Αναγνώστες

Τρίτη, 15 Μαρτίου 2011

Κλ(ε)ισ(ί)ματα (1)

(Revised)
Από πού τόχω δεν θυμάμαι και πάσχω να βρω την προέλευση της γνώμης μα στέκεται αδύνατο. Όπως και να χει μου 'μεινε το νόημα χαραγμένο στην μνήμη: πως για να ελευθερωθείς ολοκληρωτικά από τους ζυγούς μιας ζωής που σε βασανίζει, για να αποτινάξεις τα δεσμά και τις αλυσίδες που είτε μόνος σου θελητα κι αθέλητα έβαλες είτε έμμεσα επιτρέποντας σε εξωγενείς παράγοντες να σε σκλαβώσουν, πρέπει να φτάσεις στον πυθμένα της απελπισίας, της κατάνυξης, να σ΄ έχει πνίξει η θλίψη και να σ΄ έχει καταβάλει η προοπτική του αδιέξοδου τόσο πολύ που να έχεις φτάσει με τα πάντα στο αμήν, να μην σ ενδιαφέρει πια αν ζεις η αν πεθαίνεις γιατί είναι και τα δυο τα ίδια. Τότε έχοντας ζήσει για κάποιο χρόνο στο μηδέν και σαν μηδέν, γίνεται στο μυαλό σου ένα κλικ σαν να ανοίγει μια πόρτα η να κλείνουν πολλές ανοικτές μαζί και ακούς τη φωνή σου να λέει «ε και τι εγινε;…δεν πα να πηδηχτούν ολοι;…χεστηκα και για τα δήθεν και τις προσδοκίες και τα προδομένα όνειρα και τις ελπίδες και τα πρέπει, άμα δεν μπορώ δεν μπορώ, τέλειωσε. Δεν υπάρχει βαθύτερος πυθμένας, δεν υπάρχει μεγαλύτερο άγχος δεν έχει εντονότερο φόβο. Τα χειρότερα τα ζεις. Αρά βαλε λοιπόν σε όλα ένα τέλος.»


Τότε αρχίζεις να βάζεις ένα τέλος. Τέλος στα πράγματα που σε πιέζουν, στις καταστάσεις που σε καταβάλλουν, στα όνειρα που δεν σε βγάζουν πουθενά, στην ελπίδα για κάτι καλύτερο που δεν έρχεται ποτέ, στις διαδικασίες επιβίωσης με τα πρέπει μιας καθωσπρέπει πορείας, στον αγώνα της καθημερινότητας που δεν σε βγάζει πουθενά, στα πάντα, στα πάντα εκείνα που σου πνιγούν τη ζωή και σε σένα μαζί. Τα κάνεις όλα στάχτη, τα εξαϋλώνεις, τα αφανίζεις από την ζωή που σου έμεινε και κάνεις μια τελευταία προσπάθεια να την πάρεις και να κάνετε μαζί μια καινούργια αρχή, από ένα καινούργιο, καθαρό, παρθένο μηδέν. Κάνεις τα απαραίτητα κλεισίματα και βρίσκεις μια άλλη αρχή.

Βρίσκομαι (νομίζω) σ΄ αυτή την φάση. Τονίζω το νομίζω. Γιατί οι πλάνες μου ήταν μέχρι τώρα τόσες πολλές που δεν τολμώ να ξαναπώ τίποτε με σιγουριά. Προς το παρόν βρίσκομαι σ΄ αυτή την φάση. Κάνω κλεισιματα… και ανοίγματα. Γιατί το κάθε κλείσιμο ακόλουθη απαραίτητα ένα άνοιγμα και αντίστροφα. 


Κλείνω τις ανούσιες επαναλήψεις με εραστές της δεκάρας: Ξυλάγγουρο: τέλος. Δεκαέξι εκατοστά: τέλος. Λοιποί άλλοι ανάξιοι αναφοράς: επίσης τέλος. Τέλος στις επαναλήψεις. Αναζητούσα μέσα από τις επαναλήψεις την συνέχεια του πρώτου ενθουσιασμού και καλλιεργούσα υποσυνείδητα μια αδαή ελπίδα αποδοχής, αναζητούσα ίσως να βρω ένα ίχνος αποδοχής και αγάπης όπως αυτά τα είχα πλάσει στο μυαλό μου η όπως έμαθα καλώς η κακώς ότι έπρεπε να είναι. Το αποτέλεσμα ήταν ψυχοφθόρο και αναλώσιμο. Έκανα να δω το Ξυλάγγουρο καιρό, μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες που το συνάντησα τυχαία σένα πάρτη. Τον είδα και αναρωτήθηκα: «Γκρηκστόρης, το στο καλό του έβρισκες; Χειρότερα δεν γινόταν;». Βεβαία γινόταν και χειρότερα αλλά για τον τότε καιρό ήταν το χειρότερο που μου κάτσε. Όπως παροδικοί είμαστε από την ζωή έτσι παροδικοί είναι και οι ενθουσιασμοί και οι έρωτες. Όταν έτρωγα ξυλάγγουρο ήταν για μένα το μάννα απ τον ουρανό. Απ' τον κορεσμό και μετά… ξύδι. Όλα είναι θέμα σκέψης και κορεσμού. Το τέλειο της αρχής είναι η φρίκη του τέλους. 


Προχθές το βράδυ ήρθε για δεύτερη φορά μετά από τρεις μήνες ο Φουτη2000. Έτσι διάλεξε να τον λένε. Δικό του θέμα. Συμπαθητικούλης αλλά μέχρι εκεί. Ούτε και στο κρεβάτι είναι για να κτυπιέσαι. Δεν έχει και το εργαλείο των δέκα μέτρων. Ένα πουλάκι όπως όλα τ΄ αλλα. Αλλά συμπαθητικούλης… την πρώτη φορά. Την δεύτερη φορά… τάκανε σκατά. Είμαστε σε φάση προπαιγνιακή κι΄οι δυο με τις ανάλογες εμφανείς στύσεις. Τονίζω: φάση προπαιγνιακή. Και με ρωτά κατά την διάρκεια αυτής της φάσης καθώς με φιλούσε και προσπαθούσε να εισχωρήσει: πως κάνεις στ΄αληθεια κλύσμα; … Στύση αντίο. Και μαζί της κι η όρεξη. Τον πέταξα δίπλα, του είπα να ντυθεί και τον έστειλα στην μαμά του. Τέλος.


Η πρωτοχρονιά με βρήκε καβάλα πάνω σ’ έναν Ολλανδό. Το βράδυ νωρίτερα το είχα σχεδόν περάσει μόνος σ’ ένα μεταίχμιο μεταξύ αυτολύπησης και προσποιητής ψιλοδιασκέδασης με άσχετους γνωστούς σ’ ένα στρέητ μπαρ (είπαμε εγώ δεν πάω σχεδόν ποτέ σε γκέι μέρη). Είχα καταναλώσει αρκετά (το κοψα το ρημάδι το ποτό εδώ και δέκα εβδομάδες αφού το εξαφετο που είχα είχε γίνει εξάδιπλο – τώρα ξαναμπήκα στα καλά μου), γνωριζόμαστε εξ όψεως μήνες τώρα, δεν μιλήσαμε ποτέ. Ήταν μόνος του όπως κι εγώ και κάναμε μια αναγκαστική συμβίωση για το βράδυ στο μπαρ. Του πρόσφερα τον καναπέ μου για το βράδυ η ότι έμεινε απ’ αυτό, για μην οδηγήσει στην κατάσταση του. Πήγαμε μαζί λοιπόν στο σπίτι, δεν είμαστε τύφλα όμως, είπαμε κάτι ψιλά και άσχετα και μετά… μετά μου ρίχτηκε, δεν το αρνήθηκα, περάσαμε καλά. Κάθε τρία λεπτά βεβαία με επιβεβαίωνε ότι ήμουν ο πρώτος άντρας που πήγαινε μαζί του αλλά δεν ήταν πειστικός: ήταν προετοιμασμένος εκεί που έπρεπε να ήταν και οι χειρισμοί του κάθε άλλο από απειρία πρόδιδαν. Δεν με απασχόλησε όμως, δικό του θέμα. Δεν πήγαινα για γάμο. Όμως δεν ήθελε να το παίξουμε ξανά γνωστοί στο μπαράκι που συχνάζουμε, γιατί φοβόταν μην υποψιαστεί κάνεις κάτι. Δεν το συζήτησα. Καμία επανάληψη με τον Ολλανδό και… τέλος. Κλείσιμο κι αυτός.


Επαγγελματικά είναι χρόνια που δεν τα πάω καλά. Γιατί να το κρύψω ; Είναι μια έτσι και μια αλλιώς. Τις περισσότερες φόρες αλλιώς παρά έτσι. Οι λόγοι διάφοροι, ο κυριότερος είναι ότι ήμουν ελεύθερος επαγγελματίας σε μια χώρα που δεν στηρίζει χρηματοοικονομικά τον μικρό ελεύθερο επαγγελματία. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Ήταν και η κατάσταση του Σσιάτς που δεν μου άφηνε περιθώρια να σκεφτώ και να δράσω ανάλογα στον έντονα ανταγωνιστικό χώρο της εργασίας. Δεν ρίχνω την ευθύνη στον Σσιάτς, υπεύθυνη ήταν η εύθραυστη μου ψυχοσύνθεση, οι προσωπικές μου αδυναμίες και η μεγάλη μου ηττοπάθεια. Δεν κατάφερα ποτέ να κάνω καριέρα όπως προετοιμαζόμουν ακαδημαϊκά. Αλλά πάντα δούλευα, ποτέ δεν τα ΄ξυσα. Με την σκέψη ότι είναι καλύτερη η δουλεία παρά το τμήμα ευημερίας γαμήθηκα στην οποιαδήποτε φτηνοδουλειά που έβρισκα. Έζησα την ταπείνωση, την γελοιότητα, την αναξιοκρατία, όλα που θα μπορούσε να ζήσει κι ένας υπάλληλος με μια διαφορά: εγώ δεν είχα ποτέ ένα τμήμα προσωπικού για να αποταθώ σε τέτοιες περιπτώσεις με αποτέλεσμα η ψυχική μου φθορά να αυξάνεται. Σε τέτοιες φάσεις μπαίνεις αναγκαστικά σε έναν αναλογισμό του παρελθόντος, τι έκανες, τι επίτευξες και ανασκοπείς το παρόν και αντιλαμβάνεσαι κάθε μέρα ότι δεν έχει σημασία πόσο καλός ήσουν στο πανεπιστήμιο, πόσα πτυχία έχεις και τι τίτλους κουβαλάς, το μόνο που έχει σημασία είναι ποιον ξέρεις, ποιος σε ξέρει, και τι προσφέρεις εσύ με την μορφή του συμφέροντος και του κέρδους σε αυτόν που προτίθεται να σε ταΐσει. Αν το ωφέλιμο συμφέρον που προσφέρεις είναι βασικά ασήμαντο και μπορεί να βρεθεί σε κάθε γωνία τότε μάλλον θα πεινάσεις έκτος κι αν κάτσεις να σε πηδήξει ο άλλος που κι’ αυτό ακόμα δεν είναι εγγύηση ότι δεν θα πεινάσεις. Είδα στην σημερινή αγορά εργασίας ανείπωτες καταστάσεις. Δεν παραδόθηκα όμως στην απραξία γιατί έκτος από τα αναφερθέντα ντρεπόμουν κιόλας να αποταθώ κι εγώ στο τμήμα εργασίας για στήριξη σαν άνεργος, η περηφάνια μου ήταν μεγαλύτερη από τις επαγγελματικές κακουχίες που περνούσα. 

Όπως επίσης ότι οι φτηνοδουλειές ενεργούν σαν όπιο: έχεις ένα συμβόλαιο, το διεκπεραιώνεις, πέφτει το οποιοδήποτε χρήμα και έτσι καταφέρνεις ίσα ίσα να κρατηθείς στην επιφάνεια του νερού πληρώνοντας τα τρέχοντα έξοδα σου, το φαγητό σου και κανένα έξω. Τα υπόλοιπα στα δίνει η μάνα σου η ο αδελφός σου η και οι δυο. Έτσι έχεις την ψευδαίσθηση ότι κάνεις κάτι, και ναρκώνεσαι με την προσωρινότητα της απασχόλησης και ξεχνάς να ψάξεις για κάτι πιο μόνιμο, αφοί οι λογαριασμοί πληρώνονται και ζεις την ψευδαίσθηση ότι πας καλά. Ξέρεις ότι η δουλειά είναι σκατά άλλα είσαι ναρκωμένος από την προσωρινότητα και έτσι μπαίνεις στην αιωνιότητα του επαγγελματικού τίποτε που κάνει ο καθένας που δεν έχει εμπεδωθεί. Κι έτσι αρχίζει ο κατήφορος...

Κάποτε η ψυχή φώναξε ένα δυνατό «στοπ». Πριν από δυο εβδομάδες παρέδωσα τα όπλα, έτσι κι αλλιώς δεν είχα άλλες προσφορές συμβολαίων, και αποτάθηκα στο γραφείο εργασίας σαν άνεργος. Για πρώτη φορά μετά από αμέτρητα χρόνια και αμέτρητες επαγγελματικές εμπειρίες. Έκλεισα το κεφάλαιο φτηνοδουλειές και είπα ενδόμυχα «στ’ αρχίδια μου» (αλήθεια γιατί δεν έχει αυτή την λέξη στο λεξικό του Word;), δεν πάει άλλο. Σταμάτησα να κρύβομαι πίσω απ’ το δάκτυλο μου, έκανα σκόνη και θρύψαλα τις επαγγελματικές ψευδαισθήσεις σύμφωνα με τις δίκες μου αξιώσεις και προσδοκίες και αποτάθηκα στο κράτος που το χρυσοπλήρωσα μέχρι τώρα. Δεν έχω ιδέα τι θα προκύψει και πως θα ζήσω από δω και μπρος. Αλλά σίγουρα δεν επιστρέφω στα κάτεργα. Όχι θεληματικά. Κλείσιμο και εδώ. Απόφαση που ενώ με φοβίζει με κάνει να νιώθω μια ανεξήγητη ελευθερία. (συνεχίζεται)

6 σχόλια:

Lexi_penitas είπε...

Φίλε μου εύχομαι ειλικρινά να έχεις πάρει επιτέλους την απόφαση να κλείσεις την πόρτα του παρελθόντος και να δεις μπροστά. Να κάνεις πραγματικά μια καινούρια αρχή. Ελπίζω σύντομα να διαβάζουμε κείμενα πολύ πιο αισιόδοξα από ότι μέχρι τώρα. Νάσαι καλά... και σαν έρθεις Κύπρο μεν χαθείς.

Greekstories είπε...

Σ' ευχαριστω Λεξη και καλως σε ξαναβρηκα μετα απο χρονια και ζαμανια. Μου λειψατε... Δεν ξερω αν πηρα την αποφαση ουσιαστικα...Ετσι λεω. Θα δειξει... Προς το παρον ανασυγκροτουμαι νομιζω καπως σταθερα. Θα δειξει κι αυτο. ΕΛπιζω να ειστε ολοι καλα.

apparos είπε...

Πάμε να ξεκινήσουμε με νέο κεφάλαιο;

Στο εύχομαι :)

Blog Skepseon είπε...

Το επαγγελματικό που περιγράφεις επέρασα το τζιεγώ! Μεγάλο αγχος!
Καλή αρχή σε ούλλους τους τομείς της ζωής σου!

Psychia είπε...

It's aaaall about changing perspective :)

rose είπε...

σε χαιρετω και σε φιλω