουν παράνομα στο παντελόνι μου, μπροστά πίσω ψάχνοντας ότι υπήρχε για να ψάξει κι έπαιρνα κι εγώ θάρρος να κάνω το ίδιο, αψηφώντας τον χώρο που είμαστε. Ο Ποπαϋ και η Ίνγκριντ ήταν ακόμα στις τουαλέτες, εγώ κι ο άγνωστος σ' έναν χορό, μια λαίλαπα με τα κορμιά μας να εμποδίζονται μόνο απ τα ρούχα που τα κάλυπταν και... όλη η Τανγκεντε να παρακολουθεί το ζωντανό πορνό που εξελισσόταν παρουσία όλων των θαμώνων. Δεν είχα συνειδητοποιήσει τι κάναμε γιατί για μένα ήταν ο τρόπος ζωής μου, εκτός μόνο από το γεγονός ότι δεν είμαι δημόσιος τύπος, δεν υπήρξα πότε δημόσιος τύπος, μου άρεσε η ιδιωτική μου σφαίρα. Αλλά το έρημο το κρασί έφταιγε για όλα. Έφταιγε που ξεπαρθένεψα την Τανγκεντε, το μπαράκι από την παράδοση του στρεητιλικιού δεκαετιών και έζησε το πρώτο γκέι μπαλαμούτιασμα στην ύπαρξη της.

Γύρω στις μια το πρωί τελείωσε το πανηγύρι. Ο άγνωστος, Φλο τον έλεγαν (ίσως να πήγαζε απ το Φλώρος κάτι που δεν τον αντιπροσώπευε η απ το Φλιπ Φλοπ), με έκανε Θεό με τα λόγια του, μου έταξε τον κόσμο όλο, ήθελε να με έχει για πάντα δίπλα του αλλά... χρειαζόταν κάποιο λίγο διάστημα να επεξεργαστεί τον χωρισμό με...την γυναίκα του. Παρόλο το κρασί αυτό το είχα πιάσει: γυναίκα του. Ούτως και εστιν ότι δεν θα τον ξανάβλεπα έστω κι αν ορκιζόταν ότι δεν θα με έχανε γιατί ήμουν κάτι το ιδιαίτερο. Ήμουν απ αυτά τα ιδιαίτερα που την επόμενη θέλει ο άλλος να ξεχάσει γιατί βασικά είναι στρεητ. Έχω φάει εγώ τέτοιους με το κουταλάκι...

Το βράδυ ολόκληρο ήταν μια φανταστική εμπειρία: η γνωριμία με τον ελληνα αξιωματικό, η εμπειρία μου μαζί του, ο Φλο με το στόμα και τα χέρια του...
Την επόμενη όλη η Ποντστρασσε ήταν ενημερωμένη για το συμβάν. Δεν χρειάστηκε να πω τίποτε. Κατά το απόγευμα πέρασα μαζί του από κει με κατεύθυνση την πλατεία και ήταν όλοι εκεί και άλλοι μαζί και περίμεναν το θέαμα... Αυτή είναι η Τανγκεντε, αυτό είναι το χωριό που είμαι θάφτηκα για ένα μπουκάλι αδειανό, για έναν Σσιατς...(λίγο μελό χρειάζεται...)

Η εμπειρία μου ήταν ανεκτίμητη. Τον αξιωματικό τον ξανάδα λίγες φόρες, κάναμε αρκετά μαζί άλλα ποτέ ξανά σεξ. Λίγες μέρες αργότερα έφυγε για την Ελλάδα κι ο Φλο εξαφανίστηκε σαν να μην υπήρξε ποτέ.

Η ζωή στο Άαχεν πήρε ξανά τον κανονικό της ρυθμό. Και οι αναμνήσεις ξαναζωντάνεψαν σαν μην είχαν φύγει ποτέ...Τα πάντα ρει...

1 σχόλιο:

Aceras Anthropophorum είπε...

καὶ οὐδὲν μένει. Δὶς ἐς τὸν αὐτὸν ποταμὸν οὐκ ἂν ἐμβαίης