Αναγνώστες

Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2008

Οι βιλλοκαμένοι κατακτημένοι

Συζήτηση επιπέδου:

- Ρα, επήες καμμιά φορά που ποτζί;
- Ναι ρα, επήα κάμποσες φορές
- Άτε ρε γαμώτοοοο…(συρτή η φωνή στην τελευταία συλλαβή…οοοοο). Θέλω τζ’ εγώ πολλά να πάω τζ’ εν ηβρίσκω κανέναν να με πάρει γαμώτο (χωρίς συρμό) τζιαί ο αρφός μου ούτε να ακούσει για ποτζί εν θέλει. Τζιαί επειδή εν μου δειά το αυτοκίνητο να πάω, εν επήα ποττέ μου.
- Κόρη εν πολλά καλά. Τζιαι γίνεται πάρσιμοοοο…(με συρμό), ππουουου, εν μπορείς να φανταστείς.
- Άτε ραααα…(με συρμό). Αλήθκειααα;
- Ναι ρα άμα σου λαλώ…Εν έσσιει καμμιά που επήε που ποτζί τζιαι εν επάρτηκε. Μόνο εγώ ρα έμεινα άπαρτη, ζαττίν εν η τύχη μου. Αλλά κόρη τζιαι που την άλλη, … όη τζιαι με Τούρκο.
- Εν ναι κόρη, όη τζιαι με Τούρκο. Είπαμε.. αλλά όη τζ’ έτσι. Αλλά ακουσα το τζι’ εγω που τις άλλες τες αδελφές ότι σσιλλογαμιούνται όποτε παν που ποτζί. Τζιαι μίσσιει μου οι Τούρτζιοι τζιαι εν’ επικίνδυνοι τζιαι βίλλους μπλε. Ε το κόρη μου, ούλλοι για τον βίλλο τελικά. Κσιάνουν τζιαι κυπριακά προβλήματα, τζιαι τούρτζικα τζ’ ότι θέλεις. … Αφού ρα εγνώρισα έναν μιτσή δαμέ (το δαμέ εννοείται το δασούδι), πολλά γλιτζίς αλλά τέλια καραπαθητικούρα τζιαι με τα πολλα εκάμαμε τζιαι λλίην παρέα. Λοιπον τζίνος είπε μου, μα εν γι’ αυτό που μ’αρεσε τζιόλας ο μιτσής, ότι πάει που ποτζί, φορεί έναν τάνγκα, μισοκατεβάζει το παντελόνι του ίσσια ίσσια να φανεί λλίον ο κώλος του τζιαί θωρείς τους πουσστότουρκους βουρούν που πίσω του σαν τες μούγιες πας το μέλι. Τρώει τζιαι στείννει ο μιτσής κάθε φορά που πάει που ποτζί. Τζ’ απ’ ότι λαλεί διαθετουν κάμποσην οι πουποτζί…
- Κορη εν τες ημπορώ τούντες μιτσιές πιόν. Εφκάλαν τζιαι το σσοινί τζιαι το παλλούτζι. Εμείς εν ήμαστουν έτσι ρα. Τέλος πάντων
- Κόρη, έσσιεις ορεξη να πάμε μαζί; Αναλαμβάνω εγώ τα έξοδα, μεν το σκέφτεσαι. Έτο έχω περιέργεια να δω ήνταλως ένει ρα. Ούλλη η Κύπρος επήε εκτός που μένα.
- Όη ρα τζ’ εσύ, με λαλείς πελλάρες. Έτο να πάμε να περάσουμε τη νύχτα μας τζιαι νάρτουμε πίσω πάλε. Εν ωραία, εννά σου αρέσει πολλά η Τζιερύνεια.
- Ρα όη να πάθουμε τίποτε όμως, α.
- Ε ρα νάσαι φρόνιμη; Να μεν πάεις τζιαι να σούζεσαι.
- Ρα εγώ σούζουμε ρα που να με σου κσανασηκωστεί μαλακισμένη.
- Ρα σσιίλα άμαν εσου εν σούζεσαι ποιά εν που σούζεται καλό ρα;
- Ποτε να πάμε κόρη;
- Κυριακή εν καλά;
- Πελλαμός!



Κι’ έτσι εντελώς ανέλπιστα βρήκα επιτέλους συνοδό και οδηγό για να με συνοδέψει για πρώτη φορά στα κατεχόμενα και μάλιστα στην Κερύνεια.

Ήμουν κατενθουσιασμένος και αναστατωμένος. Δεν ήξερα τι περίμενα να δω, τι θα αντιμετωπίσω. Στο κεφάλι μου ηχούσαν διάφορα από διαφόρους. Άκουσα από τους μεν ότι πήγαιναν για καζίνα και πορνεία και από τους δε ότι ένιωσαν οδύνη και απελπισία όταν αντιμετώπισαν μια πατρίδα ξεχασμένη και καταπατημένη για τριάντα τέσσερα χρόνια. Για να ‘μια ειλικρινής ένιωθα αδιαφορία γιατί δεν είχα παρά ελάχιστες αναμνήσεις, πολύ θολές και πολύ ξεθωριασμένες. Ούτε και πιστεύω κανέναν που λέει ότι νιώθει οδύνη και εκδικητικότητα για κάτι που έχει να δει πάνω από τρεις δεκαετίες. Η μεν γενεά της εποχής έχει πια γεράσει και δεν έχει πια τις δυνάμεις να νιώσει εκδίκηση και οι δε απόγονοι ζουν μια ζωή που ίσως και να μην είχαν ποτέ αν οι γονείς τους έμεναν εκεί. Άρα τι οδύνη και ποια εκδίκηση να νιώσουν ποιοι; Αν ήμασταν μια χώρα με πείνα, φτώχεια, ανεργία και άλλες κοινωνικές αρρώστιες θα ήταν αναμενόμενο να νιώθουμε οργή για τα χαμένα και τους λόγους της δυστυχίας μας. Αλλά εξελιχτήκαμε σε μια κοινωνία που μόνο καλά σχεδόν της έφερε ο πόλεμος, αποχαυνωμένη σε μια ευημερία χωρίς προηγούμενο. Άρα ποια δυστυχία να εκδικηθούμε; Αυτήν που δεν νιώσαμε ποτέ οι γενεές μετά την εισβολή; Για τα χαμένα που δεν είδαμε ποτέ μπροστά μας; Τον χαμένο εθνικισμό που δεν κατάφεραν οι προηγούμενες γενιές να μας εμφυτευσουν; Μέχρι κι’ εδώ αποτύχαμε να γίνουμε φανατισμένοι εθνικιστές γιατί προλάβαμε να γίνουμε ανοργασμικοί και αποχαυνωμένοι νεόπλουτοι.

Ήρθε και με πήρε την Κυριακή στις πέντε το απόγευμα. Προσπάθησα να γίνω όσο πιο κούκλος μπορούσα γιατί ήθελα να εντυπωσιάσω…ποιον άραγε; Δεν είχα ιδέα. Απλά ήθελα να νιώθω όμορφος όταν θα αντιμετώπιζα τα περίφημα κατεχόμενα για πρώτη φορά. Ήταν ένα όνειρο να πάω μια φορά στην Κερύνεια. Δεν είχε μήπως πιο όμορφα μέρη να πάω; Ή δεν πήγα σε πιο όμορφα μέρη; Αλλά ο συνδυασμός του απαγορευμένου, του άφθαστου σε συνδυασμό με τον μύθο και την ιστορία είχαν μια άλλη μαγεία, μια διαφορετική έλξη.

Φτάσαμε στο πέρασμα του Αγίου Δομετιου και είχε σουρουπώσει για καλά. Σταθήκαμε ουρά στα «σύνορα» και γεμίσαμε κάτι κωλόχαρτα που μας σφράγισαν αφού πέρασαν τα στοιχεία μας στους πρωτόγονους υπολογιστές τους. Οι φάτσες των υπάλληλων τυπικές τουρκοφατσες της Ανατολίας. Χάρμα οφθαλμών. Με ποιους πηδιόταν ο μικρός με το ταγκα;

Ένιωθα απερίγραπτα παράξενα αλλά και αδιάφορα συνάμα. Παράξενα γιατί ο φίλος μου δεν είχε καλύτερο μέσο μεταφοράς παρά ένα κωλοδιπλοκάμπινο και καθόμουν μέσα κουμπωμένος φορώντας τα μαύρα μου γυαλιά α λα Τζάκι Ωνάση μπας και με δει κανένας γνωστός και γίνω ρεζίλι. Εγώ σε διπλοκάμπινο; Μον Ντιέ! Αδιάφορα γιατί υπολόγιζα να νιώσω συγκίνηση αλλά που; Για χρόνια σκεφτόμουν αυτή την στιγμή και πως θα αντιδρούσα. Στην σκέψη ότι θα ξανάβλεπα την Αμμόχωστο ανατρίχιαζα για να ‘μαι ειλικρινής αλλά τώρα περνώντας τα «σύνορα» δεν μπορούσα παρά να μην χεστώ. Αδιαφορία πλήρης αλλά και περιέργεια συνάμα. Είμαι μαλάκας;

Διασχίσαμε την βόρειο Λευκωσία και βγήκαμε στον αυτοκινητόδρομο με κατεύθυνση την Κερύνεια. Περίμενα να δω τους δρόμους που άκουσα περιγραφές, τους θεόστενους δρόμους που δεν τους άγγιξε ανθρώπου χέρι για συντήρηση από το εβδομήντα τέσσερα. Και αντιμετώπισα έναν συγχρονότατο αυτοκινητόδρομο διπλής κατευθύνσεως με νησίδα στην μέση, φωτισμένο σε διάφορα τμήματα του, με κάμερες έλεγχου κυκλοφορίας που λειτουργούσαν, πεντακάθαρους και ταχτοποιημένους. Ακριβώς όπως τους δικούς μας. Αυτή ήταν λοιπόν η φρικαλέα κατάσταση στα κατεχόμενα; Αυτό ήταν το ανθρώπινο έλεος και η γυφτιά; Δηλαδή σ’ εμάς τι είναι αν αυτό που είδα ήταν γυφτιά; Κάπου διάβασα ότι για να νικήσεις τον εχθρό σου πρέπει πρώτα να τον γνωρίσεις καλά και να μην τον υποτιμήσεις ποτέ. Αυτοί λοιπόν σε αντίθεση μ’ εμάς όχι μόνο μας γνώρισαν καλά, μας παραγνώρισαν και μας έβαλαν και γυαλιά. Λέμε τώρα.

Η διαδρομή στην Σάνσετ Μπούλεβαρ (γιατί εμένα αυτό μου θύμιζε κι’ όχι καμιά κατοχική διαδρομή) ήταν πολύ ενδιαφέρουσα, γεμάτη εντυπώσεις. Δυστυχώς έπεσε η νύχτα γρήγορα και δεν πρόλαβα να θαυμάσω τον Πενταδάκτυλο που ήταν ολοπρασινος όπως μου είπε ο φίλος μου. Ανεβήκαμε τον Πενταδάκτυλο και αρχίσαμε την κατιούσα για την Κερύνεια. Έβλεπα κάποια φωτά από μακριά, έντονα φωτά α λα Μόλος στην Λεμεσό αλλά επειδή δεν είχα ιδέα που ήμουν δεν ήξερα αν ήταν της Κερύνειας ή ενός αλλού χωριού. (συνεχίζεται)
Λεξεις-Κλειδια: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

2 σχόλια:

rose είπε...

Greekstories
καλημερα..
περιμενω τη συνεχεια με ανυπομονησία και θα σου πω γιατι...

απο τον αρχικό διαλογο μια φραση κρεμμεται στην άκρη των χειλιών μου:
"αμ, δεν ήξερες, δεν ρωταγες;"

κι ελπίζω η συνεχεια να με διαψευσει αλλά ...ήντα ξέρω!

Greekstories είπε...

Καλημερα μας,

δεν ξερω που το πας αλλα δουλευω στην συνεχεια...ειμαι περιεργος...