Αναγνώστες

Πέμπτη, 31 Μαΐου 2012

Αρραβωνιασμένος Ανέστη

Πήγα να συναντήσω το δασουδι ανήμερα της Ανάστασης. Τα εθιμοτυπικά κι’ εγώ τα πάμε πολύ καλά. Βασικό να διατηρούνται οι παραδόσεις!

 Δυο χρόνια πέρασαν από την τελευταία φορά που κατέβηκα στο νησί. Όσο και να υπάρχουν οι έντονες αναμνήσεις, το σκαιπ, το φεησταιμ και λοιπά, άλλο είναι να’ χεις την οικογένεια κοντά σου, δίπλα σου, ζωντανούς κι’ άλλο να την βλέπεις στην οθόνη του υπολογιστή. Πέρασαν δυο χρόνια που ήμασταν βυθισμένοι στις δυσκολίες. Τώρα πέρασαν κάπως κι’ αυτό είναι το σημαντικό. Τώρα τα είχαμε καταφέρει να ξαναβρεθούμε. Κι’ από τώρα ελπίζω σε τακτική βάση.


Όταν αντίκρισα το νησί απ’ το αεροπλάνο ένιωσα ένα αναφιλητό να με πνίγει. Ξαφνιάστηκα απ’ την συγκίνηση μου, δεν είχα αντιληφθεί ότι είμαι τόσο συναισθηματικός αβεκ σκουλλία! Εντάξει τα κλασσικά με τον αδελφό μου να με περιμένει, ματσ μουτς κλπ. επίσης συγκινητικά. Αλλά να συγκινηθώ που έβλεπα τον χώρο, την φύση, τους δρόμους, τις πινακίδες, όλα αυτά που καθιστούν το νησί νησί, μου ήταν απρόσμενο. Ο αδελφός μου μιλούσε σε όλη την διαδρομή κι εγώ μεν τον άκουγα αλλά έβλεπα μια αριστερά μια δεξιά, ήθελα να ρουφήξω όσες εικόνες περισσότερο μπορούσα, διψούσα για νησί, στερημένος από ζωή δυο χρόνια ήθελα σε μηδαμινό χρόνο να καλύψω τον χαμένο χρόνο και να βρεθώ στο τώρα. Για μένα ήταν το νησί ανέκαθεν παράδεισος και τώρα, στο λυκόφως της μεγάλης Πέμπτης ο παράδεισος έδειχνε ξανά την επιβεβαίωση της ουσίας του μέσα μου.

Μεγάλο Σάββατο μετά την ανάσταση η πόλη της Λεμεσού ήταν νεκρή. Υπήρξαν καιροί που η πόλη έσφυζε από ζωή στους δρόμους μετά την ανάσταση. Τώρα μάλλον έγινε ο κόσμος πιο κατανυκτικός, λιτός και θρήσκος. Είχαμε βγει για κάποια ποτά αλλά το διαλύσαμε γρήγορα αφού όλοι έκλειναν για να Τον αναστήσουν. Έριξε και μια νεροποντή. Πήγε το βράδυ στα άγραφα. Αποφάσισα να κάνω την πρώτη επίσημη στο δασουδι. Με κατέκλεισε η συγκίνηση. Πρώτη φορά μετά από δυο ολόκληρα χρόνια. Πως άντεξα τόσο καιρό χωρίς δασουδι; Πως ήταν δυνατή η επιβίωση μου χωρίς οργασμό τοπικής προέλευσης; Χωρις τοπικο κρεας;

Άρχισα τον περίπατο στο κλασσικό μονοπάτι, που δεν είχε αλλάξει μορφή, ούτε προς το χειρότερο ούτε προς το καλύτερο. Ο δρόμος προς τον παράδεισο έμενε αναλλοίωτος στον χρόνο, χωρίς μποτοξ και ρεστυλεην. Ήταν νέκρα. Ούτε ψυχή δεν κυκλοφορούσε. Ησυχία. Ηρεμία. Η εικόνα που απλώθηκε μπροστά μου ήταν πια κλασσική κι’ αυτή: ο κόλπος της Λεμεσού να ξετυλίγεται και να είναι ένα με το άπειρο σκοτάδι της νύκτας ενώ παράλληλα τον φιλούσαν η ακτή, τα φώτα του παραλιακού δρόμου και οι θολοί αντικατοπτρισμοί τους στο ταραγμένο κύμα της μεσόγειου. Εικόνα χιλιοειδωμενη μα πάντα μοναδική σαν ένα στοιχείο αδιαχώρητο πια απ’ την κατάληξη μου στο νησί. Χωρίς αυτή την οπτασία δεν θα μπορούσε να υπάρξει η Λεμεσός στην ανάμνηση μου όπως ζει τώρα.

Περπατούσα νωχελικά, χωρίς σκοπό νιώθοντας απλά καλά. Απλά ευχαριστημένος. Απλά γεμάτος ευγνωμοσύνη που ήμουν άδω. Σ’ έναν παράδεισο στο μυαλό μου που χρειαζόταν αυτούς τους ήχους, αυτή την εικόνα, αυτές τις μυρωδιές για να υλοποιηθεί, για να είναι πραγματικότητα για μένα. Είχα αυξήσει τις αισθήσεις μου στο μέγιστο ώστε να μην χάσω ούτε μια στιγμή εμπειρίας. Η εμπειρία με τον ισπανό εραστή είχε αρχίσει να γίνεται μια ανάμνηση παρελθοντική κάνοντας με να νιώθω ανακούφιση μετά από μια τρίμηνη κατάδυση στα άδυτα βαθειάς κι ανεξέλεγκτης κατάθλιψης. Το χρονικό δεν είχε τελειώσει να γράφεται ακόμα αλλά δεν ήθελα να αγγίξω αυτό το μέρος του πυθμένα πριν ήμουν βέβαιος ότι ένιωθα αρκετά δυνατός για να το κάνω.

Βυθισμένος στις αδέσποτες σκέψεις, στο αγνάντεμα της θάλασσας και των φώτων έφτασα στο μονοπάτι του όρους, εκεί που καταλήγουμε όλοι, στον δικό μας Γολγοθά, για την δική μας σταύρωση (που είναι εικονικά, αν φανταστεί κανείς ότι έχεις τα χεριά ψηλά κι απλωμένα σε δυο δέντρα που σε κάνει να φαίνεσαι σαν Εσταυρωμένος ενώ ταυτόχρονα έχεις κάποιον από πίσω) και είναι και μεταφορικά αν έχεις την ατυχία να πηδηχτείς χωρίς προφυλακτικό μ’ έναν οροθετικό που δεν σε προειδοποιεί, κάτι που είναι πολύ συνηθισμένο πια (πολύ στο μπλακ χιούμορ το γύρισα πάλι).

Ανέβηκα το λοφακι κι έφτασα στο οροπέδιο αντικρίζοντας το κι αυτό νεκρό. Προφανώς κανένας δεν είχε καύλες το βράδυ της ανάστασης. Έκανα μια δυο περισκοπήσεις βεβαιώνοντας ότι δεν είχε κανένα και πηρά σαν την Λάσκαρη τον δρόμο του κατήφορου.
Αναγνώρισα μια σκιά πίσω από μια ακακία με καπελάκι του μπέιζμπολ. “Σώθηκε το βράδυ” σκέφτηκα. “Πέος εν όψη”. Ισσιαλαχ!

Τον πλησίασα δειλά (κι αυτό κλασσική μέθοδος, δειλή προσέγγιση). Έμεινε ακίνητος παρόλο που είχα την εντύπωση ότι κουνιόταν σαν εκκρεμές στον άξονα του. Προσπάθησα να αναγνωρίσω τα χαρακτηριστικά του στο σκοτεινό φως κι αυτό που μπόρεσα να αναγνωρίσω ήταν ελκυστικό για την ώρα και τον τόπο. Άγγιξα το στήθος του με την παλάμη μου αφήνοντας την να γλιστρήσει σιγά προς τα κάτω.
-“Αρ γιου ε τουριστ” με ρώτησε. Αναρωτήθηκα γιατί μίλησε στ’ αγγλικά. Η παλάμη μου είχε φτάσει ήδη στα σκέλια του και τα ψαχούλευε με έντονη περιέργεια νιώθοντας το πάχος ανάμεσα τους. Δεν ξέρω πως μου ‘ρθε αλλά του απάντησα πίσω στ’ αγγλικά ενώ ήμουν σίγουρος ότι ήταν ντόπιος. -”Γιες αη αμ”.
-”Γουοτς γιουορ νεημ”
-”Αμνεσσιλλοηρεφκε. Εσένα;”
-”Νίκος”
-”Ναης”
Είχε ήδη ανάψει. Του ξεκούμπωσα το Τζην και του κατέβασα το εσώρουχο για να απελευθερώσω ένα έξτρα λαρτζ χοντρό μόριο καθαρό όνειρο. Περιεργαζόμουν με την παλάμη μου το μόριο του καθώς με ρωτούσε:
-”Γουεαρ αρ γιου φρομ;”
-”Που τον γαμοσσιστον. Τζερμανυ. Εντ γιου;”
-”Φρομ Λιμασσολ. Μπατ αη ντοντ γουντ ττου ντου ενηθινκ γουηθ ε συπριοτ χιερ. Ητ ης ναης δατ γιου αρ ε τουριστ."
Ήδη τον έπαιρνα με το στόμα. Αποθέωση. Ανάσταση!
-“Γιου γουοντ το φακ;” τον ρώτησα.
-”Γιες. Μπατ γουηθ ε κοντομ”.
Ε πως θα πηδιόμασταν διαφορετικά ρε φίλε;
-”Σσιουαρ”.
-”Μπηκος αη αμ ενκεητζτ”.
Μπα μπα το πουλάκι μου. Αν δεν ήταν ενγκεητζτ θα το κάναμε χωρις δηλαδή. Χασαμε ακόμα έναν ιό. Φτου!
-”Αη γκετ μαρρητ νεξτ γουηκ”.
Ξανασκέψου το καλέ μου. Τέτοιο πέος είναι κρίμα να χαραμιστεί σε μια αιωνία ανία. Αφού άλλα θες.

Του φόρεσα το προφυλακτικό, έβαλα το λιπαντικό κι έσκυψα. Και τον έκανα να κλάψει απ’ την ηδονή. Πηδηχτήκαμε άγρια, φιληθήκαμε ακόμα πιο έντονα, έμπαινε μέσα μου με μανία, μ’ αχαλίνωτη δίψα. Τελειώσαμε με σπασμούς ανακουφισμένοι. Κούμπωσε το παντελόνι και πήγε να παντρευτεί. Αφού αναστήθηκε εδώ μαζί μου. Πηρά τον δρόμο της επιστροφής, ικανοποιημένος. Ακόμα ένας πόθος σβησμένος προσωρινά. Πήγαινα σπίτι να χαρώ την θαλπωρή αυτού που είχα στερηθεί τόσα χρόνια: αγάπης απ’ τους δικούς μου.

5 σχόλια:

rose είπε...

άι ντοντ χάβ αν εξτρα λάρτζ φάτ μοριο
μπατ άι γουντ λάικ του σί γιου νεξ τάιμ ιν σάιπρους ..

οκ???

Greekstories Greekstories είπε...

Hahahahahah. That was great! Tha to kanonisoume iposxomai! Filia!

rose είπε...

filia

Ανώνυμος είπε...

Με τις φοβερες περιγραφες σου με εκανες να ταξιδεψω Κυπρο και να παω στο Δασουδι της Λεμεσου.Εχης δικιο.Ειναι μαγικο μερος.Οχι τοσο για τον κοσμο που κυκλοφορει(ψιλοχαλια)αλλα για την τοποθεσια.Απο τα πιο ωραια μερη για cruising.Mου θυμησε το αναλογο παραλιθακο παρκο του τελ αβιβ!Να σαι καλα φιλε!Ζω μεσα απο τις περιγραφες σου!!

Greekstories Greekstories είπε...

Σ΄ευχαριστω πολυ ανωνυμε. Ειναι αυτα τα σχολια, τα φιλικα, που μου δινουν ευχαριστηση και κινητρο να συνεχισω να γραφω. Νασαι καλα οπου και να σαι.