Αναγνώστες

Σάββατο, 23 Αυγούστου 2008

Νυχτερινές Κραιπάλες (2)

Το αφιερώνω στον Τοξότη που γνώρισα στο δασούδι και που με έκανε κάπως ξανά να ερωτευτώ, οπως πάντα χωρίς ανταπόκριση... αλλά ξύπνησε μιά όμορφη ανάμνηση αισθημάτων βαθειά κρυμμένων.

Το επόμενο βράδυ ραντεβού με μένα στο ίδιο σημείο την ιδία ώρα. Άλλος ένας εθισμός ξεπήδησε απ’ την συνήθεια. Στις έντεκα και μισή κάθε βράδυ ήμουν ακριβέστατος στο ραντεβού μου με μένα κάτω στο παραλιακό δασουδι. Και δεν ήταν το σεξ μόνο ο λόγος, αυτό το έχω ξαναπεί. Ήταν περισσότερο, πέραν απ’ τις εικόνες, η βεβαιότητα ότι όλο και κάποιοι γνωστοί θα κατέβαιναν για τους ιδίους λόγους και έτσι χωρίς δήθεν θα περνούσαμε μια νύχτα πνιγμένη σε μια πρόσκαιρη ξεγνοιασιά που ήταν αναζωογονητική. Φθάνοντας στην ακακία την μισό μαραμένη απέναντι από τα παγκάκια με νούμερο τρία και τέσσερα είδα τον Κόμπρα-από-την-Μπαγκλαντές. Τρία χρόνια είχαν περάσει όταν τον πρωτοείδα και ήταν ακόμα το ίδιο γοητευτικός και το ίδιο μυστηριώδης όπως και τότε εκείνο το τελευταίο καλοκαίρι. Κρατούσε μια ατελείωτη απόσταση και δεν έδινε δεν κανένα λογαριασμό και ακόμα περισσότερο ποτέ δεν έλεγε αλήθεια όσο αφορούσε το άτομο του. Με αναγνώρισε και αυτός όπως κι’ εγώ αυτόν και χαιρετιστήκαμε μάλλον εγκάρδια αλλά συγκρατημένα. Καθίσαμε δίπλα δίπλα, αγναντεύαμε την μεσόγειο, μαγεμένοι απ’ τον φλοίσβο των κυμάτων που πέθαιναν συνέχεια στην ρηχή αμμουδιά, ακουμπούσε το πόδι του πάνω στο δικό μου και μείναμε εκεί για ώρα σιωπηλοί. Δεν κάναμε ποτέ σεξ και ούτε πρόκειται να κάνουμε. Άλλη λόξα αυτή. Υπάρχει μεν η αμοιβαία έλξη αλλά επειδή του είμαι συμπαθής και πιστεύει ότι είμαι καλό παιδί δεν θέλει να κάνει σεξ μαζί μου αφού είναι οπαδός του εντελώς απρόσωπου και ανώνυμου σεξ (αυτός είναι χειρότερος κατά πολύ από εμένα). Την εξήγηση του γιατί δεν θα κάναμε σεξ μου την έδωσε τούτη την βραδιά και αν και ήταν όμορφο να ακούσω τέτοια γοητευτικά λόγια μου ήταν προτιμότερο να με θεωρούσε μαλάκα. Μου μίλησε γι αυτόν, ήταν Σέρβος παντρεμένος με μια Γαλλίδα και ζούσε στην Κύπρο εδώ και έντεκα χρόνια δουλεύοντας στα τουριστικά. Του άρεσαν οι μεγαλύτεροι και οι τριχωτοί (κι’ εδώ ατυχήσαμε) και ένιωθε πάντα τύψεις όταν σκεφτόταν την ανίδεη απ’ αυτά γυναίκα του. Το παράξενο είναι ότι τον πίστευα. Δεν ήταν δήθεν, αυτό το ένιωθα, τους μυρίζομαι τους δήθεν από μακριά. Και μαζί του δεν ένιωσα ειρωνεία για την διπλή ζωή του, την ψεύτικη, ούτε και υποτίμηση γιατί ζούσε αυτή την διπλή ζωή. Άλλαζα από μέσα μου και το ένιωθα έντονα τώρα, τον καταλάβαινα γιατί ήθελε την διπλή ζωή και τον λυπόμουν, όπως τελικά λυπόμουν και μένα. Το να είσαι τελικά γκέι δηλώνει μια προγραμματισμένη δυστυχία και ένα αιώνιο ψάξιμο ενός άγνωστου αγνώστου.



Με τη σειρά του με ρώτησε για μένα. Του είπα περιληπτικά τα εν οίκω μου και μου αποκάλυψε εξειδικευμένες γνώσεις αφού όπως μου εξήγησε έρχεται από οικογένεια γιατρών που ζει και εργάζεται στην Γερμανία. Οι κουβέντες μας ήταν λιγοστές, σπαρτανικές αλλά η σύνδεση μας μεγάλωνε κάθε βράδυ περισσότερο.

Έτσι είναι το δασουδι και οι νύχτες του. Σε φέρνουν κοντά σε ανθρώπους που δεν θα έκανες ποτέ παρέα ίσως κάτω απ’ το φως του ήλιου, σε κάνει να τους επιθυμάς και να ανυπομονείς να τους δεις ξανά κι’ όλα αυτά χωρίς πάντα με μια ιδιοτέλεια. Την ιδιοτέλεια την έδειξε η Cher που όταν δεν της έκατσα έφυγε πίσω στην Αμερική χωρίς ένα αντίο. Έπρεπε δηλαδή αν υποστώ μαρτύριο για να συνεχίσω μια λυκοφιλία; Δεν πιστεύω. Αν και είχα νιώσει την συναισθηματική απόσταση που δημιουργήθηκε μεταξύ μας μετά από τόσα χρόνια, κάπου λυπήθηκα για την απώλεια της Cher. Δεν μπορούσα όμως να υποκρίνομαι, δεν άντεχα την εμμονή της να κάνει με το ζόρι τον αδελφό μου γκέι επειδή της έμεινε απωθημένο. Δεν είχε πια όρια και εγώ είχα ήδη πολλά. Φοβού τις κακές αδελφές.

Οι νύχτες έρχονται και παρέρχονται και η κάθε μια μου έφερνε καινούργια βιώματα. Τις λάτρευα τούτες τις κυπριακές καλοκαιριάτικες νύχτες. Έβλεπα τα αρσενικά να περιπατάνε πάνω κάτω, ανυπόμονα να εξιλεώσουν το καλοκαιρινό τεστοστερινιακό τους πάθος, με τα φλιπ φλοπ τους να ακούγονται ρυθμικά κουβαλώντας τα τριχωτά τους πόδια, τα περισσότερα καλά γυμνασμένα, χωσμένα σε προκλητικές βερμούδες, ολοκληρωμένες από ξεμασχαλα μπλουζάκια που έκρυβαν μέσα τους στήθια έτοιμα να εκραγούν από τον παλμό της ηδονής και έβρισκα έτσι την δική μου Σάνκρι-Λα. Λες να ‘ναι τούτος ο παράδεισος; Στο δασουδι της Λεμεσού; Ή απλά μόνο στο μυαλό μου υπήρχε τούτη η τελειότητα σαν διέξοδο απ’ την κραιπάλη περισσότερων από πεντακόσιων ήμερων;

Συνάντησα τον Ψηλό-Πετσί-και-Κόκαλο-Καυλιάρη αξύριστο να περπάτα γρήγορα πάνω κάτω. Με κοίταξε κλεφτά και γύρισε για λίγο κοιτάζοντας με. Εγώ σαν ντίβα αγνόησα διακριτικά το πρώτο βλέμμα. Μη μας πάρει και για ξελιγωμένους! Στον δεύτερο γύρο έκανα πως κοντοστάθηκα λίγο διστακτικά ισα ισα ελπίζοντας να καταλάβει ότι με ενδιέφερε. Έφυγε προς το αυτοκίνητο του κι’ εγώ δεν κατάλαβα τι έγινε. Περπάτησα παρακάτω για το επόμενο θύμα κι’ επιστρέφοντας ήταν πάλι εκεί, κάπνιζε στο περβάζι και με κοίταξε με νόημα. Συνέχισα ακάθεκτος και περήφανος στην αντίθετη κατεύθυνση απ’ όπου πήγαινα συνήθως. Με ακολούθησε με βήμα γοργό και με ξεπέρασε χωρίς να κοιτάζει πίσω του. Δεν ήμουν σίγουρος τι παιζόταν αλλά μου άρεσε πολύ. Τον ακλούθησα νωχελικά και δήθεν αδιάφορα μέχρι που φτάσαμε, πρώτος αυτός και σεκόντο εγώ στο δασάκι πίσω από τον ΚΟΤ. Κοντοστάθηκε, άνοιξε το φερμουάρ του και κάτι έκανε…δήθεν. Κι’ εγώ στάθηκα, πάλι δήθεν λίγο πιο μακριά και κοίταζα αδιάφορα τι έκανε...δηθεν. Τα υπόλοιπα είναι μια έντονη σωματική ιστορική εισβολή…χωρίς δήθεν.

Ίσως όντως τίποτε να μην είναι τυχαίο στη ζωή, κι’ όλα να ‘ναι πεπρωμένο. Ίσως τελικά αυτό που λέμε εμείς πεπρωμένο να ‘ναι αυτό που φτιάχνουμε στην φαντασία μας για να κατανοούμε τις δυστυχίες και τις αποτυχίες μας πιο εύκολα, δίνοντας έτσι, μια καθαρή ανθρωπινή κι’ αιωνία τάση, την ενοχή πάντα σε κάτι ξένο.
Τον Ψηλό-Πετσί-και-Κόκαλο-Καυλιάρη τον ξανασυνάντησα αρκετές φόρες. Και γίναμε οι καινούργιοι κολλητοί του δάσους. Δεν ξανακάναμε σεξ, κάτι που πεθυμώ απ’ αυτόν, αλλά κάναμε μια όμορφη και κάπως ψιλοσυναισθηματικη παρέα. Κι’ εκεί που είχα ν’ ακούσω πολλά χρόνια νέα του πρώην μαλάκα μου, βρέθηκε ο καινούργιος μου φίλος να τον γνωρίζει και να σταυροκοπιέται πως ήταν δυνατόν να είχαμε συνυπάρξει μαζί. Που να ήξερε και τον Σσιάτς δηλαδή. Θα με είχε μαυροπινακίσει. Άκουσα όλα τα απωθημένα του για τον εραστή του που αποφάσισε να πάει να παντρευτεί μια γυναίκα (τώρα τι να πω; Να γίνω κακός; Ή να μην γίνω;) και ξοδέψαμε ώρες και νύκτες μέχρι τα πρωινά μιλώντας και προσπαθώντας να καταλάβει το γιατί. Μπορεί ποτέ κάποιος να καταλάβει γιατί σταματά μια αγάπη; Άμα γινόταν αυτό θα είχαν χρεοκοπήσει οι ψυχολόγοι και οι ψυχίατροι, άσε δε που ούτε κι’ αυτοί είναι σε θέση να σου δώσουν μια απάντηση ικανοποιητική. Η ψυχή του ανθρώπου είναι όντως άβυσσος και η αγάπη μόνο μια γωνία αυτής, ένα χαμένο μονοπατάκι. Και σε τελευταία ανάλυση, τι είναι δηλαδή αγάπη; Ένα πάθος; Μια συνήθεια; Ένας εθισμός; Όλα και τίποτα μαζί; Άγνωστο. (συνεχίζεται)
Λεξεις-Κλειδια: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Δεν υπάρχουν σχόλια: