Αναγνώστες

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2007

Η επίσκεψη…

Ξαφνιάστηκα όταν τον είδα μπροστά μου από το πουθενά. Δεν περίμενα να τον συναντήσω, πάει καιρός που μιλήσαμε για τελευταία φορά, θα’ ναι δεν θα’ ναι τρεις μήνες. Και τον είδα για τελευταία φορά τον περασμένο Γενναρη στο καινούργιο του σπίτι με την καινούργια του γυναίκα και το καινούργιο του παιδί. Όλα ήταν καινούργια στη ζωή του. Όλα εκτός από τον τρόπο που με κοίταζε κάθε φορά που βρισκόμασταν, ακόμα και μετά από είκοσι χρόνια…


Βρέθηκε μπροστά μου από το πουθενά. Πρέπει να ήταν βράδυ δεν θυμάμαι πολύ καλά, οι εικόνες είναι κάπως θολές στο μυαλό μου, αν και ήταν μόλις χτες το βράδυ.
Το πρόσωπο του έλαμψε μόλις με είδε, τα μάτια του γέμισαν φως και το χαμόγελο του ήταν αυθεντικό, γεμάτο χαρά.

¨Ρε πελλε¨ μου φώναξε. Εκπλάγηκα όταν τον είδα, αντέδρασα συγκρατημένα, χαμογελώντας και αγκαλιάζοντας τον. Πρέπει να ήμασταν σε κάποιο μπαρ, δεν ήμουν σίγουρος αν ήταν μόνος του. Με ρώτησε πότε ήρθα Κύπρο και του απάντησα σήμερα. Μου θύμωσε χαριτωμένα και παραπονιάρικα που δεν τον ειδοποίησα. Δεν προσπάθησα να δικαιολογηθώ. Θα τον έπαιρνα σίγουρα τηλέφωνο αλλά μετά από καμία ‘βδομαδα αφού εγκλιματιζόμουν. Αλλά δεν είμαι πολύ σίγουρος αν ήμασταν καν στην Κύπρο η κάπου εδώ στην Ευρώπη. Δεν είχα συναίσθηση του χώρου που βρισκόμουν.

Καθώς τον αγκάλιαζα ένιωσα το ένα του χέρι να ψάχνει το δικό μου και το άλλο ανάμεσα στα πόδια μου. Τραβήχτηκα με το πάνω μισό του σώματος μου κάπως προς τα πίσω και τον κοίταξα στα μάτια με ένα μεγάλο ερωτηματικό. Am I fucking missing something here???

Μου χαμογέλασε κοιτάζοντας με βαθειά στα μάτια. Ήξερα πολύ καλά αυτό το βλέμμα, ήταν ίσως το μοναδικό στοιχειό πάνω του που με έκανε ευάλωτο. Δεν ρώτησα τίποτα, τα κορμιά μας χώρισαν απλά και διακριτικά και καθίσαμε σ’ένα τραπέζι παραγγέλλοντας ποτά. Δεν θυμάμαι να ήμουν μόνος η με παρέα. Με ότι και να με συνόδευε πάντα μόνος ήμουν. Κοίταξα ερευνητικά γύρω μου ψάχνοντας για την καινούργια του γυναίκα. Την ήξερα καλά, δεν τον άφηνε να κάνει βήμα μόνος του και ήμουν σίγουρος ότι κάπου εκεί θα ήταν. Από την άλλη ήταν και το καινούργιο τους παιδί που δεν το άφηναν ευχαρίστα στις γιαγιάδες. Δεν μπόρεσα να την δω αλλά ήμουν σε συναγερμό. Δεν ήξερε τίποτα για την παλιά μας ιστορία, κανένας δεν ήξερε εκτός από μας τους δυο, τον αδελφό μου κι’ έναν άλλο πάλε κολλητό. Όμως από την αρχή που με γνώρισε, ξέροντας την προσωπική μου προτίμηση στα προσωπικά θέματα, μας παρακολουθούσε και τους δυο σαν κέρβερος. Ήξερε γιατί φοβόταν. Αυτή ήταν που έκλεψε τον άντρα μιας άλλης και τον έκανε δικό της. Τι θα εμπόδιζε κάποιον τρίτο να κάνει το ίδιο; Δεν ήξερε τίποτε αλλά η διαίσθηση μου η αλάθητη μου έλεγε ότι το γυναικείο της αρπακτικό ένστικτο της έλεγε να προσέχει, κάτι στα μάτια του άντρα της που άλλαζε όταν με έβλεπε, κάτι στα δικά μου που αθέλητα έβγαινε στην επιφάνεια όταν τον συναντούσα τις έλεγαν να προσέχει.

Ήταν όμως ανούσια μια τέτοια προσοχή. Τον είχα εδώ και δυο χρόνια απομυθοποιήσει. Δεν τον ποθούσα πια, αν και ¨πόθος¨ είναι μάλλον λανθασμένη έκφραση, δεν τον αγαπούσα πια όπως αγαπούσα την ανάμνηση του πάνω από είκοσι χρόνια. Άρχισα και έβλεπα μιαν άλλη εικόνα του από τον καιρό που χώρισε την πρώτη του γυναίκα που σιγά σιγά θόλωνε το κρύσταλλο της τελειότητας του. Δεν ήταν τέλειος αντικειμενικά μιλώντας, για μένα όμως ήταν η πρώτη και μοναδική μου μεγάλη αγάπη, μια αγάπη που έζησε μέσα μου περισσότερο από δυο δεκαετίες, ένας μύθος, μια ψευδαίσθηση που κράτησε ζωντανή μια χρόνια, κάποτε γλυκιά και κάποτε πικρή, μελαγχολία. Τότε με συγκίνησε το ακράτητο πάθος του, η αφοσίωση του έστω και κρυφή, η ολοκληρωτική του λατρεία. Μπορεί να τον μοιραζόμουν με μια άλλη αλλά ήξερα ότι τα πιο απόκρυφα μέρη της ψυχής του ήταν γνώριμα μονό σε μένα, οι πιο κρυφοί του πόθοι ξεδιψούσαν μονό στο δικό μου κορμί. Αυτή η αποκλειστικότητα ήταν σαν το λαδί στην φωτιά, ήταν η λαβα μιας νεανικής αγάπης, ενός αυθόρμητου πόθου. Αυτό το θάρρος του αγάπησα θυμάμαι, αυτόν τον γραψαρχιδισμο του μέσα στον μυστικισμό της κρυφής μας σχέσης.

Χρόνια μετά γνώρισα την δειλία του. Κατανοούσα ότι δεν μπορούσε να επαναστατήσει και να ζήσει ελευθέρα αυτό που ενδόμυχα ποθούσε αλλά παρόλη την κατανόηση ένιωθα μια αποστροφή. Δεν άντεχα να βλέπω σκλαβωμένους γύρω μου, η δική μου η σκλαβιά ήταν αρκετή για όλο τον κόσμο. Τον κατανοούσα αλλά δεν καταλάβαινα την κραυγή της ματιάς του κάθε φορά που συναντιόμασταν που με αναστάτωνε. Και ήθελε να με αναστατώσει, χρειαζόταν αυτή την επιβεβαίωση ότι του ανήκα όποτε θα το ήθελε. Και του ανήκα είναι η αλήθεια. Αν έκανε την παραμικρή κίνηση με το μικρό του δακτυλάκι ήμουν έτοιμος να βροντήξω τα πάντα, ότι είχα και δεν είχα για να ζήσω μαζί του. Μια ετοιμότητα που κράτησε περισσότερο από είκοσι χρόνια. Είκοσι χρόνια πάθους που άρχισε σε κάποιο κυπριακό μαουνταιν.

Γνώρισα όμως την δείλια του, κάτι που δεν είχε σαν νεαρός τότε, την παραφροσύνη της κανονικότητας του, του κομφορμισμού του στα κυπριακά, την φοβία που ανέπτυξε για την κοινωνία μέσα στην οποία ζούσε, που σε τελευταία ανάλυση δεν μπορούσε και να του κάνει κακό, αλλά την φοβόταν, ήθελε ξεκάθαρες συνθήκες ζωής, ήθελε καινούργιο σπίτι, καινούργια γυναίκα, καινούργιο παιδί, καινούργια χρέη, καινούργια αυτοπεποίθηση και ¨αντρική¨ συνείδηση, μονό το πάθος του έμεινε το παλιό για μένα. Και άρχισε να το φοβάται κάτω απ’ το βλέμμα της άλλης. Απομακρύνθηκα διακριτικά από κοντά του τα τελευταία δυο χρόνια γιατί η άλλη έμπαινε σαν διάφανο τοίχος ανάμεσα μας και το καταλαβαίναμε και οι τρεις μας. Η πρώτη ηλίθια δεν είχε πάρει χαμπάρι, αλλά αυτή είχε τα ένστικτα της ακόμα ξύπνια, ήταν πιο νέα…

Όμως δεν τον μοιρολόγησα. Η ανάμνηση είναι καλύτερη από την αλήθεια κάποιες φορές. Όταν τον αγάπησα δεν ήταν ανθρωπάκος στα μάτια μου. Όταν τον απομυθοποίησα είχε ήδη γίνει. Δεν μπορούσα να τον αγαπήσω άλλο γιατί δεν μου γαμούσε το μυαλό πια. Σωματικούς οργασμούς είχα πολλούς, αλλά θα αγαπούσα ξανά κάποιον που θα έκανε το μυαλό μου να σπαρταρά. Κι αυτός δεν ήταν πια ικανός…Όπως έγραψε πριν χρόνια μια πρόσκαιρη ελληνίδα συγγραφέας …¨Οι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο¨. Η δική μου πήγε στην Απαισσια. Και ήξερα ότι ήταν και ο τελευταίος της προορισμός.

Δεν κατάλαβα ποτέ πέρασε η ώρα. Ένιωθα ότι δεν είχα κοιμηθεί καθόλου. Ήταν ήδη εννέα το πρωί και έπρεπε να βιαστώ για την δουλεία. Ήμουν ακόμα σε μια κατάσταση έκπληξης που τον είχα δει στα όνειρα μου. Μια επίσκεψη απρόσμενη, χωρίς λόγο, ποια η ουσία να ξεθάβουμε πτώματα απ’ τα παλιά; Από την άλλη η γεύση της ανάμνησης είναι μέρος μιας ομορφιάς που δεν θα ήθελα να χάσω… η ανάμνηση είναι πολλές φορές η καλύτερη μου παρέα.
Λεξεις-Κλειδια: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Δεν υπάρχουν σχόλια: