Αναγνώστες

Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2012

Σαν άνεμος

Έκανα τρεις εβδομάδες στο νησί όπου ξαναγεννήθηκα. Επέστρεψα πίσω στο χωριό της Γερμανίας χωρίς να έχω συμπτώματα κατάθλιψης η μελαγχολίας η απελπισίας γιατί γέμισα ενέργεια από την αγάπη που έζησα με την οικογένεια μου. Ξέρω ότι διαβάζεται παράλογο να σκέπτομαι καν αυτό το θέμα σαν μη δεδομένο, σαν μη αυτονόητο, όμως οι κακουχίες των τελευταίων χρόνων, τα συσσωρευμένα μέσα στην ψυχή μου ανεπούλωτα τραύματα, που πάντα μου θυμίζουν τα θέματα που δεν κλείνουν, η φυσική απόσταση και απουσία των δυο χρόνων δημιούργησαν μια εντονότερη αίσθηση της μοναξιάς, της απομόνωσης.

Επέστρεψα πίσω νιώθοντας καλά. Με την άνεση του δεν παν να γαμηθούν όλοι κι όλα. Έχω δυο ανθρώπους που πεθαίνουν για μένα κι είναι αρκετό. Στο κάτω κάτω αν δεν αντέξω άλλο εδώ τα μαζεύω και φεύγω. Χωρίς πλάνο. Απλά φεύγω και χέστηκα για όλα.

Δυο μέρες μετά την επιστροφή πήρα μήνυμα απ’ τον ισπανό εραστή. Τέσσερις μέρες μετά βρεθήκαμε για τον όπως φάνηκε αργότερα επίσημο αποχαιρετισμό. Περισσότερα στην συνεχεία της ανάρτησης El amante espagnol. Τέσσερις μέρες και δυο ώρες μετά έπεσα ξανά στην κατάθλιψη, για τα γιατί που δεν μπορούσα να απαντήσω. Φακ! Δεν ήθελα να αφήσω τον εαυτό μου να υποφέρει ξανά. Είχα κουραστεί από την δίνη θλίψης, δεν ήθελα να αφήσω τις όμορφες αναμνήσεις και την δύναμη που μάζεψα στο νησί να σβήσουν για έναν άπιαστο ισπανό εραστή. Όμως η απογοήτευση ήταν εντονότερη από την επιθυμία να μείνω σε ισορροπία. Η κατάθλιψη με ξανακυρίευσε. Τίποτα δεν είχε ξανά σημασία, όλα σβήστηκαν με την απόρριψη του ισπανού. Ήθελα πάλι να σταματήσω να ζω, τίποτε δεν ήταν πια σημαντικό, κανένα σκοπό δεν είχε ζωή. Αυτό έβλεπα με την είσοδο της κατάθλιψης ξανά: ένα κενό. Τούτη τη φορά όμως, ίσως γιατί ήταν και πλήρωμα του χρόνου πιθανότερα, δεν διήρκεσε πολύ: δυο τρία εικοσιτετράωρα και πέρασε. Όχι απότομα και ξαφνικά, άρχισε να φεύγει σταθερά, μου πηρε μια εβδομάδα και κάτι μέχρι να φύγουν όλα τα αρνητικά συναισθήματα. Ξαναβρήκα την ενέργεια μου και σχεδόν όλη την ζωντάνια μου και συνέχισα τα καθημερινά. Έγινα πιο ήσυχος, πιο ήρεμος, δεν αναζητούσα την περιπέτεια κάθε μέρα, δεν την αναζητούσα καθόλου.


Αντιλήφτηκα ότι με κούρασε το γκέι ψάξιμο, άρχισε η επικρατούσα νοοτροπία των γκέι να μου προκαλεί αηδία. Ίσως ενδόμυχα να προκαλούσα εγώ σ΄εμενα την αηδία, γιατί κάθε φορά πέφτω σε ιδιάζουσες περιπτώσεις: μπαη κρυφός, μπαη ευέλικτος, μπαη που δεν πάει μετά έρχεται η άλλη κατηγορία, αυτοί που είναι κακοποιημένοι συναισθηματικά από το σπίτι και εκδικούνται με την πουστιά όλους τους εφήμερους εραστές γιατί δεν μπορούν να κτυπήσουν τον γάιδαρο, μετά έρχονται οι τραυματισμένοι από προηγούμενες σχέσεις και αναζητούν ένα εφήμερο βάλσαμο για να ακολουθούσουν αυτοί που ερωτεύονται τις φωτογραφίες και αναζητούν μόνο φέτες και σιδερένιους μυς. Έλεος! Σε ποιον κόσμο καταδικάστηκα να θέλω να γαμιεμαι; Αναρωτιέμαι αν είναι ολωσδιόλου δυνατόν άνθρωποι με τόσο κατεστραμμένες ψυχές να έχουν την ικανότητα της ετοιμότητας να αγαπήσουν έναν άλλον.

Πέντε χρόνια πριν συνάντησα πρώτη φορά έναν τότε εικοσάχρονο στο γυμναστήριο. Ένιωσα αστραπιαία έλξη από την εμφάνιση του. Δεν μπόρεσα ποτέ να τον πλησιάσω ερωτικά, είχε μια σχέση με τον μπαμπά του. Δεν κατάλαβα ποτέ την βάση εκείνης της σχέσης, τουλάχιστον δεν είχε εμφανή λόγο ύπαρξης για την κατανόηση μου, προ πάντων γιατί ήξερα τον ντάντυ του μικρού: άσχετος και ανιαρός σαν άνθρωπος και εραστής (κάτι ξέρει ο Γκρηκστόρης...).

Με συνδετικό κρίκο το γυμναστήριο ανταλλάσαμε σε αυτό αναγκαστικά αραιά και που ένα γεια, κάποτε και μια κουβέντα παραπάνω αν τύχαινε να είμαστε μαζί στην σάουνα. Μου ήταν πολύ συμπαθητικός μα και μυστήριος, κάτι έβαζε κάποιον συναγερμό σε λειτουργιά μέσα μου, χωρίς όμως να του δίνω ιδιαίτερο βάρος γιατί δεν υπήρχε πιθανότητα για περαιτέρω. Όλα αυτά σε πέντε χρόνια που βρεθήκαμε ίσως δέκα φορές τυχαία στο γυμναστήριο κι άλλες δέκα ίσως στην γκέι πύλη στο δίκτυο.

Λίγους μήνες πριν άρχισε μια εντονότερη επαφή περισσότερο στον Αλεστήρα. Δεν προχωρούσε περισσότερο η επαφή από λίγες κουβέντες κι είχε κι ένα επαναλαμβανόμενο τέλος: μετά από κάποια λεπτά συζήτησης με άφηνε σύξυλο χωρις απάντηση. Κι’ αυτό μια συνηθισμένη κατάσταση απ’ το δίκτυο, με εκνεύριζε μεν αλλά δεν μπορούσα να κάνω και τίποτε δε.

Πριν δυο εβδομάδες ξαναμιλήσαμε στο δίκτυο. Άρχισε την συζήτηση αυτός και με ρώτησε λίγα λεπτά μετά αν ήθελα να περάσει από μένα για ένα γρήγορο. Τι είχα να χάσω; Δέχτηκα, ανταλλάξαμε στοιχεία και τον περίμενα. Είκοσι λεπτά αργότερα κτύπησε το κουδούνι της πόρτας.

Είχε να τον δω καιρό και ξέχασα ποσό όμορφος κι’ ελκυστικός είναι. Άφησε το σκούρο του μαλλί να μεγαλώσει (έχω αδυναμία στις χαίτες) κι έτσι όπως στεκόταν στην εξώπορτα περιμένοντας, φορώντας το σοφιστικέ γυαλί του με την βερμούδα δείχνοντας τα τριχωτά του πόδια τον βρήκα ξανά πολύ ελκυστικό καθώς παρατήρησα το πως μεγάλωσε κι αντρείεψε.
Μπήκε μέσα με αέρα άνεσης, κυριαρχίας, πολύ σίγουρος για τον εαυτό του. Τον ζήλεψα γιατί θα ήθελα να είχα κι εγώ ενδόμυχη αυτή την σιγουριά για μένα, αυτό το αίσθημα κυριαρχίας. Ίσως αυτό να είναι το μυστικό μιας καλής σχέσης: η ενισχυμένη αυτοπεποίθηση.

Κάθισε στον καναπέ διπλα μου, μιλήσαμε για λίγο σπάζοντας τον πάγο, ξαναγνωριστήκαμε αφού δεν είχαμε ποτέ την κατάλληλη ευκαιρία. Τον ρώτησα αν ήθελε να καπνίσουμε ένα τζοιντ κι ενθουσιάστηκε. Καπνίσαμε μισό τσιγάρο και αρχίσαμε το φασωμα. Με ανείπωτη ενέργεια (α ρε τσιγαριλίκι) παθιασμένα κι έντονα, τυλιχτήκαν τα κορμιά μας σε μια μάχη. Κράτησε αυτή η μάχη ένα δίωρο, γεμάτη αγκομαχητά και κραυγές, ξέχασα ότι μπορούσα να παίξω και τον ρολό του κυρίαρχου εραστή. Τον είχα κατακτήσει κάνοντας τον να κραυγάζει από πόθο, αυτό με έκανε να τον απολαμβάνω ακόμα περισσότερο, μου ήταν σημαντικό να τον βλέπω να ικανοποιείται, με τα δυνατά του αγκομαχητά να ολοκληρώνουν την εικόνα της απρόσμενης ηδονής που ζούσα.
Στις δυο ώρες παρέδωσα τα όπλα, εντελώς εξαντλημένος, καταϊδρωμένος, λαχανιασμένος και ξαφνιασμένος από την ένταση της συνάντησης.

Με κοίταξε κι αυτός εξαντλημένος, μ’ ένα πλατύ χαμόγελο: -Δεν το περίμενα αυτό, είπε -Ούτε κι’ εγώ -Ήσουν φανταστικός. Φοινιτζιά εγώ. 

-Κι’ εσύ.
 Έπεσε έντονο φίλημα, έπεσε στο στήθος μου, αγκαλιάζοντας με και του φιλούσα τρυφερά το κεφάλι χαϊδεύοντας τον. 
-Βλέπεις κάποιον στο άσχετο και δεν ξέρεις πως είναι, δημιουργείς μια εικόνα που ίσως να μην είναι αντικειμενική και μετά τον γνωρίζεις και ξαφνιάζεσαι ποσό κοντά σου μπορεί να είναι αυτός ο άνθρωπος. Έτσι είναι με σένα σήμερα. Σε βλέπω τόσο καιρό στο γυμναστήριο και είχα μια διαφορετική εικόνα για σένα. Και τώρα σε ζω και...Θέλω να σε ξαναδώ. Νιώθω πολύ κοντά σου. Με ταρακούνησες. 
-Κι’ εγώ θέλω να σε ξαναδώ, είπα. 


Είπαμε διάφορα. Μου μίλησε λίγο για την σχέση του με τον νταντυ, ανάφερε ότι τον Φεβρουάριο που πέρασε έκανε μια απόπειρα αυτοκτονίας από την απελπισία του μετά το τέλος της σχέσης του. Αντί να παίξει μόνο συναγερμός μέσα μου αναπτύχτηκε και μια συγκίνηση μαζί με ένα ίχνος συναγερμού, ελαφριάς ανησυχίας που έδιωξα απ την σκέψη μου αστραπιαία. 
-Νιώθω ότι μπορώ να αρχίσω κάτι μαζί σου, θα ήθελα να σε ξαναδώ αλήθεια, αν το θες κι εσύ. 
-Ε είπαμεν το. Ναι κι’ εγω το ιδιο, γιατί όχι;

Συνεχίσαμε το αγκάλιασμα και τις τρυφερότητες γι αρκετή ώρα. Ανάψαμε ξανά και κτυπήσαμε ένα δεύτερο γύρο έξαρσης. Φτάνοντας στο τέλος των δυνάμεων μας τελειώσαμε εξαντλημένοι. Τον ρώτησα αν ήθελε να μείνει κοντά μου το βράδυ και απάντησε αμέσως ναι. Ουαο, ειπε ναι. Δεν κοιμηθηκε ποτε κανενας στο σπιτι μου απο τον καιρο που χωρισα με τον Σσιατς. Ηταν το απορθητο μου φρουριο. Θα κοιμοταν μονο ο καποιος, ο ξεχωριστος. Παρακαλουσα τον ισπανο να κοιμηθει κοντα μου μα δεν το ‘κανε ποτε. Κι’ ο μικρος ολλανδος ειπε αμεσως ναι. Ισως επρεπε να παιξουν μεγαλοι συναγερμοι. Ισως και να ‘πρεπε να χαρω γιατι καποιος αρχιδ να νιωθει κατι για μενα περαν της καυλας. Ετσι χαρηκα. Φτεροπετουγησα.
Πήγαμε στο κρεβάτι, έκλεισα το φως, αγκαλιαστήκαμε, αυτός μπροστά μου κι εγώ από πίσω και κοιμηθήκαμε έτσι σφιχταγκαλιασμένοι για τις λίγες ώρες που έμειναν μέχρι να ξημερώσει.

Δεν έκλεισα πολύ το μάτι, με είχε κατακυριεύσει ένας πανικοενθουσιασμός. Αυτό που δεν μου έδωσε ο ισπανός το βρήκα στον γερμανό απρόσμενα: μια νύκτα μαζί, μ ένα κορμί στην αγκαλιά, σε μια θάλασσα τρυφερότητας, ξεχείλισμα από ερωτα και χάδι, αυτό που ασυνείδητα ήξερα ότι έλειπε απ’ την ζωή μου τόσα χρόνια. Ίσως γι αυτό με πολιόρκησε η κατάθλιψη όταν εξαφανίστηκε ο ισπανός χωρίς μια εξήγηση: γιατί ξύπνησε την ανάγκη μέσα μου, αναζωπυρωσε την φωτια και μετά δεν έμεινε εκεί για να την σβήσει, την άφησε ξύπνια για εβδομάδες ολόκληρες, σαν δήμιος να σκοτώνει το θύμα του αργά αργά.

Ξύπνησα (χωρίς να κοιμηθώ ουσιαστικά), ετοιμάστηκα, τον φίλησα στον ύπνο του και ξύπνησε να με φιλήσει, ξανακοιμήθηκε κι έφυγα για δουλεια, ανάλαφρος σαν σύννεφο.

Λίγες ώρες μετά έφτασαν τα μηνύματα σαν βροχή, μηνύματα που ξεχείλιζαν από ενθουσιασμό, από ερωτα, από ίχνη αρχής μιας πιθανής αγάπης. Δεν κρατιόμουν, έλαμπα, από μέσα από έξω από παντού. Ήταν αλήθεια ότι μου συνέβαινε; Ήταν δυνατόν;
-Γκρηκστόρης κρατήσου, ανάλυσε γιατί νιώθεις έτσι, θυμίσουν τα σκατα που έγινες με τον ισπανό και φρέναρε, μην κάνεις ξανά την ίδια μαλάκια. 

-Καλά, καλά, θα είμαι συγκρατημένος. Στο κάτω κάτω ήταν μόνο μια νύκτα, με τσιγάρο και πολύ σεξ. Όλα βαρβιτουρικές ουσίες που δημιουργούν ψευδαισθήσεις, τι νομίζεις είμαι άπειρο παιδί να μην μπορώ να δω τις αίτιες; 
-Ναι είσαι. 
-Προσέχω μην ανησυχείς. 
-Ανησυχώ. 
-Σκάσε.

Την ίδια μέρα δεν μπορούσαμε να συναντηθούμε ξανά. Τα μηνύματα έπεφταν μέχρι το βράδυ βροχή. Τέτοιον αμοιβαίο ενθουσιασμό έκανα χρόνια να τον ζήσω. Δεν ξέρω αν ήμουν αυθεντικά ενθουσιασμένος η αν ενθουσιάστηκα απλά με τον ενθουσιασμό του μικρού. Όποιος ο λόγος ήταν ένα αίσθημα φανταστικό.
Την επομένη το βράδυ ήρθε. Είχα ετοιμάσει σαλάτα με φρέσκο σπανάκι, κατσικίσιο τυρί, σέλινο, καρύδια και μια βινεγκρέτ με γιαούρτι, μουστάρδα, καρυδέλαιο και λεμόνι. Μπήκε μέσα, γδυθήκαμε στον διάδρομο, κάναμε παθιασμένο έρωτα στον καναπέ, φάγαμε και ξαπλώσαμε για τηλεόραση.
Αφού ξεκουραστήκαμε για λίγο, τον σήκωσα να πάμε για ένα ποτό, στην Τανγκέντε. Ήθελα να κάνω μια δειλή εμφάνιση δημόσια μαζί του, να τον ζήσω σ’ ένα άλλο περιβάλλον. Τον έβλεπα και δεν τον χόρταινα, ήταν ένα πολύ όμορφο αγόρι. 


Φτάσαμε στην Τανγκέντε μέσα σε δέκα λεπτά. Ήταν ήρεμα παρόλο που η βραδιά ήταν πολύ καλοκαιρινή. Καθίσαμε σ’ ένα μικρό τραπέζι και παραγείλλαμε κοκτέιλ. Μου μίλησε για την ζωή του, για την μάνα του που δεν τον ήθελε και δεν του έδειξε ποτέ αγάπη, για τον πατέρα του που δεν είχε πολλές σχέσεις, για τους ψυχολόγους που τον τραβούσε η μάνα του γιατί ήταν απομονωμένος, για την απόδραση του απ το σπίτι στα δεκαπέντε του, για την πρώτη του σχέση που έτρωγε ξύλο, για την δεύτερη που τον παραγνώριζε και τον απομόνωνε ο γκόμενος. Για την απόπειρα αυτοκτονίας, την μοναξιά, το αποτυχημένο σχολείο, το θέατρο που παίζει τώρα και την επιθυμία του να γίνει ηθοποιός.
Κρατουσαμε χερια ολη την ωρα και τωρα αρχισαμε τα φιλια, οχι τα παθιασμενα, αλλα φιλια αισθηματων, αγαπης, ερωτα.

Με ρώτησε λίγο για μένα. Του είπα λίγο για τον Σσιάτς, το αλκοόλ, την λαίλαπα, τις απόπειρες αυτοκτονίας, τα ψυχιατρεία. Οχι σε πολυ βαθος, ισα ισα για να του δειξω οτι εχω μια σχεση με τα θεματα του, να τον κανω νιωσει ανετος, προστατευμενος. Στο κατω κατω δεν ξεγυμνωνεις την ψυχη σου χωρις να περιμενεις ανταποκριση.

Μου είπε για την χαρά του που με γνώρισε και για την επιθυμία του να προσπαθήσουμε να μείνουμε μαζί γιατί η χημεία μας είναι δυνατή. Μιλήσαμε για μας. Είπα ότι αν θα γινόταν κάτι τότε θα επιθυμούσα μια κλειστή σχέση, χωρίς άλλους εραστές, χωρίς παράδοση όπλων με την πρώτη δυσκολία. Η όλα η τίποτα. Με φίλησε ξανα δημόσια στο στόμα και μου είπε ότι αυτό τον σκλάβωσε.

Τα κοκτέιλ έφευγαν σαν αστραπή. Ήπια δυο, ήπιε πέντε. Δεν του έδωσα σημασία τότε. Κάναμε τα καλαμπούρια μας με τα γκαρσόνια, πληρώσαμε και πήγαμε στο σπίτι.

Ξανακάναμε έρωτα δυο φορές. Κοιμηθήκαμε ξανά αγκαλιασμένοι σαν σαρδέλες. Ήμουν εξαντλημένος πάλι αλλά τώρα ένιωθα τον αυθεντικό ενθουσιασμό. Αναρωτιόμουν αν ήταν το αληθινό, αυτό που συμπλήρωνε τη ζωή μου τώρα. Μ’ άρεσε ο μικρός, είχε τα κουσούρια του αλλά ήταν γλυκός, ευάλωτος. Ορκιζόταν ότι ήταν ο πιστός τύπος συντρόφου. Τον είχα αγκαλιά κι ήταν όμορφο το συναίσθημα να είμαι πάλι σημαντικός για έναν ξένο και κάποιος να θέλει να είναι σημαντικός για μένα.

Ηρθε η παρασκευή. Δεν ήταν καλή μέρα και φάνηκε κατά την εξέλιξη της. Είχα συγκρούσεις στην δουλειά, απ’ αυτές που δεν μπορώ να αντεπεξέλθω γιατί μου είναι δύσκολο, δεν ξέρω πως να αντιμετωπίσω διανοητικά μειονεκτικούς που έχουν δύναμη στα χέρια τους, μου βγαίνει μια φούρια, μια ανεξέλεγκτη αγανάκτηση. Έφτασα κουρασμένος και στρεσαρισμένος απ’ την δουλειά, είχα πάει γυμναστήριο, είχα πόνους στους μυς και βασικά είχα μπει στην περίοδο μου. Είχε έρθει με κάποια ποτά πάνω κάνοντας ήδη ένα τσιγάρο. Τον είχε πιάσει γλωσσοδιάρροια. Με είχε πρήξει για τις γάτες του. Με φιλούσε, με αγκάλιαζε συνέχεια. Δεν κάναμε έρωτα εκείνη τη στιγμή γιατί ήμουν πτώμα. Φάγαμε λίγο και βγήκαμε πάλι. Ανυπομονούσα να τον παρουσιάσω στους γνωστούς μου στην Τανγκέντε και στον προς το παρών κολλητό μου Γερμανό.

Ήταν πολύ ομιλητικός μαζί τους, έκανε καλή εντύπωση. Αρχικά. Το ποτό έφευγε σαν ποτάμι.
Οταν κατέφθασε ο κολλητός μου ήταν ήδη άπιαστος. Του είχε βγει όλο μα όλο το γκειλίκι στην επιφάνεια, ήταν σαν μια μπαλαρίνα, μια πεταλούδα που καθόταν μια εδώ μια εκεί, με καχεκτικές κινήσεις, κοινωνικότατος, ομιλητικότατος, πολύ περισσότερο απ’ ότι ίσως να έπρεπε Άρχισε να γίνεται ενοχλητικός σε όλους. Τους χούφτωνε παντού. Τους έλεγε ότι ήταν όλοι γκέι αλλα δεν το είχαν καταλάβει ακόμα. Άρχισε να συμπεριφέρεται με τα στοιχεία της κλασσικής γκέι συμπεριφοράς που απωθεί ακόμα και τους υπέρμαχους μας. Ο κολλητός μου άντεξε δεν άντεξε μια ώρα, τα μάζεψε κι έφυγε Κι εγώ ίσως το ίδιο θα έκανα. Άρχισαν να δυσφορούν μέχρι και που μου είπαν να τον μαζέψω.

Τον μάζεψα για λίγο και του είπα να πάμε σπίτι. Δεν ήθελε με τίποτα. Με παρακάλεσε να πάμε παρακάτω αλλά δεν μπορούσα. Νομίζω μου ξύπνησε τις εικόνες από την εποχή του Σσιατς. Πανομοιότυπος στην συμπεριφορά όταν ήταν πιωμένος. Εκεί στο ίδιο τραπέζι ήταν μια άγνωστη ξανθιά πουτάνα που έχυνε λάδι στην φωτιά: Μη μιλάς μαλάκω, δεν ξέρεις που ανακατεύεσαι, σκατόμουνο. Τον έπεισε να συνεχίσουν μαζί παρακάτω.

Συμφωνήσαμε να πάμε σπίτι, να του δώσω ένα κλειδί για να μπορέσει να μπει, λίγα λεφτά γιατί ξέμεινε και με την υπόσχεση να μην κάνει καθόλου θόρυβο όταν έρθει, φιληθήκαμε κι έφυγε.

Ξύπνησα το μεσημέρι και δεν τον βρήκα εκεί. Ούτε τα πράγματα του. Το κλειδί ήταν πάνω στο τραπέζι. Τα ειδικά τσιγάρα από το ντουλάπι είχαν κάνει φτερά. Δεν ήξερα τι είχε συμβεί.

Τον έψαχνα για δυο μέρες. Έστειλα χίλια μηνύματα. Αλλά τόσα τηλέφωνα έμειναν αναπάντητα. Στεναχωριόμουν πολύ. Δεν το πίστευα ότι μου συμβαίνω αυτό το πράγμα. Έβρισκα χίλιους λόγους να τον δικαιολογήσω. Ίσως να ‘μουν πολύ ψυχρός, πολύ απόμακρος. Μα ήμουν κουρασμένος. Θα ‘ναι λίγο θυμωμένος και θα του περάσει.

Το βράδυ της Δευτέρας ήρθε ένα σημείο ζωής: ένα μήνυμα, λέγοντας μου ότι τον είχα χαρακτηρίσει σκατοαδελφή στους φίλους μου, ότι είπα στο γκαρσόνι να μην του δίνει άλλο ποτό, ότι δεν χρειαζόταν τέτοια αστυνόμευση Έπαθα την πλάκα μου. Προσπάθησα να του εξηγήσω ότι δεν υπάρχει καμιά αλήθεια σ’ αυτά που μου έγραφε. Και μου απάντησε ότι τώρα δεν υπάρχει σημασία γιατί έχει καινούργιο γκόμενο με τον όποιο ζει την τέλεια σύζευξη.

Στεναχωρήθηκα πολύ. Σε ελάχιστο χρόνο πέρασαν οι τρεις μέρες που ζήσαμε μαζί και τα τρία εκατομμύρια μηνύματα που ανταλλάξαμε, οι τόσες άδειες υποσχέσεις.
Έπαθα ένα ψυχικό μπαφ. Δεν πίστευα ότι ζούσα αυτό το πράγμα.
Συνειδητοποίησα ξανά ότι είμαι πολύ άπειρος στις συναισθηματικές περιπέτειες, πολύ αφελής, πολύ ευκολόπιστος, πολύ μαλάκας. Ρε γαμώτο, δεν ξεγυμνώνεις την ψυχή σου μαζί με το κορμί σου στην αναζήτηση λίγης τρυφερότητας κι αγάπης για να γαμήσεις τον άλλο όταν βαρεθείς. Τελικά ποιος θα μου μάθει εμένα να είμαι μαλάκας;

Είχα πέσει κάπως πολύ για δυο τρεις μέρες αλλά σαν θαύμα και απρόσμενα δεν πέθανα. Ξανασηκώθηκα και συνέχισα να ζω την καθημερινότητα μου εδώ και μια εβδομάδα όπως και πριν απ’ το μικρό, προσπαθώντας να καταλάβω από που μου ήρθε, τι λάθος έχω κάνει ξανά. Αλλά όσο και να σκεφτώ, όσο και να αναλύσω, αυτή φορά ξέρω ότι δεν έκανα ένα τραγικό η μη τραγικό λάθος εκτός του να μην αναγνωρίσω ότι ο μικρός ήταν μια χαμένη υπόθεση. Για αυτόν τον ίδιο και για μένα. Ήρθε κι έφυγε αστραπιαία σαν άνεμος, μαζί με όσα παίρνει ο άνεμος αφήνοντας με να την ψάχνω στ’ απομεινάρια της βραδιάς μέχρι την επομένη τραγωδία.

3 σχόλια:

πανος χατζηβασιλειου είπε...

Συναρπαστικη ιστορια οπως παντα!!Ο τυπος θυμιζει τον προηγουμενο και προκειται μαλλον περι οριακου.(borderline personality disorder).Εχω και εγω την ταση να πεφτω σε τετοια ατομα.Μεσα σου ''ηξερες'' απο την πρωτη στιγμη.Το ενδιαφερον ειναι να βρης τι ειναι αυτο που σε ''ριχνει'' στο δρομο τους..
Παρολα αυτα οπως παντα γραφης καταπληκτικα!!

Greekstories Greekstories είπε...

Ευχαριστω πολυ για το εποικοδομητικο και φιλικο σχολιο

Psychia είπε...

you compulsive caretaker you... xxx