Αναγνώστες

Κυριακή, 2 Αυγούστου 2009

Μαραθώνιος Διαδρομή…(2) Η διάμετρος του Φιγκαρό

Έφυγε σχεδόν τρέχοντας κι’ εγώ τον ακολούθησα, δηλαδή ακολούθησα απλά την ίδια κατεύθυνση πολύ νωχελικά, λίγο ιδρωμένος και κορακιασμένος απ’ την δίψα. Ήθελα να πάω στο απέναντι μπαράκι, το Surf and Sun να πιω και κάτσω λίγο μόνος να παρακολουθήσω τον κόσμο στο πήγαινε έλα.

Έρχονταν διάφοροι μα δεν τους έδινα σημασία, ήθελα απλά κάπου να κάτσω. Καλό το πρώτο τεκνό που μπαλαμουτιάστηκα αλλά τώρα ήθελα μια κάποια ησυχία. Φτάνοντας στον χώρο στάθμευσης κοντοστάθηκα για λίγο προσπαθώντας να αποφασίσω τι θα κάνω με το υπόλοιπο βράδυ. Όπως σκεφτόμουν όρθιος και ιδρωμένος ήρθε προς έμενα: κι’ αυτός νεαρός, με κοντό παντελονάκι, μαλλί βαμμένο ανταύγειες ξανθό, αμάνικο μαύρο μπλουζάκι και φάτσα κυπριακή και γαμάτη. Με είδε και είδε ότι τον είδα και στάθηκε αμέσως δίπλα μου. Ήταν κούκλος τώρα που τον έβλεπα από κοντά.

- Τι γίνετε;
- Βράζει και χύνεται, τι να γίνετε ρε φίλε; Καλά, μια χαρά εσύ;
- Καλά λέμε. Θες να πάμε παρακάτω μόνοι μας;
- Και μετά;
- Μετά φίλε μου ότι ήθελε προκύψει. Ότι θες εσύ κι’ η ψυχή σου.

Κόκκαλο ο Γκρήκστορης.
Δεν είχα ξαναζήσει τέτοια ευθύτητα. Κατ’ ευθείαν στο ψητό ο μικρός και μάλιστα χωρίς περιστροφές. Φανταστικό. Προχωρήσαμε μαζί και με έβλεπε συνέχεια.

- Είσαι παίδαρος, μου είπε
- Μα ποιός εγώ;
- Ε ναι ρε εσύ
- Μα είσαι καλά; Βλέπεις καλά τέτοια ώρα;
- Γιατί; Μιλάμε μόλις σε είδα είπα ότι θέλω να σε πάρω απόψε αλλιώς δεν θα έβρισκα ησυχία.

Φοινικιά ο
Γκρήκστορης. Δεκάμετρη!

- Κι’ εσύ είσαι πολύ σεξουαλικός. Με ερεθίζεις αφάνταστα
- Εμείς οι δυο θα περάσουμε πολύ καλά αγόρι μου.

Πως πεθαίνω όταν μου μιλούν έτσι. Λιώνω, γίνομαι ένα με το έδαφος. Καθ’ οδών μιλήσαμε λίγο τα κλασσικά, το πόθεν εσχες. Μου έμεινε στο θυμητικό ότι ήταν κομμωτής κι’ αυτό γιατί δεν ξέρω πολλούς κομμωτές που να’ ναι στρέητ λούκιν αλλά γκέι εξαιρούμενου του Σσιάτς.

Φτάσαμε σ’ έναν κορμό με έναν προβολέα του παρακειμένου ξενοδοχείου να δημιουργεί σκιές και να μας κρύβει. Δεν πρόλαβα να προσανατολιστώ είχε χώσει το πρόσωπο του στο δικό μου και ανάπνεε για μένα. Με φιλούσε παθιασμένα, σαν άνθρωπος που ψάχνει για οξυγόνο. Παράλυσα.

- Γυμνάζεσαι; Με ρώτησε
- Λίγο
- Τι λίγο ρε κούκλε; Αυτή είναι σωματάρα, κοίτα στήθος που έχεις.

Τι έγραψα πιο πάνω; Φοινικια; Να ξεχαστεί. Βρισκόμουν σε πτήση στα δέκα χιλιάδες μέτρα, αχαλίνωτο το εγώ πια του
Γκρήκστορης.

- Μόλις σε είδα είπα αυτός ο άντρας είναι ο τύπος μου.

Δεν με άφησε να πω τίποτε, συνέχισε να με ρουφά. Εγώ στο παραλήρημα, τον άφησα να κυβερνά.

Όπως με φιλούσε άγρια και αχαλίνωτα κατέβασε το παντελονάκι και απελευθέρωσε μια τερατογένεση σε σχήμα μπανάνας που είχε καλλιεργηθεί με μεταλλαγμένα γονίδια και με διάμετρο που έκανε την χούφτα μου να μην κλείνει. Ξανά κόκκαλο ο
Γκρήκστορης. Όχι μόνο κόκκαλο αλλά και συνεπαρμένος που βρήκε έναν απρόσμενο παράδεισο, μια τελειότητα, ένα όνειρο να τον περιμένει.

- Όλος δικός σου φιλέ μου. Για σένα και για κανέναν άλλο.

Πως λιώνω όταν ακούω κάτι τέτοια. Έκανα την γνωριμία μου μαζί του και άκουγα τον άλλο να αναστενάζει λέγοντας:

- Σπάνια βρίσκω άντρακλες που ξέρουν πώς να τον χειριστούν

Για μένα μιλούσε; Παιδί μου εγώ για σένα να γίνω χαλί να με πατάς όλη μέρα… εγώ για σένα θα πάθω έρωτα, έτσι δεν τραγουδούσε η Αλεξίου;

Συνέχισα μια παρατεταμένη σε βάθος γνωριμία με τον εκρηκτικό του αντρισμό. Μπορεί να πάθαινα λαρυγγίτιδα αλλά χαλάλι. Το παιγνίδι συνεχίστηκε με τον
Γκρήκστορης να κινείται πάνω κάτω και να ικανοποιεί τον Φιγκαρό εναλλάξ σε στόμα και σκέλια. Ο Φιγκαρό βρισκόταν σε Νιρβάνα. Με άρπαξε άγρια με τα χεριά του, άγγιζε τους μυς του κορμιού μου αρπακτικά, τους τραβούσε με άγριο πάθος και δεν ήξερε που να αρχίσει και τι να τελειώσει. Ο Γκρήκστορης το ίδιο. Ήταν Χάι. Δεν πήρα ποτέ ναρκωτικά αλλά αν η επίδραση τους είναι ακριβώς αυτή καταλαβαίνω τους ναρκομανής του κόσμου τούτου, δεν εγκρίνω βέβαια.
Μετά από αρκετή ώρα μάχης με την υλη των κορμιών μας μου είπε το εξής:

- Είμαι ενενηνταεννια τα εκατό παθητικός και θέλω σχεδόν αποκλειστικά να με παίρνουν, αλλά φίλε μου εγώ εσένα θέλω να σε πάρω, να μπω μέσα σου και να σε κάνω δικό μου.

- Άντε κάντο, τι το σκέφτεσαι;

Με γύρισε απότομα στο κορμό του δέντρου και με κατάκτησε με μια πρωτόγνωρη αγριάδα. Τον δέχτηκα σαν να ήμουν φτιαγμένος μόνο γι’ αυτόν. Ενωθήκαμε σ’ έναν ρυθμικό χορό που κράτησε ώρα και δεν θέλαμε να σταματήσει για τίποτε στον κόσμο. Η έκρηξη ήρθε σχεδόν ταυτόχρονα καθώς τα χείλη μας κόλλησαν ρουφώντας ο ένας το πάθος του άλλου.

Μετά την έκρηξη ακλούθησε το αμοιβαίο γέλιο. Με έβλεπε στα μάτια και έλαμπε, τον έβλεπα στα μάτια και ήμουν γεμάτος ευγνωμοσύνη. Προχωρήσαμε μαζί στο αυτοκίνητο του.

Σταματούσαμε, ανταλλάσσαμε φιλιά και προχωρούσαμε. Κάναμε μίση ώρα να περπατήσουμε τα τριάντα μέτρα. Μιλήσαμε αρκετά και ανταλλάξαμε τηλεφωνά. Με έβαλε στην BWM του και με πήρε στο δικό μου αυτοκίνητο. Κι’ όλη την ώρα με αποκαλούσε άγγελε μου. Και ήταν στ’ αλήθεια αυτός ο άγγελος.

Δυο πόρνες της νύχτας που ερωτεύτηκαν παροδικά η μια την άλλη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: